- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Στην Πόλη που Ξημερώνει: Ο Γιάννης και η Μαίρη. Νύχτα, Πόλη, Σιωπή
Η Μαίρη ένιωσε ότι ο Γιάννης μιλούσε λιγότερο αλλά δεν ήξερε τι ακριβώς είχε αλλάξει
Κάποιοι άνθρωποι δεν συναντιούνται για να αγαπηθούν. Συναντιούνται για να αναγνωριστούν στον πόνο
Ο Γιάννης ήξερε να ακούει. Όχι με τον τρόπο που ακούς για να απαντήσεις, αλλά με τον τρόπο που κρατάς κάτι εύθραυστο στα χέρια σου και προσέχεις να μη σπάσει. Η Μαίρη το είχε καταλάβει από νωρίς. Του μιλούσε για τη δουλειά, για το πώς μεγάλωσε, τις ελπίδες και τα όνειρα της νιότης της, τα πρώτα φιλιά που άγγιξαν την καρδιά της, τον γάμο που δεν άντεχε.
Ο Γιάννης δεν προσπαθούσε να τη διορθώσει. Δεν τη διεκδικούσε. Δεν την πλησίαζε περισσότερο απ’ όσο εκείνη άντεχε. Κι αυτό ήταν το πιο ασφαλές πράγμα στη ζωή της.
Μιλούσαν και για τον ίδιο, για το παιδί που ήταν σχεδόν αόρατο αλλά τόσο δυνατό, που λύγιζε αλλά δεν έσπαγε. Όλα αυτά τους έφεραν κοντά. Δεν ήταν μαζί. Ήταν όμως πάντα εκεί.
Η Μαίρη είχε περάσματα. Άντρες που εμφανίζονταν και χάνονταν. Τους ανέφερε στον Γιάννη όπως μιλάς για τον καιρό. Εκείνος άκουγε, χαμογελούσε λίγο, και μέσα του κάτι έσφιγγε — όχι αρκετά για να μιλήσει, μόνο αρκετά για να σωπάσει. Δεν ζήλευε, έλεγε στον εαυτό του. Απλώς δεν ήθελε λεπτομέρειες.
Ένα Σάββατο βράδυ βρέθηκαν στον δρόμο χωρίς προορισμό. Η πόλη απλωνόταν χαμηλά, φωτισμένη, σαν κάτι που μπορείς να κοιτάς χωρίς να χρειάζεται να το αγγίξεις. Στο αυτοκίνητο έπαιζε μουσική χαμηλά. Σχεδόν ασυναίσθητα, σιγοτραγούδησαν:
"Δεν είναι αγάπη, δεν είναι αγάπη αυτό που ζούμε,
είναι σου λέω πανικός, ένας μικρός Τιτανικός..."
Κανείς δεν το σχολίασε. Άφησαν το τραγούδι να πει όσα δεν έλεγαν οι ίδιοι.
Σ’ ένα φανάρι, η Μαίρη κοίταξε έξω. Ο Γιάννης ένιωσε για μια στιγμή πως ίσως είχε μια θέση που δεν χρειαζόταν να φοβάται. Λίγο μετά, εκείνη του έδειξε μια φωτογραφία. Έναν άντρα από τον τόπο της. Τον είπε το όνομά του απλά, φυσικά, σαν να μην άλλαζε τίποτα. Ο Γιάννης χαμογέλασε. Κάτι μέσα του έσπασε χωρίς θόρυβο. Δεν ήταν ότι υπήρχε άλλος. Ήταν ότι υπήρχε έτσι.
Τις επόμενες μέρες μίλησε λιγότερο. Όχι για να την τιμωρήσει. Για να αναπνεύσει. Η Μαίρη το ένιωσε, αλλά δεν ήξερε τι ακριβώς είχε αλλάξει. Πίστευε πως ήταν ακόμα ασφαλείς — γιατί ποτέ δεν είχαν πει ότι ήταν κάτι άλλο.
Μια νύχτα ξαναβγήκαν στον δρόμο. Η πόλη άρχιζε να ξημερώνει. Τα φώτα έσβηναν ένα-ένα, τα μπαλκόνια γέμιζαν σκιές, κι από ψηλά όλα έμοιαζαν πιο μικρά, πιο διαχειρίσιμα. Στο ραδιόφωνο μπήκε άλλο τραγούδι:
"Μ’ ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό ξεκινήσαμε κι οι δυο μας,
και στου δρόμου τα μισά σβήσαν τ’ άστρα τα χρυσά..."
Η Μαίρη ψιθύρισε τον στίχο. Ο Γιάννης άκουγε. Αυτή τη φορά όχι για να κρατήσει, αλλά για να αφήσει.
Εκείνη τη νύχτα, ο Γιάννης κατάλαβε κάτι που τον τρόμαξε και τον ηρέμησε μαζί. Ότι δεν ήθελε πια να είναι απλώς ο χώρος όπου η Μαίρη άφηνε τον εαυτό της. Ήθελε να είναι εκείνος. Όχι απαραίτητος. Επιθυμητός.
Όταν της μίλησε, η φωνή του δεν έτρεμε.
«Θέλω να είμαι μαζί σου», της είπε. «Και δεν μπορώ να είμαι μόνο αυτός που ακούει».
Η Μαίρη σώπασε. Όχι επειδή δεν ένιωθε. Αλλά επειδή ένιωθε πολλά. Τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά — όχι ασφαλή, αλλά αληθινό.
Κι αν κάτι μένει απ’ όλα αυτά, είναι πως για κάποιο λόγο κάποιοι άνθρωποι δεν συναντιούνται για να αγαπηθούν. Συναντιούνται για να αναγνωριστούν στον πόνο. Και αυτό, όσο κι αν μοιάζει με αρχή, δεν οδηγεί πάντα στην επιθυμία.
Όταν ήρθε η στιγμή να φύγουν, δεν υπήρξαν λόγια. Μόνο κινήσεις. Ένα βήμα πίσω. Ένα βλέμμα που δεν κράτησε. Δύο δρόμοι που άνοιξαν αντίθετα, μέσα στην πόλη που ξυπνούσε αργά, αδιάφορη και όμορφη όπως πάντα. Στο μπαρ που κάθισαν το ξημέρωμα, από τα ηχεία ακουγόταν:
"Στα μάτια παίζει τ' άστρο της αυγής
Ο ήλιος πλένει τ' όνειρο της γης
Πλατύ ποτάμι η αγάπη και βαθύ
Κουράστηκε και πάει να κοιμηθεί..."
Κι αν κάτι μένει απ’ όλα αυτά, είναι η αλήθεια που αφήνει πίσω: μερικές σχέσεις δεν έρχονται για να κρατήσουν. Έρχονται για να σου μάθουν πώς να στέκεσαι — μόνος, αλλά πιο αληθινός, καθώς η πόλη ξημερώνει.