Trending Now

Ο κουμπάρος κάνει το τραπέζι στη Μιμή

Αλλά θα μείνει νηστικός

Μπάμπης Κωφός
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

(Περίληψη προηγουμένου: Ο κουμπάρος έχει βγει δυο τρεις φορές με τη Μιμή από τη Μολδαβία και το βράδυ την περιμένει σπίτι να της μαγειρέψει)


Ήταν βέβαιος ότι σήμερα θα το προχωρούσε με τη Μιμή. Είχαν ήδη βγει δυο φορές για ποτό και άλλη μία για μπάνιο κι εκείνη έδειχνε να τον γουστάρει. Μπορεί όποτε προσπαθούσε να τη φιλήσει, να του γύριζε το μάγουλο, όμως και μόνο που δέχθηκε να πάει σπίτι του ήταν ένα καλό σημάδι. Ενώ τα σκεπτόταν όλα αυτά, με πήρε τηλέφωνο.

Κουμπάρος: «Έλα ρε μαλάκα, τι λες, θα γίνει τίποτα σήμερα;»

Μπάμπης: «Τι να σου πω, μάλλον… Πήγαινέ το λάου-λάου και βλέπεις»

Κουμπάρος: «Τι λάου-λάου;»

Μπάμπης: «Ε, μην πέσεις με τα μούτρα. Αλλά και φάση να μη γίνει, οκέι, θα γίνει την άλλη φορά. Τι θέλεις, να γυρίσεις πάλι στις χοντρές; Τελικά, θα μαγειρέψεις;»

Κουμπάρος: «Μαλάκας είσαι;»

Έκανε τα τελευταία συμμαζέματα, πέταξε τα σκουπίδια, πήρε ένα μεγάλο μπουκάλι ούζο για εκείνον και μερικές μπίρες για τη Μιμή και μετά τηλεφώνησε στην πρώην του για να παρκάρει το παιδί.

Κουμπάρος: «Θα περάσω σε λίγο να σου αφήσω το παιδί για το βράδυ»

Πρώην: «Γιατί ρε πριντούροκ (μαλάκας στα ρώσικα); Μη μου πεις ότι βρήκες γκόμενα, γιατί δεν θα το πιστέψω. Αλλά και να βρήκες, φαντάζομαι πόσο απελπισμένη θα είναι»

Κουμπάρος: «Δεν κοιτάς καλύτερα τον δικό σου το γύφτο που πάει στο σούπερ μάρκετ με το πουκάμισο και τις παντόφλες;»

Καθόταν στο μπαλκόνι και τελείωνε το δεύτερο ούζο όταν ένα ταξί σταμάτησε απέναντι και από το πίσω κάθισμα πετάχτηκε η Μιμή. Πάλι σορτσάκι φορούσε. «Ου-ού» του φώναξε από το δρόμο και ο κουμπάρος σκίρτησε. Όταν ανέβηκε, φιλήθηκαν σταυρωτά, στα μάγουλα.

Κουμπάρος: «Να σου πω, δεν πρόλαβα να μαγειρέψω γιατί έκανα κάτι δουλειές. Να παραγγείλουμε σουβλάκια, όμως…»

Μιμή: «Μη σε νοιάζει, έχω φάει»

Η Μιμή έλεγε αερολογίες και γέλαγε και ο κουμπάρος έκανε πως άκουγε κι έψαχνε την κατάλληλη στιγμή να της την πέσει. Κι όταν εκείνη του είπε πόσο κουρασμένη ήταν, γιατί όλη μέρα έκανε δουλειές στο σπίτι που δούλευε, ο κουμπάρος της πρότεινε να της κάνει μασάζ. Κι εκείνη δέχτηκε.

Ξάπλωσε μπρούμυτα στον καναπέ, έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και έκλεισε τα μάτια και ο κουμπάρος ανέβηκε από πάνω της και άρχισε να της τρίβει τους ώμους και την πλάτη, σαν κάτι έργα στην τηλεόραση, αλλά ύστερα από πέντε λεπτά κουράστηκε και τα παράτησε. Η Μιμή έδειχνε να κοιμάται και ο κουμπάρος άρχισε να τη χαϊδεύει. Στα μαλλιά, στην πλάτη, στη μέση. Όταν το χέρι του πήγε λίγο παρακάτω, η Μιμή τινάχτηκε ελαφρώς κι εκείνος ασχολήθηκε πάλι με την πλάτη της.

Τη δεύτερη φορά που την άγγιξε σε επίμαχο σημείο, δεν κουνήθηκε καθόλου. Μετά ήρθε και τρίτη και τέταρτη και πέμπτη φορά. Αναστατωμένος όπως ήταν, βάλθηκε να προσπαθεί να της κατεβάσει λίγο το σορτσάκι χωρίς να ξυπνήσει. Όταν προχώρησε αρκετά, εκείνη γέλασε δυνατά, σηκώθηκε από τον καναπέ και βγήκε στο μπαλκόνι.

Η Μιμή άρχισε πάλι την κουβέντα για το καράτε και το πόσο καλή ήταν, για το πόσο πολύ τη γούσταραν ο δάσκαλός της και δυο τρεις ακόμα από το γυμναστήριο, για το χωριό της στη Μολδαβία που τα κορίτσια παντρεύονται μικρά και για έναν τύπο εκεί που έχει ορκιστεί ότι θα την περιμένει όλη του τη ζωή να την παντρευτεί, για τον καινούργιο φούρνο στη γειτονιά της και για τον φούρναρη που κι αυτός τη γούσταρε.

Ο κουμπάρος είχε αρχίσει να κουράζεται και να απελπίζεται και φευγαλέα φαντάστηκε τον εαυτό του σε μια παραλία να πίνει ούζο και να χαζεύει τις περαστικές. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, της είπε τι ωραία που θα ήταν να πήγαιναν μαζί σε κάνα νησάκι να κάνουν τα μπάνια τους. Κι όταν η Μιμή του είπε ότι, αν το έλεγε στα σοβαρά, καλό θα ήταν να έκλειναν δωμάτιο από τώρα για να έρθει και πιο φθηνά, ο κουμπάρος συλλογίστηκε τη σκηνή: να είναι διακοπές με τη Μιμή, να τα πληρώνει όλα εις διπλούν και κάθε βράδυ να την κυνηγάει και να μην του κάθεται.

Την άλλη μέρα με πήρε τηλέφωνο: «Έλα ρε μαλάκα, έτσι κι έτσι, τίποτα δεν έγινε πάλι. Πάμε κάνα Μοναστηράκι;» Κάτσαμε στην Αδριανού και παραγγείλαμε ούζο. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν και τι κόσμος. Όλος με σορτς και μίνι. Αφού πέρασε κάνα 20λεπτο και ξεπεράσαμε το πρώτο σοκ της περατζάδας, είχαμε τον εξής διάλογο:

Κουμπάρος: «Ούτε να τη φιλήσω δε με άφησε ρε, κι έχουμε βγει τόσες φορές. Εντάξει, το καταλαβαίνω να θέλει το χρόνο της, αλλά τώρα αισθάνομαι ότι δεν της αρέσω… Μήπως με δουλεύει ρε μαλάκα; Μήπως έχει και τίποτα άλλους μαλάκες σαν κι εμένα και μας δουλεύει ομαδικώς;»

Μπάμπης: «Μπα, δεν πιστεύω ρε. Πάντως, μην το αφήσεις τώρα που το έχεις προχωρήσει. Αφού είναι ψημένη και για διακοπές…»

Κουμπάρος: «Δεν θα το αφήσω αλλά μου φαίνεται ότι πρέπει να το δω λίγο πιο χαλαρά. Να βρεθεί και καμιά άλλη φάση να έχω να ασχολούμαι. Ν’ αρχίσω πάλι το τσατ;»


Συνεχίζεται