Βιβλιο

Δημοσθένης Κόλλιας: «Όταν είσαι ερωτευμένος με κάποιον, για σένα είναι θεός επί γης»

Μια συζήτηση για τον έρωτα και την απώλεια με αφορμή το βιβλίο «Βαρύτητες» που μόλις κυκλοφόρησε

Αγγελική Μπιρμπίλη
ΤΕΥΧΟΣ 1014
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το βιβλίο «Βαρύτητες» του Δημοσθένη Κόλλια κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός

Στις «Βαρύτητες» ο Δημοσθένης Κόλλιας συνομιλεί με τον κινηματογράφο του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ και την πλατωνική ιδέα «του άλλου μας μισού». Ο έρωτας και η απώλεια είναι το έδαφος πάνω στο οποίο ξεδιπλώνεται μια ιστορία για τον χρόνο, τη μνήμη, τη μαγεία της πρώτης συνάντησης, το (αναπόφευκτο) τέλος. Ένας άντρας και μια γυναίκα ερωτεύονται παράφορα, πριν όλα πάνε στραβά.

Χωρίς τελείες, σαν μια σκέψη που αρνείται να φρενάρει, αυτός ο ασθματικός ύμνος σ’ «Εκείνη» μετατρέπεται σταδιακά σε έναν διάλογο. Διαβάζοντας το μικρό αυτό βιβλίο, μόλις 127 σελίδες, δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς: τι ακριβώς ερωτευόμαστε σε έναν άνθρωπο; Ποια είναι η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην εξιδανίκευση; Πόσο μπορούν οι παρεξηγήσεις, ο εγωισμός, οι ανεδαφικές προσδοκίες να καθορίσουν την πορεία μιας σχέσης;

Ο Δημοσθένης Κόλλιας είναι μόλις 27 ετών. Σπούδασε Οικονομικά στο ΕΚΠΑ και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΙΚΤΥΟΥ, ερευνητής στη ΓΣΕΕ και συγγραφέας του βιβλίου «Κεφάλαιο και ανισότητα – Η εξέλιξη της σκέψης του Thomas Piketty», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη. Το «Βαρύτητες» (που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός) είναι, όπως σημειώνει ο ίδιος, «το πρώτο κείμενο για σοβαρά ζητήματα, δηλαδή για ζητήματα καρδιάς». Αλλά από πότε τα ζητήματα καρδιάς απασχολούν τους νεαρούς οικονομολόγους; Μιλήσαμε μαζί του για να μάθουμε περισσότερα.

― Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο σου «Βαρύτητες», μια ιστορία που ξεδιπλώνεται μέσα από μία και μοναδική πρόταση, έναν χωρίς τελείες μονόλογο ενός παράφορα ερωτευμένου άντρα που αναπολεί τη σχέση του μ’ «Εκείνη», τη γυναίκα που αγάπησε. Πώς περνά κανείς από τον Πικετί σε μια ερωτική ιστορία; Και τι ήταν αυτό που ήθελες να αναζητήσεις μέσα απ’ αυτήν;

Στην αρχή του καλοκαιριού διάβαζα την «Γκέμμα» του Λιαντίνη, και είδα στην αρχή του βιβλίου τη βιβλιογραφία του. Παρατήρησα ότι έβγαζε ένα βιβλίο κάθε 5 ακριβώς χρόνια. Όπως καταλαβαίνεις, εγώ εκείνη τη στιγμή ζήλεψα, και είπα εδώ είμαστε, πέρασαν 5 χρόνια από εκείνο το βιβλίο, τι έχεις να μας πεις τώρα; Και μου ήρθε αυτή η ιστορία γι’ αυτούς τους δύο ανθρώπους που τους χωρίζει ολόκληρος ο κόσμος, μα τους ενώνουν δυνάμεις που δεν μπορούν να εξηγηθούν τόσο εύκολα, που δεν τις καταλαβαίνει κανείς, ούτε ο αφηγητής ούτε η γυναίκα του.

Δεν ήθελα να αναζητήσω κάτι, αλήθεια. Ήθελα απλά να κάνω μια καταγραφή, μια ελληνική καταγραφή, μια ελληνική και λίγο παράλογη καταγραφή μιας αμοιβαίας έλξης μεταξύ δύο ανθρώπων, που δεν τελειώνει καλά. Όμως, στην τελική, αυτό δεν έχει και τόση σημασία. Ο αφηγητής στο βιβλίο είναι ένας άνθρωπος που σπάει υπό το βάρος της απώλειας, υπό το βάρος της πραγματικότητας που πήρε μια τροπή που πλέον δεν γυρίζει πίσω και, αντί να ξαναμπεί μέσα της, στην πραγματικότητα δηλαδή, κάνει μια βουτιά πολύ παρακινδυνευμένη. Ο αφηγητής είναι ένα πολύ κακό παράδειγμα ανθρώπου. Και λόγω της συμπεριφοράς του, που ενίοτε έχει ναρκισσιστικά στοιχεία, αλλά κυρίως επειδή δεν ακούει προσεκτικά όσα του λέει το περιβάλλον του ή αργεί πολύ να καταλάβει τι θέλουν απ’ αυτόν τα πρόσωπα που αγαπάει. Πρωτίστως, όμως, είναι πολύ κακό παράδειγμα λόγω των αποφάσεων που παίρνει, και ειδικότερα λόγω της τελικής του απόφασης. Τελικά, εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως, οτιδήποτε και να γίνει, κανένας επίγειος αποχωρισμός δεν είναι τόσο δραματικός και, όσο κι αν πονέσει κάτι στην αρχή, με τον καιρό το θυμάσαι και γελάς και πας παρακάτω.

― Μήπως, τελικά, δεν ερωτευόμαστε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, αλλά τον εαυτό μας όπως αισθανόμαστε όταν είμαστε μαζί του;

Είναι κάτι σαν την ελληνική υφαλοκρηπίδα, είναι τρομερά δύσκολο να βγάλεις ένα μολύβι και να την ορίσεις στον χάρτη. Είναι πολύ δύσκολο να διαχωρίσεις αυτά τα δύο πράγματα που λες, γιατί από τη μία ερωτεύεσαι έναν άλλον άνθρωπο, τον θαυμάζεις, σου προξενεί ενδιαφέρον, είναι ένα εξωτικό πουλί που ήρθε από πολύ μακριά και προσπαθείς να το καταλάβεις, αφού δεν μοιάζει με κανένα άλλο πουλί που έχεις δει πρόσφατα, από την άλλη όμως σαφώς και σου αρέσει τρομερά και το πώς αισθάνεσαι εσύ όταν είσαι μαζί του.

Γενικότερα, ερωτεύεσαι, νομίζω, την κατάσταση στην οποία σε φέρνει η αλληλεπίδραση με τον άλλον. Είναι μια κατάσταση πρωτόγνωρη. Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν είστε αμφότεροι ερωτευμένοι, εκεί είναι πολύ δύσκολη η ισορροπία, νομίζω.

Ο διοικητής μου στο Πολεμικό Ναυτικό μού είχε πει κάποτε ότι ερωτεύεσαι μόνο τρεις φορές στη ζωή σου, την πρώτη κοντά στα 18 σου, τη δεύτερη φορά λίγο μετά τα 25, και την τρίτη φορά –αν είσαι τυχερός, έρχεται και τρίτη φορά– λίγο μετά τα 32. Πάντα πρέπει να κρατάς κάτι από τον διοικητή σου στον στρατό, όλοι το ξέρουν αυτό. Ήταν σοβαρός άνθρωπος, άρα αυτό που είπε πρέπει να ισχύει.

Αυτή η κατάσταση όμως απαιτεί ένα ψυχικό απόθεμα, μια ψυχική μπαταρία που, κάθε φορά που αδειάζει, χρειάζεται πολλά χρόνια για να ξαναγεμίσει. Γι’ αυτό πιστεύω ότι προκαλεί μεγάλη ζημιά όταν χωρίζεις από κάτι τόσο δυνατό, γιατί ξέρεις ότι είναι πολύ σπάνιο να σου ξανασυμβεί. Με τους φίλους μου τα έχουμε βάλει κάτω κι έχουμε δει πως, τώρα που είμαστε μεταξύ 27 και 30, όλοι μας έχουμε 0/2 στις σχέσεις με τα άτομα που ερωτευτήκαμε. Εννοώ ότι όλοι συμφωνούμε πως μας έχει συμβεί δύο φορές να είμαστε ερωτευμένοι και σε σχέση, αλλά καμία από τις δύο δεν περπάτησε.

Οπότε, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, έχουμε πει ότι, αν δεν μας βγει ούτε την επόμενη φορά, τότε θα κρεμάσουμε τα παπούτσια, θα πάμε να νοικιάσουμε ένα μεγάλο ρετιρέ στην πλατεία Μαβίλη και θα ζήσουμε εκεί μέχρι το τέλος!

― Το κείμενο δεν έχει τελείες, σαν να μην ήθελε να σταματήσει πουθενά. Γιατί;

Δεν ήξερα πού να βάλω τελεία, πουθενά στο κείμενο δεν του πήγαινε να το κόψω, και είπα να μην του το χαλάσω, να το αφήσω να τρέχει μέχρι το τέλος. Ξέρεις, πριν το γράψω, δεν είχα ξαναγράψει ποτέ λογοτεχνία, ούτε καν μια μικρή ιστορία. Θυμάμαι να διαβάζω βιβλία και ενίοτε να διαβάζω για συγγραφείς να λένε κάτι του στιλ «έγραφα γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς», και σκεφτόμουν μέσα μου, πω πω, τι παπάτζα είναι αυτή που πέταξε. Αλλά είχα άδικο, είχα πολύ άδικο. Κάτι τέτοιο μ’ έπιασε κι εμένα από τη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω εκείνο το βράδυ. Μετά ακολούθησε το επόμενο, και περίπου την τρίτη μέρα είχα σχηματίσει στο μυαλό μου το περίγραμμα όλης αυτής της ιστορίας, πώς ξεκινάει και πώς τελειώνει, πάντα αυτά τα δύο χρειάζεσαι για να ξέρεις πού πας, και μετά έγραφα κι έγραφα κι έγραφα και δεν έβγαινα απ’ το σπίτι ή πήγαινα κι έμενα μόνος μου σε διάφορα μέρη της Ελλάδας κι έκλεινα το κινητό για μέρες, και καιγόμουν μέσα μου, το μόνο που μ’ ένοιαζε για περίπου έναν μήνα ήταν να πετάξω στο χαρτί όλα όσα είχα στο μυαλό μου. Ένιωθα ότι, αν δεν έγραφα, θα πέθαινα. Πνιγόμουν. Και μόλις το έγραψα, ηρέμησα πολύ. Και μετά επέστρεψα στην πραγματικότητα.

― Στο βιβλίο αναφέρεσαι στην ταινία «Πριν το ξημέρωμα» του Ρ. Λινκλέιτερ, την πρώτη μιας τριλογίας όπου δύο άνθρωποι συναντιούνται, χωρίζουν, ξανασυναντιούνται και η ζωή τούς δίνει την ευκαιρία να ξαναδούν τι θα μπορούσε να είχε συμβεί. Τι σε γοήτευσε σ’ αυτές τις ταινίες;

Δεν ξέρω, πραγματικά δεν ξέρω. Αυτό που μου αρέσει πολύ στον Λινκλέιτερ και διατρέχει αρκετές από τις ταινίες του είναι ότι είναι μια συνεχής συζήτηση που συμβαίνει μέσα σε περίπου μιάμιση ώρα. Και έχει πλάκα, γιατί είχα δείξει το τελικό draft του βιβλίου σε έναν, φίλο πλέον, σκηνοθέτη –με τον οποίο γνωριστήκαμε τυχαία επειδή είχαμε την καταπληκτική ιδέα να πάμε να απομονωθούμε στο ίδιο ξενοδοχείο στην Επίδαυρο τον Ιούλιο–, του άρεσε και σκέφτηκε πως θα μπορούσε να το ανεβάσει στο θέατρο, οπότε είπαμε να χρονομετρήσουμε όλο αυτό που συμβαίνει στο κείμενο, και βγήκε λίγο κάτω από δύο ώρες. Και κάπως μου φαίνεται αστείο και ωραίο αυτό, γιατί είναι ακριβώς όπως σ’ αυτές τις ταινίες.

Από την τριλογία νομίζω ότι μου αρέσουν περισσότερο η πρώτη και η τρίτη ταινία. Η μεν πρώτη γιατί βάζει μπροστά στον φακό αυτόν τον κεραυνό που σε χτυπάει εκεί που δεν το περιμένεις, εκεί που θέλεις να σ’ αφήσουν στην ησυχία σου, τον έρωτα δηλαδή, αυτή την αίσθηση όπου μπορεί να βρίσκεσαι σε μια μεγάλη πρωτεύουσα ή σε κάποιο μεγάλο πάρτι αλλά εσένα να μη σε νοιάζει τίποτα απ’ αυτά παρά μόνο ο άνθρωπός σου, ενώ από την άλλη πλευρά, στην τρίτη ταινία μού αρέσει η γείωση στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει όταν τα φώτα σβήνουν και καλείσαι να διαχειριστείς ό,τι έχει συμβεί μετά τον κεραυνό, και ειδικά, τη φθορά.

― Ένας έρωτας που πήγε στραβά αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία; Ή πρέπει να αποδεχτούμε ότι πρέπει να τον αφήσουμε;

Δεν ξέρω τι να σου πω, νομίζω ότι εξαρτάται. Υπάρχουν καταστάσεις στη ζωή από τις οποίες δεν υπάρχει γυρισμός. Σίγουρα υπάρχουν πράγματα που μπορεί να συμβούν σε μια σχέση τα οποία δεν μπορείς να συγχωρήσεις. Π.χ., πράξεις βίας. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν κι άλλα που δεν είναι και το τέλος του κόσμου, αλλά έχουν δύσκολη διαχείριση, όπως η απιστία ή το ψέμα. Και μερικές άλλες φορές οι άνθρωποι χωρίζουν έπειτα από μια μεγάλη παρεξήγηση, είμαι πεπεισμένος πως πολλές φορές είναι απλά μια μεγάλη παρεξήγηση, μα μετά μπαίνει ο εγωισμός στη μέση και το κουβάρι δύσκολα ξεμπλέκει. Ο Αρανίτσης το έχει πει στην «Αφρική»: από μια παρεξήγηση μπορεί να αλλάξει η πορεία μιας ολόκληρης ζωής.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι έχω την αίσθηση πως, όταν είσαι ερωτευμένος με κάποιον, για σένα είναι θεός επί γης. Περιμένεις τόσο πολλά απ’ αυτόν, είναι τόσο μεγάλες οι προσδοκίες σου, που συχνά πέφτει κάτω από τον πανύψηλο πήχη που εσύ μόνος σου του έβαλες. Και καθεμιά απ’ αυτές τις μικρές αστοχίες, αυτές τις επιδόσεις που πέφτουν κάτω απ’ τον πήχη, σε τραυματίζει πολύ, πάρα πολύ, ακριβώς γιατί εσύ περίμενες τόσο πολλά από τον μικρό σου θεό. Και μετά είναι το πιο δύσκολο, γιατί κι ο άλλος εκνευρίζεται που του έβαλες τον πήχη τόσο ψηλά, και συνθλίβεται που δεν κατάλαβες ότι, στην τελική, κι αυτός άνθρωπος είναι, κι εκεί προκύπτει πάντα μια παρεξήγηση από την οποία πραγματικά δεν ξέρω πώς βγαίνεις.