Βιβλιο

Ελισάβετ Χρονοπούλου: Επί σκοπώ απονομής δικαιοσύνης ουσιαστικής αναγνώσεως

Πόσο θηρίο μπορεί να γίνει ο άνθρωπος; Είναι υπερβολική η απαίτηση να αποδίδεται δικαιοσύνη;

Γιώργος Φλωράκης
ΤΕΥΧΟΣ 995
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το βιβλίο «Επί σκοπώ πλουτισμού» της Ελισάβετ Χρονοπούλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

Το «Επί σκοπώ πλουτισμού» της Ελισάβετ Χρονοπούλου (εκδ. Πόλις) είναι από τα πιο πολύπλευρα βιβλία που έχω διαβάσει εδώ και πολύ καιρό.

Πόσο θηρίο μπορεί να γίνει ο άνθρωπος; Είναι υπερβολική η απαίτηση να αποδίδεται δικαιοσύνη; Θα κάναμε ποτέ κάποιο μεγάλο κακό; Κι αν κάναμε χωρίς να το μάθει κανείς, πώς θα διαχειριζόμασταν το μυστικό μας; Τελικά, τι ακριβώς είναι η συγκίνηση;

Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που θα δεχόταν τον χαρακτηρισμό του «κριτικού». Δεν έχω κάτι αρνητικό με όσους τον αποδέχονται, απλώς δεν νιώθω κάτι παραπάνω από ένας αρκετά συνεπής αναγνώστης. Έτσι, ας μη θεωρηθούν κριτική οι σημερινές Σημειώσεις Ενός Μονομανούς. Ας θεωρηθούν ένα κείμενο που θέλει να σταθεί δίπλα σ’ ένα άλλο κείμενο, επί σκοπώ διαλόγου.

Αν και διαβάζω συστηματικά τις νέες εκδόσεις, το «Επί σκοπώ πλουτισμού» απαίτησε να κάνω ένα διάλειμμα. Να μη διαβάσω για λίγο τίποτα καινούργιο έπειτα απ’ αυτό, αλλά να επιστρέψω σε μερικά βιβλία που μιλούν για την εποχή της γερμανικής κατοχής, βιβλία που είχα διαβάσει στο παρελθόν. Έτσι, επιστρέφω στην «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» και στον «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» της Άλκης Ζέη, στη «Φωτιά» και στο «Τέλος της μικρής μας πόλης» του Δημήτρη Χατζή και στο πιο αγαπημένο απ’ όλα, το «Γούπατο» του Δημήτρη Χριστοδούλου. Ύστερα, στα τρία βιβλία του Μενέλαου Χαραλαμπίδη που μιλούν για την εποχή: την «Εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα», τα «Δεκεμβριανά 1944» και τους «Δωσίλογους». Σκέφτομαι ότι, όταν ένα βιβλίο σε βάζει σε μια τέτοια διαδικασία, είναι μάλλον ένα καλό βιβλίο.

Το «Επί σκοπώ πλουτισμού» θα μπορούσε να είναι μια ανεπτυγμένη ιστορία από αυτές που αποτελούν τον «Έτερο εχθρό» της Χρονοπούλου, βιβλίο διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Πόλις. Ο «έτερος εχθρός», όπως γράφει στο γράμμα του ο πατέρας του Μανώλη στο διήγημα «Εν έτει 1942», είναι ο φόβος. «Ο φόβος ο ατελεύτητος, ο διαρκής, ο εγκατεστημένος εις τας ψυχάς». Ο φόβος που υπάρχει και στο «Επί σκοπώ πλουτισμού». Όμως η Ελισάβετ Χρονοπούλου προχωράει ένα βήμα πιο πέρα: «Κάνε τον φόβο σου θυμό, λέγαμε τρεις φορές, “ένα, δύο, τρία”, κι η Αμαλία ορμούσε πρώτη στο υπόγειο φωνάζοντας: “Φάντασμα, δεν σε φοβάμαι”. Το ’σκαγε το φάντασμα».

Η μετατροπή του φόβου σε θυμό δεν είναι το μόνο ηθικό-ιδεολογικό ζήτημα που θέτει το «Επί σκοπώ πλουτισμού». Πόσο μεγάλο ρόλο παίζει η μνήμη των ιστορικών γεγονότων στη δημιουργία συνείδησης ενός λαού; Ποια είναι η ευθύνη καθενός από εμάς σε σχέση με όσα συμβαίνουν γύρω μας; Όταν δεν υπάρχει δικαιοσύνη, πόσο δικαίωμα έχουμε στην αυτοδικία; Πόσο δύσκολο είναι να μεταμορφωθούμε από άνθρωποι σε θηρία; Και τι τα κάνουμε τα μυστικά των θηριωδών πράξεών μας όταν κανείς δεν τις παίρνει είδηση;

Η εξώφθαλμη αδικία είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος που μπορεί να μετατρέψει τον άνθρωπο σε θηρίο. Όπως σημειώνει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, που υπογράφει το επίμετρο του βιβλίου, μετά την απελευθέρωση, εκτός του ότι, για λόγους φόβου, μηνύθηκαν ελάχιστοι δωσίλογοι, «το 98% απαλλάχθηκε και αθωώθηκε», ενώ την ίδια εποχή «οι αντιστασιακοί του ΕΑΜ καταδικάζονταν μαζικά σε θάνατο και ισόβια». Υπό αυτές τις συνθήκες, πόσοι από εμάς θα μπορούσαν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους;

Αν κάποιος μου έλεγε ότι ένα μυθιστόρημα θα είχε ως κεντρικό αφηγητή ένα πρόσωπο που διαβάζει το τετράδιο ενός άλλου προσώπου –που γίνεται με τη σειρά του αφηγητής– και σε ενεστώτα χρόνο δεν συμβαίνει τίποτα πέρα από το παιχνίδι του πρώτου αφηγητή με τον σκύλο του, θα του έλεγα ότι δύσκολα θα έμπαινα στη διαδικασία να το διαβάσω. Όμως η Χρονοπούλου βρίσκει τον τρόπο να δημιουργήσει ένα απόλυτα ενδιαφέρον κείμενο, που ρέει υποδειγματικά, σχεδόν κινηματογραφικά –άλλωστε η Ελισάβετ είναι και σκηνοθέτιδα– και την ίδια στιγμή δεν βασίζεται σε γλωσσικές ευκολίες, αλλά σε μια γλώσσα σύνθετη, απαιτητική και γι’ αυτό απολαυστική.

Όμως το πιο σημαντικό στοιχείο αυτού του βιβλίου είναι η συγκίνηση. Αγάπησα πολύ την Αμαλία, στάθηκα δίπλα στον Δημοσθένη, συμπάθησα τον Γιώργο κι ακόμα πιο πολύ τον σκύλο του. «Κλωστούλες το νήμα του χρόνου». Είμαστε μερικές φορές «πρόσκαιρες λάμψεις, θαμπές σκιές», όπως γράφει στο τετράδιο ποιημάτων της η Αμαλία, κι αυτή μας η θνητότητα είναι πάνω απ’ όλα που μας κάνει να δακρύζουμε καθώς σκύβουμε πάνω από τα πάθη χαρακτήρων σαν αυτούς που πλάθει η Ελισάβετ Χρονοπούλου, πάνω από τα πάθη –τελικά– ενός ολόκληρου λαού.