- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Famesick: Τα απομνημονεύματα της Λένα Ντάναμ για τις συνέπειες της φήμης
Η αυτοβιογραφία της καλύπτει μια πληθώρα θεμάτων της ζωής της με τον ίδιο ωμό, ευθύ, χιουμοριστικό και συχνά σοκαριστικό τρόπο.
Το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Famesick» της Λένα Ντάναμ αποκαλύπτει το τίμημα της φήμης, αγγίζοντας καριέρα, ψυχική υγεία και τοξικότητα του διαδικτύου με ωμή ειλικρίνεια.
Τον Απρίλιο του 2012 κυκλοφόρησε στο κανάλι HBO η σειρά «Girls», την οποία δημιούργησε, έγραψε και επιμελήθηκε η Λένα Ντάναμ, στην οποία και πρωταγωνίστησε η τότε 25χρονη δημιουργός της. Η σειρά που ακολουθεί τις ζωές τεσσάρων νέων γυναικών που ζουν στη Νέα Υόρκη και χαρακτηρίζεται ως κωμωδία-δράμα, είχε συνολικά 6 κύκλους και 62 επεισόδια και έγινε πολύ γρήγορα δημοφιλής. Η Ντάναμ παρουσίασε τη σειρά στο HBO όταν ήταν μόλις 23 ετών και δύο χρόνια αργότερα βγήκε ο πρώτος κύκλος. Παραγωγοί, μεταξύ άλλων, ήταν η ίδια και ο Τζαντ Απατόου.
Σκοπός της Ντάναμ τότε ήταν να δημιουργήσει κάτι που, πρώτον, ήταν εμπνευσμένο από τη ζωή της και, δεύτερον, κάτι που πρόσφερε μια πιο ρεαλιστική ματιά στη ζωή νέων γυναικών στα 20 τους και πώς επιβίωναν σε μια πόλη όπως η Νέα Υόρκη. Η σειρά εστίαζε στη φιλία μεταξύ τους, στις ρομαντικές και ερωτικές τους σχέσεις, στις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν στην επαγγελματική τους ζωή, και στην ίδια τους την εξέλιξη ως προσωπικότητες.
Ωστόσο, ο βασικός στόχος να δείξει τη γυναικεία πτυχή και να προβάλλει μια πιο ειλικρινή και ωμή οπτική στη ζωή αυτών των γυναικών, κάτι που μέχρι τότε δεν είχε αποδοθεί με τον ίδιο τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι σειρές που επικρατούσαν τότε ήταν το «Sex and the City» και το «Gossip Girl», οι οποίες είχαν μια μακράν πιο επιμελημένη εικόνα, με τις πρωταγωνίστριες να ανήκουν σε μια πολύ μικρότερη και προνομιούχα δημογραφική ομάδα.
Παρά τους επαίνους και τα βραβεία που έλαβε –μεταξύ άλλων Χρυσή Σφαίρα για την Καλύτερη Τηλεοπτική Σειρά και βραβείο ως η Καλύτερη Διεθνής Εκπομπή (Best International Programme) από το British Academy Television– η σειρά, όπως και η δημιουργός της, δέχθηκε έντονη κριτική κυρίως για την τολμηρή και συχνά αμφιλεγόμενη απεικόνιση σεξουαλικού περιεχομένου.
Η ίδια η Ντάναμ κατηγορήθηκε για έναν καταιγισμό λαθών και παραλείψεων, συμπεριλαμβανομένης της αποτυχίας του φεμινισμού, της εκπροσώπησης των λευκών γυναικών και της υπερσεξουαλικοποίησης των γυναικών στην τηλεόραση. Η Ντάναμ δημοσίευσε το πρώτο της αυτοβιογραφικό βιβλίο «Not That Kind of Girl: A Young Woman Tells You What She’s “Learned”» τον Σεπτέμβριο του 2014, το οποίο ήταν ουσιαστικά μια συλλογή δοκιμίων. Ξεκίνησε το «Lenny» με την Τζένιφερ Κόνερ, το οποίο ήταν ένα εβδομαδιαίο φεμινιστικό ενημερωτικό δελτίο, και μετά, για ένα διάστημα, εξαφανίστηκε. Τα τελευταία πέντε χρόνια ζει με τον σύζυγό της στο Λονδίνο, όπου είναι λιγότερο γνωστή σε σχέση με τη Νέα Υόρκη, και μετακόμισε εκεί, όπως έχει αναφέρει, για να απαλλαγεί από την υπερβολική έκθεση στη δημοσιότητα.
Το 2025, εννέα χρόνια μετά την έκτη και τελευταία σεζόν του «Girls», η Ντάναμ επέστρεψε με μια ρομαντική κομεντί που κυκλοφόρησε στο Netflix με τίτλο «Too Much», η οποία ωστόσο δεν θα ανανεωθεί για δεύτερη σεζόν. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και η αυτοβιογραφία της «Famesick», η οποία εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες και καλύπτει μια πληθώρα θεμάτων της ζωής της με τον ίδιο ωμό, ευθύ, χιουμοριστικό και συχνά σοκαριστικό τρόπο.
Τα θέματα που πραγματεύεται αφορούν την πρώιμη έκθεσή της στη φήμη σε πολύ μικρή ηλικία, τις δημιουργικές και προσωπικές πιέσεις της επιτυχίας μιας τηλεοπτικής σειράς, καθώς και τα προβλήματα υγείας της, συμπεριλαμβανομένης της πολυετούς προσπάθειάς της να πείσει τους γιατρούς να λάβουν σοβαρά υπόψη την ενδομητρίωσή της, την υστερεκτομή της και τον επακόλουθο εθισμό της σε συνταγογραφούμενα φάρμακα. Αναφέρεται επίσης στις σχέσεις της με τους ανθρώπους γύρω της, καθώς και στη χρήση πολλαπλών ψευδωνύμων την τελευταία δεκαετία, ως συνέπεια της δημόσιας εικόνας της.
Ξεκινά το βιβλίο με μια αφιέρωση που αποτελεί ουσιαστικά μια λίστα ονομάτων διάσημων ανθρώπων που, σύμφωνα με την ίδια, δεν άντεξαν τη φήμη τους και αυτοκτόνησαν, όπως οι Τζιν Χάρλοου, Μέριλιν Μονρόε, Έιμι Γουάινχαουζ, Τζάνις Τζόπλιν, Γουίτνεϊ Χιούστον, Χιθ Λέτζερ και Ρόμπιν Γουίλιαμς, καταλήγοντας με τη φράση «οποιοσδήποτε άλλος που ήταν υπερβολικά διάσημος για να θεραπευτεί».
Στο επίκεντρο του βιβλίου βρίσκεται η ιδέα ότι εκ των υστέρων συνειδητοποιεί ότι είχε πετύχει όλα όσα είχε ονειρευτεί αλλά ήταν σε μία τόσο μικρή ηλικία που απλά δεν είχε την ικανότητα ή το σθένος να το διαχειριστεί. Οι δύο σχέσεις στις οποίες εστιάζει περισσότερο στο βιβλίο είναι η ερωτική σχέση της με τον ροκ σταρ και παραγωγό Τζακ Άντονοφ, με τον οποίο ήταν μαζί για 5 χρόνια και χώρισαν το 2017, και η πλατωνική σχέση της με την Τζένι Κόννερ, την οποία ανέθεσε το HBO στην Ντάναμ ως μέντορα για να τη βοηθήσει στα πρώτα της βήματα όταν ξεκίνησε να δημιουργεί τη σειρά. Τα επόμενα δέκα χρόνια φιλίας, λέει η Ντάναμ στο βιβλίο της, ήταν ένας φαύλος κύκλος τοξικότητας και ζήλιας.
Τέλος, μεταξύ άλλων, η Ντάναμ εξιστορεί, με χιούμορ αλλά και βαρύτητα, τα ακραία επίπεδα μίσους που βίωσε στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια της σειράς, ειδικά όσον αφορά το σώμα της, τα κιλά της, τη μεταφορική και κυριολεκτική «γύμνια» της στη σειρά, όπως και το πόσο άσχημη ήταν. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η ολοκληρωτική αποχή της από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η κατάρρευση της ψυχικής της υγείας.
Εν έτει 2026, παραμένει παράξενο αλλά και παράδοξο το πόσο προβλέψιμες ή οικείες αλλά ταυτόχρονα σοκαριστικές είναι τέτοιου είδους αυτοβιογραφίες. Το πόσο εύκολο είναι να πιστέψουμε –γιατί έχουμε απτές αποδείξεις– το μίσος που υπάρχει και «αυτο-τρέφεται» στο διαδίκτυο, το πώς η φήμη μπορεί να ξεφύγει σε σημείο που ισοπεδώνει προσωπικότητες, ανθρώπους και ολόκληρες ζωές, το πόσο έτοιμες έχουμε τις απαντήσεις –συνήθως είναι απαξιωτικές– εμείς που βρισκόμαστε έξω από τον «χορό», και ταυτόχρονα πόσο εκπλησσόμαστε κάθε φορά, χωρίς όμως να αλλάζουμε κάτι, όπως για παράδειγμα να σκεφτόμαστε λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω πριν αναρτήσουμε οποιοδήποτε αρνητικό σχόλιο που μοναδικό σκοπό έχει την προσβολή ή την απαξίωση κάποιου που απλά δεν μας αρέσει ή δεν συμπαθούμε, αντί πολύ απλά να πάμε παρακάτω.