Βιβλιο

Ο Αχιλλέας ΙΙΙ δηλώνει «απαισιαισιόδοξος» και καταφέρνει να παραχαράξει την πραγματικότητα

«Aξίζει να προσπαθήσουμε αλλά δεν νομίζω ότι έχουμε άλλη επιλογή»

Γιώργος Φλωράκης
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Ο Αχιλλέας ΙΙΙ σε μια συζήτηση για τους «Απέξω», το νέο του βιβλίο που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος, αλλά και το «Dance Of Brοken Promises», τον νέο δίσκο των Bog art, του συγκροτήματος που παίζει μπάσο και τραγουδάει

Κάθε φορά που κυκλοφορεί ένα καινούργιο του βιβλίο, αναζητώ τον Αχιλλέα ΙΙΙ για μια καινούργια συζήτηση. Το βιβλίο είναι απλώς η αφορμή. Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να τον συναντήσω ξανά για να μοιραστώ εκείνο το γλυκόπικρο πνεύμα του, εκείνο το ιδιαίτερο wit, όπως θα το ονόμαζαν στην πατρίδα μου, τις Εγγαρές της Νάξου. Αυτή τη φορά, δεν έχουμε μόνο να μιλήσουμε για το νέο του βιβλίο, το «Απέξω» (Ίκαρος) αλλά και το “Dance Of Brοken Promises”, το νέο άλμπουμ των Bog art.

Ποιοι είναι οι απέξω με τους οποίους ασχολείσαι στο καινούργιο σου βιβλίο;
Οι απέξω είναι άνθρωποι που δεν ζουν προστατευμένοι μέσα σε ένα σπίτι, μέσα σε μια οικογένεια, μέσα στην κοινωνία, αλλά εκτός αυτών, ο καθένας για τους δικούς του λόγους και με τον δικό του τρόπο. Είναι άνθρωποι οι οποίοι επιβιώνουν στο περιθώριο της «κανονικής» ζωής ή ακόμη και στο περιθώριο του περιθωρίου αυτής. Αν υπάρχει ένα βασικό κοινό χαρακτηριστικό σε αυτές τις είκοσι δυο ιστορίες είναι η πεποίθηση ότι κανένας από τους πρωταγωνιστές τους δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται.

Γιατί διάλεξες να ασχοληθείς μαζί τους;
Νομίζω ότι ο βασικός λόγος που ξεκίνησα να γράφω μια μια αυτές τις ιστορίες ήταν για να προσπαθήσω να διακόψω και να αντιστρέψω μέσα μου τη διαδικασία αποδοχής της κατάστασης αυτών των ανθρώπων ως κάτι το δεδομένο, ως κάτι που δεν αφορά εμάς που ζούμε «εντός». Πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό να μη συνηθίσει κάποιος στη θέα της ξένης δυστυχίας, να μη σκληρύνει τόσο που κάποια στιγμή να μην τον αγγίζει τίποτα.

Έχει πολύ χιούμορ αλλά έχει και πολλή πίκρα αυτό εδώ το βιβλίο…
Όλοι γνωρίζουμε το χαρακτηριστικά δυσάρεστο τσούξιμο και τη φαγούρα που προκαλεί η επαφή με τα φύλλα της τσουκνίδας. Όσοι έχουν ζήσει σε χωριό ξέρουν καλά ότι τα φύλλα της μολόχας αποτελούν το φυσικό αντίδοτο και ότι όταν τρίβονται πάνω στο δέρμα που τσούζει και φαγουρίζει σε ανακουφίζουν άμεσα. Μολόχες και τσουκνίδες, λοιπόν, παρότι έχουν αντίθετη δράση –ή ακριβώς για αυτόν ακριβώς τον λόγο–, φύονται πολύ κοντά οι μεν στις δε, σε χωράφια, στις άκρες δρόμων, σε φράχτες και σε ερείπια. Κάπως έτσι συμβαίνει και με το χιούμορ και την πίκρα. Μπορούν να συνυπάρξουν και συναντώνται αρκετά συχνά στα διηγήματά μου. Για να επιστρέψω στη βοτανολογία, θα επισημάνω ότι η τσουκνίδα, παρότι από παιδιά μαθαίνουμε ότι πρέπει να την αποφεύγουμε (όπως και γενικότερα τις πίκρες), έχει ευεργετική δράση και, με τη σωστή χρήση, λειτουργεί ως φάρμακο. Το ίδιο ισχύει και με την πίκρα…

Αχιλλέας ΙΙΙ © Γεωργία Συριοπούλου

Πού βλέπεις να πηγαίνει η ζωή στην πόλη;
Κάποιος απαισιόδοξος, θα απαντούσε ότι η ζωή στην πόλη πηγαίνει εκεί όπου καταλήγουν όλα αφού ολοκληρωθεί η χρήση τους: τα στερεά σε μια χωματερή και τα υγρά στον υπόνομο, μέσα από τις διαδρομές ενός υπόγειου και αθέατου δικτύου σωληνώσεων. Από την άλλη, κάποιος αισιόδοξος ίσως επέμενε ότι τίποτα δεν έχει χαθεί, ότι ελπίζουμε στους μετασχηματισμούς που πάντα συμβαίνουν διακριτικά, καθώς και στους νέους που ετοιμάζονται να φέρουν κάτι ικανό να αλλάξει τις ισορροπίες. Προσωπικά είμαι απαισιαισιόδοξος. Θεωρώ δηλαδή ότι, πράγματι, τα πάντα δείχνουν να πηγαίνουν στον αγύριστο, ωστόσο, μέσα σε αυτή την ανυπόφορη κατάσταση προσπαθώ να διακρίνω λόγους να μην παραιτούμαι. Όσο μάταιο και αν φαίνεται, εξακολουθώ να βρίσκω νόημα και ομορφιά στη ζωή στην πόλη (και στη ζωή γενικότερα), ακόμη και εστιάζοντας σε ό,τι θεωρείται περιττό ή σκουπίδι. Κάπως έτσι βρίσκομαι με κάτι στα χέρια μου το οποίο με ικανοποιεί, έστω κι αν πολλές φορές για να το καταφέρω πρέπει να παραχαράξω την πραγματικότητα.

Και η ζωή στον πλανήτη;
Εξαρτάται σε ποιο σημείο του πλανήτη ζει κανείς… Σε σχέση με ανθρώπους που είχαν την ατυχία να γεννηθούν σε περιοχές με πλούσιο υπέδαφος ή με οτιδήποτε άλλο φαίνεται επιθυμητό στα λαίμαργα μάτια άλλων, είμαστε αρκετά προνομιούχοι. Σε σχέση, πάλι, με άλλους που ζουν στον πυρήνα του δυτικού κόσμου (εκεί όπου υπάρχουν και οι περισσότεροι κάτοχοι λαίμαργων ματιών), μάλλον είμαστε σε χειρότερη μοίρα. Σε γενικές γραμμές, η ανθρωπότητα κάνει ό,τι μπορεί για να είναι για τον πλανήτη κάτι σαν ασθένεια, ένας καταστροφικός μύκητας ή ένα παράσιτο που όσο ταχύτερα το ξεφορτωθεί η Γη από τη ράχη της, τόσο πιο γρήγορα θα ανακουφιστεί και θα καταφέρει να συνεχίσει να υπάρχει. Και, φυσικά, ίσως αυτή να είναι απλώς η αισιόδοξη άποψη...

Σε μια τέτοια σκληρή πραγματικότητα, σ’ αυτή που ζούμε, τι μπορεί να μας σώσει;
Η τέχνη, η αγάπη και η συνειδητοποίηση ότι οι άνθρωποι μπορούμε να συνυπάρξουμε ειρηνικά και αγαπημένα. Αστειεύομαι. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι που μπορεί να μας σώσει συνολικά… Ο άνθρωπος μοιάζει ακόμη περισσότερο άπληστος και αποφασισμένος να καταστρέψει τα πάντα για να κυριαρχήσει στα χαλάσματα.

© Μάριος Γαμπιεράκης

Και πώς πιστεύεις ότι μπορεί να δράσει ένας άνθρωπος σ’ αυτό το χάος;
Σε ατομικό επίπεδο, με κόπο και θυσίες, ίσως καταφέρει κανείς να υπάρχει χωρίς όλη αυτή η σκληρότητα να τον αγγίζει και να τον καταβάλλει διαρκώς. Με ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια μπορεί ένας άνθρωπος να αντισταθεί στο να σκληρύνει και ο ίδιος ή να αποκτηνωθεί, ενώ μέσω της καλλιέργειας του πνεύματός του μπορεί κάποια στιγμή να μετοικήσει σε μια ανώτερη σφαίρα εντός της οποίας θα αισθάνεται άφθαρτος αλλά ταυτόχρονα θα είναι λειτουργικός και ωφέλιμος για τον εαυτό του και τους γύρω του. Πολύ απλά πράγματα, δηλαδή… Σε κάθε περίπτωση, και παρά τα όσα πικρόχολα ανέφερα προηγουμένως, είναι σημαντικό να πιστέψουμε ότι μόνο αρκετοί μαζί έχουμε ελπίδα να σώσουμε κάτι. Οπωσδήποτε αξίζει να προσπαθήσουμε και δεν νομίζω ότι έχουμε κι άλλη επιλογή!

Τι ρουτίνες έχεις όταν γράφεις;
Προσπαθώ να μην έχω ρουτίνες, έτσι ώστε να μπορώ ανά πάσα στιγμή να γράφω, ακόμη και όταν οι συνθήκες δεν είναι ιδανικές. Αυτό με διατηρεί σε διαρκή ετοιμότητα, παρόμοια με αυτή του πάνθηρα που παραμονεύει μέσα από τα φυλλώματα μιας γκρίζας ζούγκλας και, μόλις εντοπίσει μια καλή ιστορία, πετάγεται και την αρπάζει…

Έχεις αλλάξει τρόπους από τότε που πρωτοξεκίνησες;
Οτιδήποτε ζωντανό αλλάζει τρόπους. Ελπίζω να συνεχίσω να είμαι ζωντανός (κυριολεκτικά και μεταφορικά), όπως ελπίζω και να συνεχίσω να θέλω και να μπορώ να αλλάζω τους τρόπους μου.

Και γιατί πρωτοξεκίνησες να γράφεις;
Επειδή αισθανόμουν μόνος και ανακάλυψα ότι όταν γράφεις δεν είσαι ποτέ μόνος, ακόμη και αν πρέπει για αρκετό καιρό να διαλέγεσαι με τον ίδιο σου τον εαυτό. Στην πορεία ανακάλυψα και τις υπόλοιπες χαρές που προσφέρει η συγγραφή, και έκτοτε είναι λίγο σαν να πρωτοξεκινώ κάθε φορά που αρχίζω να σκαλίζω μια νέα ιστορία.

Υπάρχει άραγε πιθανότητα να ζει κάποιος μόνο από το γράψιμο;
Συνηθίζω να αστειεύομαι λέγοντας ότι, ιδίως σε ένα μέρος όπως η Ελλάδα, είναι πιθανότερο να πεθάνεις παρά να ζήσεις από το γράψιμο βιβλίων, παρότι υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Προσωπικά θεωρώ ότι, κατά κάποιον τρόπο, από το γράψιμο ζω, κι από όλα τα υπόλοιπα απλώς επιβιώνω, τρέφομαι, ντύνομαι, κυκλοφορώ ανάμεσα στους ανθρώπους. Γράφοντας είναι που αισθάνομαι την ικανοποίηση πως κάνω κάτι χρήσιμο και ουσιαστικό, ακόμη και αν κανένας άλλος δεν έχει την ίδια άποψη. Επιπλέον, φοβάμαι ότι αν η ικανότητα βιοπορισμού μου, εξαρτιόταν από την εμπορική απήχηση των βιβλίων μου, από την υποδοχή τους από το αναγνωστικό κοινό, τότε μάλλον θα αισθανόμουν λιγότερο ελεύθερος σε δημιουργικό επίπεδο. Στην περίπτωσή μου, τουλάχιστον, η προσέγγιση της δημιουργίας σαν παιχνίδι, με τρόπο άδολο, χωρίς αγκυλώσεις και ταπεινές επιδιώξεις, είναι αυτή που δίνει στη ζωή κάποιο ιδιαίτερο νόημα, πολλαπλασιάζοντας τη σημασία όσων με περιβάλλουν και όσων στοιχείων γλιστρούν στα διηγήματά μου ως πρώτη ύλη.

Εσύ βέβαια έχεις και τη μουσική…
Όλοι έχουμε τη μουσική. Ευτυχώς! Δεν μπορώ να διανοηθώ τη ζωή μου χωρίς την ακρόαση μουσικής. Και, ναι, υπάρχουν και οι Bog art, το συγκρότημα στο οποίο παίζω μπάσο και τραγουδώ τα τελευταία 23 έτη.

Bog art © Τηλέμαχος Παπαδόπουλος

Πώς φτιάχτηκαν οι Bog art;
Οι Bog art ξεκίνησαν σε ένα υπνοδωμάτιο πολυκατοικίας στην οδό Πιπίνου, το 2003, και συνέχισαν με πρόβες στα Δυτικά Προάστια σε ένα κοντέινερ για σεισμοπαθείς που είχε μετατραπεί σε αυτοσχέδιο στούντιο. Φτιάχτηκαν από την επιθυμία μας να κάνουμε ό,τι και όλα τα συγκροτήματα που αγαπήσαμε, να φτιάξουμε μουσική που θα μπορούμε να αποκαλούμε «δική μας», και μέσω αυτής να εκφράζουμε τις αγωνίες, την αγάπη, την οργή, και τα όνειρά μας. Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, νομίζω ότι το ίδιο προσπαθούμε να κάνουμε...

Οι στίχοι είναι και πάλι αρκετά σκοτεινοί και στο «The Dance Of Broken Promises».
Συνηθίζω να μη γράφω στίχους για τους Bog art όταν είμαι χαρούμενος, αλλά όταν έχω την ανάγκη να αντιμετωπίσω κάτι το οποίο με βασανίζει και μου προκαλεί πόνο. Με αυτόν τον τρόπο έχω μάθει να αυτοθεραπεύομαι και να προχωράω, και μάλιστα όχι μόνος, αλλά μαζί με άλλους δυο ανθρώπους που αγαπώ και προσφέρουν στη μουσική μας ένα κομμάτι του εαυτού τους. Θα τολμήσω, ωστόσο, να πω ότι στους στίχους αυτού του (τέταρτου πια) δίσκου έχω αφήσει περισσότερες χαραμάδες από ποτέ μέσα από τις οποίες εισέρχεται λίγο φως. Αλήθεια, αισθάνομαι πως, σε σχέση με το παρελθόν, υπάρχει περισσότερη ελπίδα στο “Dance Of Brοken Promises”, ακόμη κι αν σύμφωνα με τον Νίτσε, η ελπίδα είναι το χειρότερο κακό, διότι παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων...

Αν και έχεις διαφωνήσει αρκετά με πράγματα που έχει πει κι έχει κάνει ο Nick Cave, υπάρχουν αρκετά στοιχεία της αισθητικής του, των Birthday Party ή και των Crime And The City Solution στο άλμπουμ αυτό…
Ποιος είμαι εγώ για να κρίνω τον Nick Cave, τις πρόσφατες καλλιτεχνικές επιλογές ή τα μπιμπελό και τις παντόφλες που πουλάει… Κάποιοι από τους δίσκους που φέρουν το όνομά του υπήρξαν το φάρμακο που χρειαζόμουν σε διάφορες δύσκολες στιγμές της νεότητάς μου, και νομίζω πως ποτέ δεν θα ξεχρεώσω το καλό που μου έχει κάνει, ακόμη και αν έχω αρκετά χρόνια να ενθουσιαστώ με κάποια νέα κυκλοφορία του.

Τι έφερε ο Λόλεκ σ’ αυτόν τον δίσκο;
Ο Λόλεκ έκανε την ηχογράφηση, την παραγωγή και έπαιξε πλήκτρα, αλλά το κυριότερο είναι ότι στάθηκε κοντά μας από την αρχή, καθοδηγώντας, προτείνοντας καθοριστικές αλλαγές και συμβάλλοντας με την αισθητική και την εμπειρία του στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Χάρη σε αυτόν προσεγγίσαμε με αρκετά διαφορετικό τρόπο τη μουσική μας και τις διαδικασίες ηχογράφησης της, γεγονός που πιστεύω ότι αποτυπώθηκε στα οκτώ κομμάτια του δίσκου.

Τι πιστεύεις για τις δικές του δουλειές;
Αγαπώ τους δίσκους του, κάθε ένας από τους οποίους έχει κάτι το ξεχωριστό και αποτελεί ένα βήμα προς τα εμπρός. Επιπλέον είχα την τύχη να έχω ακούσει συνθέσεις του για διάφορες θεατρικές παραστάσεις, ενώ απόλαυσα τη μουσική που έγραψε ο ίδιος και εκτελέστηκε ζωντανά κατά την προβολή της βωβής ταινίας του 1927 «Ο άνεμος». Ο Γιάννης (ο Λόλεκ) έχει έναν μοναδικό τρόπο να προσαρμόζεται στις ανάγκες του κάθε έργου που αναλαμβάνει κάθε φορά, μελετώντας το σε βάθος και αποφεύγοντας φανατικά τις εύκολες λύσεις. Παρά τα αρκετά χρόνια της δημιουργικής πορείας του στον χώρο διατηρεί φρέσκια ματιά και παραμένει ανήσυχος, αντισυμβατικός, ειλικρινής και αξιοθαύμαστα συνεπής σε κάθε τι που επιχειρεί.

Πόσο full time μπάντα είναι οι Bog Art;
Ο Μάριος ο Γαμπιεράκης, ο Παναγιώτης ο Τρικάτσουλας και εγώ παίζουμε αποκλειστικά στους Bog art κατά το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μας, προβάρουμε κάθε Τετάρτη χειμώνα καλοκαίρι, εξακολουθούμε να γράφουμε νέα μουσική, να την ηχογραφούμε και να την παρουσιάζουμε ζωντανά, και θεωρούμε το συγκρότημα ένα είδος οικογένειας – παρότι ο καθένας μας έχει και από μια κανονική οικογένεια, στην οποία είναι πατέρας και σύντροφος. Αν, λοιπόν, σκεφτώ πόσος ελεύθερος χρόνος απομένει από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις των τριών μας, εμένα μου φαίνεται ότι οι Bog art είναι μια αρκετά full time μπάντα.

Εξακολουθείς να συμπληρώνεις το Κομπ-λεξικό σου;
Ώρες ώρες μου φαίνεται πολύ παράξενο το γεγονός ότι, κάτι το οποίο ξεκίνησε ως αστείο, η προσωπική μου μανία, δηλαδή, να κατασκευάζω διαρκώς νέες λέξεις και να παίζω με το νόημά τους, είναι ενεργό και επεκτείνεται εδώ και μια δεκαετία σχεδόν, παρά το γεγονός ότι το βιβλίο «Κομπλεξικό» (εκδόσεις Νεφέλη, 2016), από όπου όλα ξεκίνησαν, έχει από καιρό εξαντληθεί. Μέσω της ομώνυμης σελίδας στο facebook συνεχίζω να αναζητώ «συνενόχους», με την ελπίδα να μην εξαντληθώ και ο ίδιος, πλάθοντας λέξεις σχολιάζοντας ό,τι με ενοχλεί ή μου προκαλεί το ενδιαφέρον και παρατείνοντας ένα παιχνίδι που βρίσκω αφάνταστα διασκεδαστικό.

© Μάριος Γαμπιεράκης

Νιώθεις περισσότερο συγγραφέας ή μουσικός;
Νιώθω περισσότερο συγγραφέας όταν γράφω, νιώθω περισσότερο μουσικός όταν παίζω με τους Bog art, και μερικές φορές νιώθω απλώς έναν πόνο στη μέση.

Και πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Τι ονειρεύεσαι να κάνεις στο μέλλον;
Θα ήθελα να βρίσκω για καιρό ακόμη ευχαρίστηση στη δημιουργία, διατηρώντας τον ενθουσιασμό ενός παιδιού που παίζει, ακόμη κι αν γνωρίζει ότι χτίζει πύργους από άμμο στην ακροθαλασσιά, αδιαφορώντας για το μοχθηρό γέλιο του κύματος που ακούγεται να πλησιάζει.

Και τι ονειρεύεσαι να γίνει γενικά;
Ελπίζω να μάθουμε οι άνθρωποι να παίρνουμε την απαραίτητη απόσταση από τα προσωπικά μας συμφέροντα, προκειμένου να καταφέρνουμε να παρατηρούμε με καθαρό βλέμμα τον κόσμο, ανεξαρτήτως αν είμαστε απομέσα ή απέξω. Ίσως μόνο έτσι υπάρχει μια περίπτωση να αλλάξουμε προς το καλύτερο πρώτα τον εαυτό μας και έπειτα ένα, μικρό έστω, κομμάτι του κόσμου.

Τι έχουμε στο πρόγραμμα για το επόμενο διάστημα;
Στις 28/3 θα πραγματοποιηθεί η πρώτη βιβλιοπαρουσίαση (ή βιβλιοαπουσίαση) του «Απέξω», στη Βραζιλιάνα στα Πετράλωνα, με τη συνεργασία του βιβλιοπωλείου Μπερλίν. Εκεί, με τη βοήθεια του Μιχάλη Σιγανίδη στο κοντραμπάσο και του Γιώργου Σταυρίδη στα κρουστά, θα παρουσιάσουμε μια μικρή μουσική παράσταση με κείμενα από τα διηγήματα του βιβλίου. Στη συνέχεια θα έχουμε τη χαρά να συζητήσουμε παρέα, εσύ και εμείς, για το περιεχόμενο τους και για ό,τι άλλο φέρει η κουβέντα. Όσον αφορά τα μουσικά, στις 24/4 πρόκειται να εμφανιστούμε με τους Bog art στο ΕΧΑ, παρέα με τους Penny Dreadful και στις 5/6 στη Θεσσαλονίκη με τους Minor Mine.