- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ένα μυθιστόρημα για τη ζωή με τα βιβλία, για τη σκέψη ως κατοικία, και για τους κόσμους που επιμένουν να μένουν ανοιχτοί
Το μυθιστόρημα «Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων» του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη (160 σελίδες, Εκδόσεις Οξύ), κυκλοφορεί στις 23 Μαρτίου. Διαβάστε παρακάτω ένα απόσπασμα — μια αποκλειστική προδημοσίευση για την Athens Voice:
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
Επέστρεψε από το Λονδίνο λίγο πριν την Πρωτοχρονιά. Είχε μείνει εκεί μόλις δέκα μέρες, όσες χρειάζονταν για να ξαναδεί τις κόρες της, να περάσουν μαζί τις γιορτές, να ανταλλάξουν δώρα, ειδήσεις, χαμόγελα.
Όμως το Λονδίνο την πίεζε, αφήνοντάς της την αίσθηση πως όλα κινούνταν με ρυθμούς που δεν της ανήκαν, σαν να βρισκόταν σε μια πόλη όπου η ζωή συνέβαινε δίχως αυτήν. Κανείς δεν την έβλεπε πραγματικά κι αυτό την έκανε να νιώθει σαν να είχε ήδη εξαφανιστεί. Τα κορίτσια της έμεναν σε διαμερίσματα καθαρά, οργανωμένα, με φυτά που έπαιρναν φως από το σωστό παράθυρο και μια ησυχία που έμοιαζε καλλιεργημένη, όχι φυσική. Τις αγκάλιασε και τις φίλησε πολλές φορές. Κι εκείνες ανταπέδωσαν με θέρμη. Αλλά σύντομα ένιωσε πως τα πρόσωπά τους μιλούσαν άλλη γλώσσα.
Κάθισαν σε ένα από τα αγαπημένα τους καφέ – από εκείνα τα προσεκτικά διακοσμημένα με σκηνικό vintage και μνήμες που δεν ανήκουν σε κανέναν. Στους τοίχους, κορνίζες με ασπρόμαυρες φωτογραφίες από περιοχές του Παρισιού και του Μπρούκλιν, και κάτω απ’ αυτές άνθρωποι με λάπτοπ, σε συνεχή επικοινωνία με τόπους που δεν βρίσκονταν εκεί.
Η ατμόσφαιρα βούιζε διακριτικά από γλώσσες που μπλέκονταν: αγγλικά, αραβικά, γαλλικά, κορεατικά. Το σερβίρισμα ήταν μηχανικό, ευγενικό, γρήγορο· σαν κάθε πρόταση να είχε περάσει από πρόβα. Η πολυπολιτισμική συνύπαρξη δεν ήταν πλέον πρόκληση αλλά δεδομένο. Όμως μέσα σ’ αυτή την ευγένεια υπήρχε και μια παράδοξη αμηχανία: τίποτα δεν ανήκε πουθενά, η ζωή συνέβαινε παντού, αλλά κανείς δεν νοιαζόταν.
Μιλούσαν για τη δουλειά, τις σχέσεις, για την πολιτική επικαιρότητα, για το κλίμα, ωστόσο όλα περνούσαν από την οθόνη του τηλεφώνου. Κάθε αναφορά συνοδευόταν από ένα scroll, ένα screenshot, ένα βίντεο ή κάποιο άρθρο που «πρέπει να διαβάσεις». Οι φράσεις τους είχαν την καθαρότητα της ενημερωμένης συνείδησης και την απουσία κάθε νοήματος.
– Το είδες αυτό με τη νέα πλατφόρμα;
– Ποια;
– Αυτή με την ηθική τεχνητή νοημοσύνη. Θα σου στείλω το link.
– Την είδα σε ένα TED talk, νομίζω. Έχει και ελληνικούς υπότιτλους.
– Ναι, ναι, αλλά πρέπει να προσέχεις τι πατάς. Όλα μαρκάρονται πλέον.
Η Σοφία τις κοιτούσε. Πόσο τις αγαπούσε, κι όμως πόσο μακριά βρισκόταν η φωνή τους από το σώμα της. Ήθελε να τις σταματήσει, να πει κάτι αληθινό, αλλά ένιωθε πως έπρεπε πρώτα να τους στείλει το link για να το καταλάβουν. Κι ύστερα πάλι σιωπούσε. Οι λέξεις δεν είχαν θέση χωρίς σύνδεσμο. Ένας σκύλος αλυχτούσε έξω. Ένα παιδί έπεσε με το ποδήλατο. Τα βλέμματα ήταν χαμηλωμένα στα χέρια. Η ζωή είχε μετακινηθεί από τα πρόσωπα μερικά εκατοστά προς τα κάτω, στις παλάμες.
Η μία από τις δύο –η μικρότερη– της χάιδεψε το χέρι:
– Είσαι καλά, μαμά;
– Ναι, ναι, καλά, απλώς...
Δεν είχε λέξη γι’ αυτό που αισθανόταν. Ήταν σαν να παρακολουθεί τη ζωή της από θέση θεατή, όχι επειδή οι κόρες της είχαν αλλάξει, αλλά επειδή ο κόσμος είχε γυρίσει σελίδα χωρίς να τη ρωτήσει.
Η Σοφία ένιωθε πως ο κόσμος είχε αλλάξει βιβλίο. Δεν άλλαζε απλώς κεφάλαιο ή εποχή, είχε διακοπεί και ξαναρχίσει αλλού. Όχι πάνω στη χάρτινη σελίδα αλλά στην επιφάνεια της αφής. Οι κόρες ήταν καλές, μορφωμένες, πολιτισμένες, αλλά το βλέμμα τους δεν ανοιγόταν πια, είχε κατασταλάξει στην ταχύτητα των δεδομένων. Ό,τι δεν φαινόταν στην οθόνη ήταν σαν να μην υπάρχει. Ένιωθε ανάμεσά τους σαν φιγούρα άλλης γενεαλογίας. Σαν να είχε περάσει μέσα από μια εποχή που δεν ζητούσε πλέον καμία εξήγηση. Μιλούσε με φράσεις που χρειάζονταν παύσεις κι έβλεπε στα μάτια τους να μην υπάρχει χρόνος για παύσεις. Ακόμα και η σιωπή τους ήταν ψηφιακή.
Κι όμως, κάποια στιγμή, σαν να τη λύγισε η ίδια η ένταση της σοβαρότητας ή ίσως σαν ν’ άναψε μέσα της ένα παιχνιδιάρικο φως, η μεγάλη τής είπε, μ’ εκείνο το αμφίσημο ύφος που κρύβει αγάπη:
– Μαμά, πρέπει κάποτε να μας πεις σοβαρά: τι ακριβώς συμβαίνει με τον Σαραντηνό;
Η μικρή έβαλε τα γέλια.
– Ναι! Θέλουμε full update. Είναι κάτι μεταξύ μύθου και εκκεντρικής ταινίας. Είσαι μαζί του; Δεν είσαι; Τον αγαπάς; Δεν τον αντέχεις; Τον φροντίζεις ή τον ανέχεσαι;
Η Σοφία χαμογέλασε πλατιά. Ήπιε μια μικρή γουλιά από το κρασί της.
– Τον αγαπάω, απάντησε.
– Ε ρε γλέντια… είπε η μία.
– Αλλά όχι όπως νομίζετε.
– Μα εσείς είστε μαζί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου!
– Δεν είμαστε μαζί, είπε. Είμαστε… κοντά.
– Ωραία. Πολύ βοηθητικό. Δηλαδή αν κάποιος σου έκανε πρόταση γάμου, τι θα του έλεγες;
– Αν ήταν ο Σαραντηνός; Θα του έλεγα να το ξανασκεφτεί.
– Αν ήταν άλλος;
– Θα του έλεγα να πάει στον Σαραντηνό να του εξηγήσει τι εννοεί.
Και οι τρεις έσκασαν σε γέλια, εκείνο το γλυκό, ήσυχο γέλιο που διαλύει για λίγο το βάρος των ετών και κάνει τις μητέρες ξανά φίλες των παιδιών τους. Ο σερβιτόρος πέρασε με τον λογαριασμό. Η μεγάλη πλήρωσε γρήγορα με κάρτα, σχεδόν αθόρυβα. Βγήκαν έξω. Η βραδιά ήταν μαλακή για τα δεδομένα του Λονδίνου. Ομίχλη δεν υπήρχε, αλλά ο αέρας είχε εκείνη την υγρή αδιαφάνεια που κάνει τα φώτα να θολώνουν, να κρέμονται πάνω απ’ τους δρόμους σαν κουρασμένα φανάρια. Περπάτησαν χωρίς βιασύνη.
Από το Σόχο κατηφόρισαν προς το Χόλμπορν. Πέρασαν μπροστά από τον κινηματογράφο Curzon. Μια παρέα έβγαινε σχολιάζοντας το All of Us Strangers. Η Σοφία κοίταξε ασυναίσθητα την αφίσα, σαν να έπαιρνε μαζί της την εικόνα χωρίς να την έχει δει. Περνούσαν γυναίκες μόνες, άντρες με ακουστικά, ποδηλάτες με πράσινα φωτάκια, χαμογελαστοί φοιτητές. Ακούστηκαν δυο αδέσποτες ατάκες στα ιταλικά κι ένας άστεγος που χουχούλιαζε μέσα σ’ ένα παλτό με μια ταμπέλα στα γαλλικά: «Je suis encore là, et toi?»
– Αυτό είναι το Λονδίνο, είπε η μικρή.
– Ναι, είπε η μεγάλη. Ένα μέρος που σε αφήνει να περνάς, αλλά δεν σου ζητά να μείνεις.
Η Σοφία τις κοιτούσε κι ένιωθε περήφανη και ξένη ταυτόχρονα. Ήταν χαρούμενες. Ζούσαν με τον τρόπο τους. Αλλά κάτι βαθύ τις χώριζε. Δεν επρόκειτο για διαφορά απόψεων, αλλά για διαφορά στην ίδια την εμπειρία της ζωής.
Όταν έφτασαν έξω από την πολυκατοικία, μια μοντέρνα κατασκευή με ηλεκτρονικό κωδικό στην είσοδο και φως που άναβε μόλις πλησίαζες, σταμάτησαν μπροστά στο κουδούνι.
– Πάμε, είπε η μεγάλη.
– Έλα, μαμά, πέρασε μέσα, είπε η μικρή και της έδειξε το θυροτηλέφωνο σαν παράσημο.
– Αυτό παθαίνει όποιος αγαπάει, τους απάντησε.
– Καλώς ήρθατε στη γενιά του Wi-Fi και του delivery, κυρία μυθιστόρημα, σχολίασε η μεγάλη γελώντας.
Μπήκαν μαζί και το φως του διαδρόμου έκλεισε πίσω τους χωρίς να το προσέξουν.
Ήξερε πως σύντομα θα έφευγε αλλά και πως έπρεπε πρώτα να επιστρέψει. Όχι από το Λονδίνο. Από τον εαυτό της. Το βράδυ, όταν έμεινε μόνη στο δωμάτιο, έσβησαν όλα. Η μικρή είχε ήδη αποσυρθεί νωρίς, άκουγε ένα audio-book στον καναπέ φορώντας ακουστικά. Η μεγάλη έκανε μια βιντεοκλήση στη φίλη της στη Στοκχόλμη, ψιθυρίζοντας για να μην την ενοχλήσει. Η Σοφία είχε μείνει για λίγο στην κουζίνα. Έπλυνε ένα φλιτζάνι που δεν είχε χρησιμοποιήσει, άνοιξε το ψυγείο χωρίς λόγο, έριξε λίγο νερό στον νεροχύτη.
Στο δωμάτιο, τα πράγματα ήταν καθαρά, τακτοποιημένα, απρόσωπα. Δεν έλειπε τίποτα. Κι όμως, κάτι έλειπε. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, άνοιξε τη βαλίτσα της, βρήκε το παλιό τετράδιο. Το είχε πάντα μαζί της, όχι για να το διαβάζει αλλά σαν μικρό έρεισμα ταυτότητας, ένα είδος εσωτερικού εγγράφου. Το ξεφύλλισε μηχανικά. Οι σημειώσεις από παλιές δίκες. Ονόματα που είχαν περάσει απ’ τη ζωή της και χάθηκαν. Μια υπογράμμιση. Ένα απόκομμα.
Σταμάτησε. Δεν ήταν κάτι συγκλονιστικό, απλώς μια ημερομηνία και δίπλα της ένα νούμερο φακέλου. Κι όμως, ένιωσε ένα ξαφνικό πλάκωμα στο στήθος. Σηκώθηκε. Πλησίασε το παράθυρο. Έξω, η πόλη ήταν σχεδόν ήσυχη. Το Λονδίνο δεν κοιμόταν ποτέ, όμως εκείνη τη στιγμή ακουγόταν σαν να προσποιείται ότι κοιμάται. Το φως από τα απέναντι παράθυρα τρεμόπαιζε σαν αναπνοή άλλων. Γύρισε στο κρεβάτι, έσβησε το φως κι έμεινε έτσι για ώρα με ανοιχτά μάτια. Δεν ένιωθε λύπη. Μόνο μια ελαφριά ανισορροπία, σαν να μην ταίριαζε ακριβώς με τη σιωπή του χώρου. Σαν να μην είχε πού να καθίσει ο εαυτός της.
Για μια στιγμή σκέφτηκε να σηκωθεί, να φορέσει το παλτό και να βγει έξω, να περπατήσει χωρίς σκοπό. Ίσως να χαθεί για λίγο. Ίσως να θυμηθεί. Ίσως να μην επιστρέψει.
Αλλά δεν το έκανε.
Έμεινε εκεί. Ακίνητη.
Και ένιωσε πως είχε έρθει η ώρα να φύγει απ’ αυτή τη μικρή αμηχανία που λέγεται προσωρινότητα.
Όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της δεν ένιωσε αίσθημα επιστροφής. Δεν ένιωσε τίποτα που να μοιάζει με «γυρισμό». Ήταν σαν να μπήκε σε μια φράση που είχε μείνει στη μέση. Το ξύλινο πάτωμα έτριξε ελαφρά κάτω από τις μπότες της. Η μυρωδιά της βιβλιοθήκης, του παλιού χαρτιού και του ανοιχτού καλοριφέρ την τύλιξε σαν μια καθημερινή, γνώριμη συνήθεια, όπως το να βγάλεις τα σκουλαρίκια πριν πέσεις στο κρεβάτι. Τα φώτα ήταν χαμηλωμένα, όπως τα άφηνε πάντα. Στο ράφι, ένα σημειωματάριο είχε γείρει πάνω σε μια στοίβα από φακέλους. Στο ραδιόφωνο έπαιζε ένας σταθμός κλασικής, αλλά χαμηλά, σαν να ζητούσε άδεια.
Ο Βώττης είχε περάσει μία μέρα πριν, είχε φροντίσει για όλα. Ζέστανε τον χώρο, πότισε τα φυτά, άφησε το σπίτι να μοιάζει ότι δεν έλειψε κανείς. Τα παράθυρα είχαν θαμπώσει από τη διαφορά θερμοκρασίας. Έξω έβρεχε απαλά. Μέσα, οι ήχοι της καθημερινότητας ακούγονταν θρασείς μέσα στον χειμώνα: ο σωλήνας του καλοριφέρ, ένα σκονισμένο ρολόι τοίχου που χτυπούσε με νευρικότητα τα λεπτά, η αναπνοή του χώρου όπως συμβαίνει στα σπίτια που μένουν μόνα για λίγο.
Όλα της έλεγαν: εδώ δεν έλειψες.
Δεν τηλεφώνησε στον Σαραντηνό. Δεν είχε νόημα. Ήξερε ότι ήταν πάντα εκεί. Δεν ήταν ανάγκη να τον δει αμέσως. Την περίμενε, όπως την περίμενε πάντα.
Δυο μέρες αργότερα, ανέβηκε στο σπίτι του. Δεν κρατούσε τίποτα, εκτός από ένα μικρό τετράδιο που είχε αγοράσει σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο στο Σόχο. Στην πρώτη σελίδα είχε γράψει μια φράση που άκουσε από μια περαστική γυναίκα στο μετρό: «Δεν χρειάζεσαι λόγο για να είσαι εκεί. Αρκεί να μη φεύγεις χωρίς να πεις γιατί». Του το άφησε πάνω στο τραπέζι χωρίς κουβέντα.
Ο Σαραντηνός ήξερε πια να διαβάζει σιωπές. Της έβαλε ένα ποτήρι κρασί. Καθίσανε δίπλα δίπλα, όπως τόσες φορές. Χωρίς λόγια. Η συντροφικότητά τους είχε ξεπεράσει την ανάγκη, είχε υπερβεί την έλξη, είχε μεταλλαχτεί σε συνύπαρξη. Και το ήξεραν κι οι δυο.
– Πώς ήταν το Λονδίνο; τη ρώτησε κάποια στιγμή, μόνο και μόνο για ν’ ακούσει τη φωνή της.
– Όμορφα. Οι μικρές μεγαλώνουν. Και η πόλη μικραίνει, είπε η Σοφία.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή, μετά συμπλήρωσε:
– Δεν μπορώ να με φανταστώ αλλού. Ούτε να ζω αλλού. Πήγα, χάρηκα, είδα. Αλλά εδώ… εδώ είναι αυτό που συνεχίζεται.
Ο Σαραντηνός κοίταξε προς τη βιβλιοθήκη του. Ύστερα της είπε ήρεμα:
– Οι άνθρωποι επιστρέφουν πάντα εκεί όπου είναι ανοιχτό το βιβλίο τους. Εσύ δεν το είχες κλείσει ποτέ.
Η Σοφία τον κοίταξε όπως κοιτάμε τον μόνο άνθρωπο στον οποίο μπορούμε να πούμε την αλήθεια χωρίς να χρειαστεί να την υπερασπιστούμε.
– Ξέρεις… όταν περπατούσα στους δρόμους του Λονδίνου, δεν μπορούσα να μη θαυμάσω την ψυχραιμία στους ανθρώπους που έμοιαζαν να ξέρουν τι κάνουν, πού πάνε, πώς να κινούνται χωρίς να ενοχλούν. Αλλά όσο τους παρατηρούσα ένιωθα πως όλα αυτά γίνονταν από συνήθεια. Τα φανάρια άλλαζαν με συνέπεια, οι πεζοί προχωρούσαν χωρίς να κοιταχτούν, οι διαδρομές ολοκληρώνονταν χωρίς αφή. Κανείς δεν με ήξερε. Κανείς δεν μ’ ακουμπούσε πραγματικά. Η πόλη έμοιαζε να λειτουργεί αλλά χωρίς να φροντίζει, σαν να είχε ξεχάσει να είναι ανθρώπινη. Και τότε σκέφτηκα: εδώ, στην Αθήνα, μπορεί όλα να είναι σπασμένα, άναρχα, τσαλακωμένα· αλλά εδώ… έχω πρόσωπο. Κι αυτό δεν θέλω να το χάσω.
Ο Σαραντηνός δεν είπε τίποτα. Της άπλωσε μια κουβέρτα. Τη σκέπασε αθόρυβα όπως σκέπαζε τη σκέψη του. Εκείνο το βράδυ δεν έμεινε μαζί του. Του φίλησε το μέτωπο κι έφυγε. Αλλά είχε επιστρέψει. Πραγματικά. Όχι στο σπίτι του – στον χώρο που της είχε παραχωρήσει μέσα του χωρίς καμία απαίτηση.
Ο Βώττης, την επομένη, της άφησε ένα μήνυμα: «Χαίρομαι που είσαι πάλι στην ίδια θέση. Ο κόσμος αλλάζει πιο εύκολα απ’ ό,τι ο Βασίλης. Μην του το πεις, αλλά σ’ αγαπάει με τον τρόπο που αντέχει και μόνο έτσι κρατιούνται τα πράγματα».
Η Σοφία χαμογέλασε. Δεν χρειαζόταν καμία ομολογία. Η θέση της ήταν ήδη κρατημένη.
* * *
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Ένα σπίτι στην Αθήνα μετατρέπεται σε χάρτη ιδεών, μνήμης και εμμονών. Ο Βασίλης Σαραντηνός χτίζει επί δεκαετίες μια βιβλιοθήκη που λειτουργεί ως καταφύγιο, εργαστήριο σκέψης και σκηνή. Κάθε ράφι αφηγείται μια ιστορία, κάθε συγγραφέας ανοίγει έναν κόσμο, κάθε ταξινόμηση κρύβει μια ηθική επιλογή. Ανάμεσα σε πρόσωπα του παρελθόντος και του παρόντος, σε φιλίες, συναντήσεις και εσωτερικούς διαλόγους, η λογοτεχνία αποκτά υλικό σώμα και καθημερινή παρουσία. Η πόλη, η πολιτική, ο χρόνος και η προσωπική ευθύνη διασταυρώνονται σε μια αφήγηση στοχαστική και αισθησιακή: ένα μυθιστόρημα για τη ζωή με τα βιβλία, για τη σκέψη ως κατοικία, για τους κόσμους που επιμένουν να μένουν ανοιχτοί.
O ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης γεννήθηκε στην Τήνο το 1959. Είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος με σταθερή και πολυετή παρουσία στον χώρο των γραμμάτων και των εκδόσεων. Από το 2005 διατηρεί τις εβδομαδιαίες στήλες για το βιβλίο και την ιστορία στην εφημερίδα Το Ποντίκι. Παράλληλα, αρθρογραφεί ως βιβλιοκριτικός στην ηλεκτρονική εφημερίδα Liberal.gr, ενώ συνεργάζεται και με το πολιτιστικό περιοδικό The Book’s Journal. Το έργο του κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνία, το δοκίμιο και τη δημόσια ιστορία, με σταθερό ενδιαφέρον για τη μνήμη, την ταυτότητα και τη σχέση του παρελθόντος με τις σύγχρονες αγωνίες. Βιβλία: «Μια κοινή περιπέτεια του σώματος» (1989), «Γυναικωνίτης» (1995), «Η μέρα άρχισε με το αλεύρι» (2001), «Οι καλύτερες μέρες» (2007), «Από στήθους» (2009), «Αθήνα, Η μυθολογία μιας πόλης» (2015), «Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας» (2020), «Το λευκό κουστούμι» (2022), «Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα» (2024), «Δέκα ομόφυλα ζευγάρια από τον κόσμο των μύθων» (2025), «Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων» (2026).