Βιβλιο

Η Ραφαέλα Σταματάκη, ο Γιώργος Νταής και ο Γιώργος Χαριτάτος μιλούν για τις πρώτες ποιητικές συλλογές τους

Τα βιβλία «Σατωρέ», «Το κλουβί της μέλισσας» και «Πρώτη ύλη» κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν

A.V. Guest
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ραφαέλα Σταματάκη, Γιώργος Νταής, Γιώργος Χαριτάτος: Τρεις πρωτοεμφανιζόμενοι ποιητές συστήνονται στο αναγνωστικό κοινό


Μιλήστε μας για το πρώτο σας βιβλίο.

Ραφαέλα Σταματάκη: Το πρώτο μου βιβλίο είναι μια καταγραφή της ερωτικής εμπειρίας ως μεταμόρφωσης· ως μιας κατάστασης που δεν αφορά μόνο τη συνεύρεση, αλλά και τη ρωγμή που αυτή αφήνει πίσω της. Ο έρωτας εδώ δεν λειτουργεί λυτρωτικά· εμπεριέχει τη μοναξιά, σχεδόν την γεννά. Ο τίτλος του βιβλίου, «Σατωρέ», είναι ο έρωτας γραμμένος αντίστροφα. Ήθελα από τον ίδιο τον τίτλο να υπονοηθεί αυτή η ανατροπή: δεν μιλώ για τον έρωτα όπως τον έχουμε συνηθίσει μέσα από τις αφηγήσεις ή τις εξιδανικεύσεις, αλλά για την ανάποδη όψη του. Για εκείνη που συνυπάρχει με την οδύνη, που αγγίζει το πένθος, που στέκεται λίγο μετά την έκσταση. Είναι η στιγμή που πιστεύεις πως κρατάς τον κόσμο στα χέρια σου και, σχεδόν αθόρυβα, μένεις μόνο με το αποτύπωμά του.

Γιώργος Νταής: Πρόκειται για μια συλλογή ποιημάτων τα οποία έχουν επιλεχθεί από ένα ευρύτερο σύνολο ποιημάτων που έχω γράψει τα τελευταία χρόνια. Είναι χαρά μου που πλέον υπάρχει στα βιβλιοπωλεία και μπορώ να το μοιραστώ με το αναγνωστικό κοινό.

Γιώργης Χαριτάτος: Η «Πρώτη ύλη» είναι η πρώτη μου ποιητική συλλογή και, με έναν τρόπο, μια απόπειρα να καταγράψω τις βασικές δυνάμεις που διαμορφώνουν την ανθρώπινη εμπειρία και που απορρέουν από την προσωπική μου φαρέτρα. Το βιβλίο κινείται ανάμεσα σε τρεις άξονες: τον μύθο, τον έρωτα και την κοινωνική πραγματικότητα. Στην πρώτη ενότητα οι μυθολογικές μορφές επανεξετάζονται μέσα από μια σύγχρονη ματιά. Είναι αυτή η τεράστια μεταμορφωτική λειτουργία του μύθου ως εργαλείου της Συγκριτικής Φιλολογίας, που πάντα με γοήτευε· στη δεύτερη ενότητα ο λόγος γίνεται πιο ερωτικός και προσωπικός, ενώ η γραφή σωματοποιείται αγγίζοντας το γήινο αίσθημα ενός ζωντανού οργανισμού· στην τρίτη ενότητα η γραφή μου στρέφεται προς το συλλογικό και το κοινωνικό βίωμα, τη μοναξιά του σύγχρονου υποκειμένου, ενώ συχνά τα ποιήματα λαμβάνουν αυτοαναφορικές διαστάσεις. Ανάμεσα στα ποιήματα παρεμβάλλονται και μικρά πεζά κείμενα, σαν στιγμές ανάσας ή μικρές αφηγηματικές παύσεις. Με ενδιέφερε η συλλογή να λειτουργεί σαν ένα πεδίο, όπου διαφορετικές μορφές λόγου συναντιούνται, αλλά όλες προέρχονται από την ίδια «πρώτη ύλη»: την εμπειρία, τη μνήμη, το σώμα και τη γλώσσα.

Για να πείσετε κάποιον να αγοράσει το βιβλίο σας, τι θα του λέγατε;

Ρ.Σ.: Δεν ξέρω αν θα προσπαθούσα να πείσω κάποιο άτομο να το αγοράσει. Η ποίηση, νομίζω, βρίσκει μόνη της εκείνο το άτομο που την χρειάζεται. Αν κάποιο άτομο έχει νιώσει έστω μία φορά ότι ο έρωτας μπορεί να τ@ απογειώσει και ταυτόχρονα να τ@ απογυμνώσει, τότε ίσως βρει μέσα σε αυτές τις σελίδες κάτι οικείο. Αν όμως έπρεπε να πω κάτι, θα έλεγα πως το «Σατωρέ» είναι ένα βιβλίο για τον έρωτα όταν αρχίζει να αντιστρέφεται μέσα μας. Όταν από υπόσχεση γίνεται ερώτημα. Όταν η πληρότητα αφήνει πίσω της μια σιωπή που δεν ξέρεις πώς να διαχειριστείς.

Γ.Ν.: Θα ήταν αδόκιμο να προσπαθήσω να πείσω κάποιον να αγοράσει το οποιοδήποτε βιβλίο. Θεωρώ πως το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσει κάποιος θα πρέπει να είναι κατόπιν ανάγκης να μπει στον κόσμο του εκάστοτε συγγραφέα. Αυτό που θα πρότεινα σε κάθε αναγνώστη είναι να το ξεφυλλίσει και αν μέσα διαβάσει κάτι που του δημιουργήσει την επιθυμία να το διαβάσει, τότε θα ξέρει πως το βιβλίο αυτό έχει γραφτεί για αυτόν.

Γ.Χ.: Δεν θα του έλεγα ότι «πρέπει» να αγοράσει το βιβλίο μου. Ποτέ μου, άλλωστε, δεν με αντιπροσώπευε αυτή η δεοντολογική χρήση της γλώσσας. Η ποίηση δεν γράφεται για να πείσει, αλλά για να συναντήσει κάποιον την κατάλληλη στιγμή. Θα του έλεγα, όμως, ότι η «Πρώτη ύλη» είναι ένα βιβλίο που προσπαθεί να κοιτάξει τον κόσμο χωρίς προστατευτικά φίλτρα, εκεί όπου ο μύθος συναντά την καθημερινότητα, ο έρωτας τη φθορά, το σώμα τη δύναμη και η προσωπική εμπειρία την κοινή ανθρώπινη μοίρα, αυτή των συλλογικών τραυμάτων, της αδυναμίας επικοινωνίας, των συμβολικών θανάτων. Αν κάποιος αναγνώστης πιστεύει ότι η ποίηση μπορεί ακόμη να μάς συγκινήσει ή να μάς ωθήσει να δούμε αλλιώς κάτι που θεωρούσαμε αυτονόητο, τότε ίσως αυτό το βιβλίο αξίζει να βρεθεί στα χέρια του. Άλλωστε, η ποίηση δεν είναι μια πολυτέλεια της γλώσσας, αλλά ένας σπουδαίος τρόπος να θυμόμαστε ότι κάτω από τις λέξεις υπάρχει ακόμη ζωή.

Περιγράψτε μας τον τρόπο που δουλέψατε για τη συγγραφή του βιβλίου σας;

Ρ.Σ.: Η συγγραφή του βιβλίου δεν έγινε με οργανωμένο πλάνο. Τα περισσότερα ποιήματα προέκυψαν από στιγμές έντασης – σαν να έπρεπε πρώτα να βιώσω κάτι και ύστερα να το αποτυπώσω πριν χαθεί. Υπήρχαν φορές που περίμενα με αγωνία να επιστρέψω στο σπίτι για να γράψω, σχεδόν σαν να φοβόμουν ότι το συναίσθημα θα ξεθωριάσει αν δεν το προλάβω. Η γραφή λειτουργούσε για μένα σαν τρόπος διατήρησης, αναβίωσης και επιστροφής σε ένα καταφύγιο χτισμένο με δικούς μου όρους. Ήθελα να κρατήσω την αίσθηση ζωντανή, να μπορώ να επιστρέφω σε αυτήν, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα είχε ήδη αλλάξει. Ίσως γι’ αυτό τα ποιήματα κουβαλούν αυτή την ένταση – γεννήθηκαν από την ανάγκη να μη χαθεί κάτι που ήδη απομακρυνόταν.

Γ.Ν.: Τα ποιήματα αυτά έχουν γραφτεί σε διάφορες χρονικές καταστάσεις και σε διάφορες συνθήκες. Γράφω μόνο όταν νιώσω την επιθυμία πως έχω κάτι να πω. Στο τέλος όταν ένιωσα πως έχω ένα επαρκές σύνολο που με ικανοποιούσε αποφάσισα να επιλέξω εκείνα που θεωρούσα πως έπρεπε να εκδοθούν.

Γ.Χ.: Η συγγραφή δεν έγινε με γραμμικό τρόπο. Πολλά από τα ποιήματα γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους της ζωής μου σε ένα χαρτί ή, πιο συνηθισμένα, στις σημειώσεις του κινητού μου. Αργότερα, συνειδητοποίησα πως άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους. Η πραγματική δουλειά ξεκίνησε όταν προσπάθησα να δω το σύνολο: ποια ποιήματα ανήκουν στον ίδιο κόσμο, ποια δημιουργούν έναν εσωτερικό διάλογο. Συχνά επιστρέφω πολλές φορές σε ένα ποίημα, αφαιρώντας ή μετακινώντας λέξεις μέχρι να βρεθεί η ισορροπία ανάμεσα στην εικόνα και τον ρυθμό, αν και συνήθως αποφεύγω να δουλεύω σαν ποιητής του εργαστηρίου. Η διαδικασία είναι περισσότερο μια άσκηση ακρόασης: προσπαθώ να ακούσω αν το ποίημα έχει βρει τον δικό του εσωτερικό τόνο. Επειδή, μάλιστα, λόγω των σπουδών μου έχω μελετήσει εις βάθος πολλά επιστημονικά και ακαδημαϊκά βιβλία, αυτή η συγγραφή μου προσέφερε μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας, επιστροφής στις ρίζες της προσωπικής μου ιθαγένειας, πηγαίο αυθορμητισμό, προσέχοντας, ωστόσο, να ξεδιπλώνεται μια ιστορία και να γεννιέται μια συγκροτημένη εικόνα, ακόμα και στα σημεία που ο λόγος γίνεται είτε πολύ ρευστός είτε πολύ πυκνός.

Διαβάζετε άλλους συγγραφείς, Έλληνες και ξένους; Ποια βιβλία αποτέλασαν οδηγοί για την πρώτη σας συγγραφική δουλειά;

Ρ.Σ.: Διαβάζω κυρίως Έλληνες και Ελληνίδες ποιητές και ποιήτριες. Για μένα η ανάγνωση είναι κρίσιμο κομμάτι της καθημερινότητάς μου – σχεδόν ζήτημα ψυχικής επιβίωσης. Είναι το προσωπικό μου καταφύγιο, ένας τρόπος να παραμένω σε εγρήγορση, να γεννώ εικόνες που κάποια στιγμή μπορούν να μετατραπούν σε λόγο ή να ντύνω σκηνές της καθημερινής ζωής. Από την ελληνική ποίηση με έχει επηρεάσει η γραφή της Κατερίνας Γώγου, της Μαρίας Λαϊνά και της Μάτσης Χατζηλαζάρου – κυρίως η εσωτερικότητα, ο ωμός ερωτισμός και η λεπτή ένταση που υποβόσκει στους στίχους τους. Ο Νίκος Καββαδίας με έχει επηρεάσει στον τρόπο που μετατρέπει τη νοσταλγία σε σχεδόν σωματική εμπειρία. Διαβάζω πολύ Κώστα Καρυωτάκη· με έχει επηρεάσει η υπόγεια μελαγχολία και η αίσθηση του αδιεξόδου που διατρέχει τον λόγο του. Δεν περνά σχεδόν μέρα που να μη διαβάσω Τίτο Πατρίκιο – με ενδιαφέρει η λιτότητα και η καθαρή του διατύπωση, το πώς τέσσερις απλές λέξεις στη σειρά μπορούν να προκαλέσουν ένταση. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης με συγκινεί για την εύθραυστη τρυφερότητα του λόγου του. Δεν ξέρω αν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «οδηγοί». Περισσότερο υπήρξαν και παραμένουν βιβλία που με συντρόφευσαν σε διαφορετικές φάσεις και με βοήθησαν να διαμορφώσω τον λόγο μου. Υπάρχουν τρία βιβλία που κουβαλώ σχεδόν πάντα μαζί μου: το «Ο πειρασμός της νοσταλγίας» του Τίτου Πατρικίου, το «Νόστος» της Κατερίνας Γώγου και ο «Ρόδινος» Φόβος της Μαρίας Λαϊνά.

Γ.Ν.: Διαβάζω αρκετά όσο μου επιτρέπει ο χρόνος από τις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις. Εμπνευστές μου θα μπορούσα να πω πως αποτέλεσαν ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Γιάννης Ρίτσος και ο Γιάννης Αγγελάκας. Αλλά είναι και πολλοί άλλοι που σίγουρα με έχουν επηρεάσει. Όσον αφορά τα πεζά κείμενα αγαπημένος μου συγγραφέας είναι ο Μ. Καραγάτσης. Σίγουρα όμως η λίστα είναι μεγάλη και δεν τελειώνει ποτέ.

Γ.Χ.: Η ανάγνωση ήταν πάντα καθοριστική για τη σχέση μου με τη γραφή. Έχοντας σπουδάσει Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Πατρών, με ειδίκευση τόσο στη νεοελληνική όσο και στην κλασική φιλολογία, είχα την ευκαιρία να έρθω σε συστηματική επαφή με διαφορετικές περιόδους της ελληνικής γραμματείας αλλά και με σημαντικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτή η διπλή ματιά –από την αρχαία γραμματεία έως τη σύγχρονη ποίηση– επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι τη γλώσσα και τον ρόλο του μύθου στη σημερινή γραφή. Αγαπημένοι μου είναι οι ποιητές των μεταπολεμικών γενιών. Ο Νίκος Καρούζος που έγραφε αυτοσχέδια ποιήματα σε χαρτοπετσέτες, ο Πρατικάκης με τις αναφορές στα ζώα και το ανθρώπινο σώμα, η Παπαδάκη με τις Περσεφόνες της και τις Σαλώμες του διαστήματος, ο Ρίτσος με τους στίχους του πάνω σε πακέτα τσιγάρων, η Γουλφ με την τερατώδη αναζήτηση της ιδιοσυστασίας του γυναικείου κοσμοειδώλου, Ο Γουάιλντ –ίσως ο λίγο πιο αγαπημένος μου– με το μανιφέστο του αισθητισμού, ο Σοφοκλής με την απαράμιλλα πολιτική του Αντιγόνη, ο Καβάφης με την πλουταρχική ηθοποιία και την ιδεολογική, πολιτισμική –ακόμα και θρησκευτική, όπως στον «Μύρη εν Αλεξανδρεία, 340 μ.Χ.»– ετερότητα. Μα και οι άγνωστοι συγγραφείς. Άγνωστοι, γιατί δεν έχουν εκδώσει, δεν ξέρουν καν τι σημαίνει τυπογραφική διάταξη σε ένα βιβλίο, αλλά γράφουν σε ένα χαρτί τις σκέψεις ενός τρελού και, στο τέλος, τούς πέφτει από την τσέπη, για να το βρω εγώ τσαλαπατημένο έξω από μια καφετέρια. Σε ένα σημείο έγραφε: «Πώς είναι να συμπυκνώνεις μια ζωή; Γελοία ερώτηση, σαν εβαπορέ αμαρτία, σαν ζαχαρούχο γάλα που αντλεί τη ρευστότητά του από ένα λίτρο νερό. Στο τέλος ξερνάς, άνθρωπε». Παράλληλα, η σχέση μου με άλλες μορφές τέχνης διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό την αισθητική μου. Από τα δώδεκά μου χρόνια ασχολούμαι με το θέατρο, εμπειρία που μου έδωσε μια βαθύτερη αίσθηση της φωνής, του ρυθμού και της δραματικής έντασης μέσα στον λόγο. Έχω, επίσης, συμμετάσχει σε ταινίες μικρού μήκους, στοιχείο το οποίο με έφερε πιο κοντά στη γλώσσα της εικόνας και στον τρόπο με τον οποίο μια σκηνή ή μια λεπτομέρεια μπορεί να αφηγηθεί μια ολόκληρη ιστορία. Έτσι, η ποίηση για μένα δεν γεννήθηκε μόνο από τη λογοτεχνική ανάγνωση, αλλά και από αυτή τη συνεχή συνομιλία ανάμεσα στη γλώσσα, το σώμα, τη σκηνή και την εικόνα.

Ποια ήταν η εμπειρία σας μέχρι την έκδοση του βιβλίου σας;

Ρ.Σ.: Ήταν μια σημαντική απόφαση για μένα την οποία την σκεφτόμουν καιρό αλλά δίσταζα στην ιδέα ότι το προσωπικό μου βίωμα θα σταματήσει να μου ανήκει αποκλειστικά. Το να γράφεις είναι μια μοναχική πράξη· το να αποφασίζεις να εκδώσεις αυτό που έγραψες είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Επιπλέον η σχέση της τέχνης με την μαζική κουλτούρα και την εμπορευματοποίηση είναι ένα θέμα που με απασχολεί αρκετά οπότε πολλές φορές αμφιταλαντεύτηκα για το αν η απόφαση μου είναι σωστή. Ωστόσο συνειδητοποίησα πως όταν ένα κείμενο μένει κρυμμένο, χάνει την δυνατότητα να συναντήσει κάποιο άτομο το οποίο μπορεί να ταυτιστεί, να επηρεαστεί ή ακόμα και να σκεφτεί να κάνει το ίδιο, δηλαδή να εκφραστεί. Παράλληλα, η συνεργασία με τους ανθρώπους του εκδοτικού οίκου με βοήθησε να νιώσω σίγουρη για την απόφαση μου και όταν  είδα το τελικό αποτέλεσμα ήμουν πλέον σίγουρη για την απόφαση αυτή.

Γ.Ν.: Η εμπειρία μου ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη. Για τον τρόπο της συγγραφής σας μίλησα και προηγουμένως. Όσον αφορά την διαδικασία της έκδοσης, από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκα με τους εκδότες μου η διαδικασία κύλησε όμορφα και στρωτά.

Γ.Χ.: Η πορεία μέχρι την έκδοση ήταν για μένα κυρίως μια περίοδος ωρίμανσης του υλικού. Υπήρξαν πολλές επανεξετάσεις, επιλογές και απορρίψεις ποιημάτων μέχρι να διαμορφωθεί η τελική μορφή της συλλογής. Η συνεργασία μου με τις εκδόσεις Βακχικόν ήταν παραπάνω από εξαιρετική. Έτσι κι αλλιώς, θεωρώ πως η έκδοση ενός πρώτου βιβλίου είναι μια ιδιαίτερη στιγμή: από τη μία υπάρχει η χαρά ότι κάτι πολύ προσωπικό βρίσκει τον δρόμο του προς τους αναγνώστες· από την άλλη, η συνειδητοποίηση ότι από εκείνη τη στιγμή το βιβλίο παύει να ανήκει αποκλειστικά στον δημιουργό του και αρχίζει τη δική του πορεία μέσα στους άλλους. Όπως συνηθίζω να λέω, η «Πρώτη ύλη» είναι το πρώτο μου παιδί.