Βιβλιο

Λάουρα Τσβιέρτνια: «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς»

Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Loggia

Κυριάκος Αθανασιάδης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Νέοι τίτλοι που ξεχωρίζουν, προτάσεις που αξίζουν τον χρόνο σας, κείμενα για το βιβλίο και την ανάγνωση

Λάουρα Τσβιέρτνια, «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς» (μετάφραση Βασίλης Κωστόπουλος, 264 σελίδες, Εκδόσεις Loggia)

Το ντεμπούτο της Γερμανίδας Τσβιέρτνια είναι εντυπωσιακό, και —αν μας επιτρέπεται να το πούμε έτσι— αναπάντεχο. Ένα πολύ σύγχρονο, πολύ σημερινό μυθιστόρημα, που ξαφνικά μιλά για τη μετανάστευση, για τις δυσκολίες της ενσωμάτωσης, για τον ρατσισμό και το τραύμα του ξένου, του ανθρώπου που δεν ανήκει πουθενά — ένα συχνά σιωπηλό τραύμα που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά σαν καταραμένο κειμήλιο. Μιλά βέβαια και για τη μνήμη, όταν υπάρχει και όταν αποκαλύπτεται, για τις οικογενειακές διαδρομές, για την απώλεια και το πένθος, για την κοινωνική θέση και την αυτοαντίληψη, για τις ρίζες και το αποσιωπημένο παρελθόν.

Όλα αυτά, μέσα από την ιστορία της Κάρλας, μιας νεαρής γυναίκας που μεγαλώνει στη Βρέμη, στην υποβαθμισμένη συνοικία Μπρέμεν-Νορντ. Η Κάρλα προσπαθεί να προσδιορίσει την ταυτότητά της ανάμεσα σε δύο κόσμους, καθώς ο πατέρας της είναι Αρμένιος από την Τουρκία και η μητέρα της Γερμανίδα. Κάπου εκεί λοιπόν, κάπου μακριά, υπάρχει μια άγνωστη πατρίδα. Ούτε η Κάρλα την ξέρει, ούτε ο πατέρας της. Τι μπορεί να τους προσφέρει ένα ταξίδι εκεί; Τι θα κερδίσουν αν επιλέξουν να το κάνουν — και τι θα χάσουν;

Καθώς, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, περιγράφεται παράλληλα και η καθημερινότητα των μεταναστών στη Γερμανία τις προηγούμενες δεκαετίες, το βιβλίο θα μιλήσει πολύ έντονα στους Έλληνες αναγνώστες. Ωραίο βιβλίο, μια δυνατή σπουδή πάνω στη μνήμη και τη σημασία τού να γνωρίζει κανείς την προσωπική του ιστορία αν θέλει να προχωρήσει στο μέλλον. Εντυπωσιακή η μετάφραση του Βασίλη Κωστόπουλου.

  • Διαβάστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

Στο δωδέκατο λεπτό της ταινίας, η Καρλότα λούφαξε ακόμα βαθύτερα στον καναπέ της. Μπρος της ένα αγόρι καθόταν ανακούρκουδα μέσα σε μια τρύπα στο δάσος. Ένας άντρας το παρακολουθούσε μέσα από τον φεγγίτη μιας στέγης. Ξαφνικά οι κουρτίνες στο σαλόνι φάνηκαν πιο σκοτεινές απ’ ό,τι συνήθως, η απόσταση ανάμεσα στους τοίχους μίκρυνε υπερβολικά και η πόρτα φάνηκε σαν να έπεφτε πολύ μακριά. Η Καρλότα θα προτιμούσε καλύτερα να αποστρέψει το βλέμμα της, ήξερε όμως ότι την παρατηρούσε ο Έμρε. Οπότε ανάγκασε τον εαυτό της να συνεχίσει να παρακολουθεί. Τότε όμως, στο τριακοστό όγδοο λεπτό, ο φεγγίτης άνοιξε, ένα χέρι με ασημένια δαχτυλίδια ωθούνταν αργά προς τα κάτω, πλησίαζε το αγόρι. Η Καρλότα ένιωσε κάτι να τη σφίγγει γύρω από τον λαιμό. Έκλεισε τα μάτια. Την ίδια στιγμή άκουσε γέλια δίπλα της, κοροϊδευτικά και τσιριχτά. Και τη φωνή της Όλγκα. Φώναξε τόσο δυνατά, που έπνιξε ακόμα και τα ουρλιαχτά της ταινίας. «Ο Καρλ Ότο έχει χεστεί πάνω του!»

Δίχως δεύτερη σκέψη η Καρλότα πετάχτηκε πάνω, άρπαξε την τσάντα της και έτρεξε προς την πόρτα. Άκουσε τη Νίσα να φωνάζει το όνομά της. Και την Όλγκα να λέει: «Κάτσε, ρε συ, και τι θες να κάνω που η Γερμανίδα ξαδελφούλα σου είναι μια φοβητσιάρα;» Μετά οι φωνές κόπασαν. Τώρα στεκόταν στον δρόμο με λεπτά κορδόνια και χωρίς το πανωφόρι της. Έτρεξε στη στάση του λεωφορείου και κοίταξε τα δρομολόγια. Το τελευταίο λεωφορείο είχε κιόλας περάσει, το επόμενο θα περνούσε σε σαράντα τρία λεπτά. Γαμώ το Μπρέμεν-Νορντ, σκέφτηκε η Καρλότα, γαμώ την Όλγκα, γαμώ και τη Νίσα. Για να φτάσει σπίτι θα έπρεπε να περπατήσει τουλάχιστον ένα μπλοκ, εκτός αυτού σουρούπωνε και είχε ήδη ξυλιάσει χωρίς μπουφάν. Δεν υπήρχε περίπτωση να επιστρέψει από τώρα σπίτι. Και τι να κάνει, να περιμένει; Σκέφτηκε την ταινία και τα χέρια των άλλων. Τα μπράτσα της ανατρίχιασαν. Δεν είχε άλλη εναλλακτική από το να τηλεφωνήσει στον τελευταίο άνθρωπο που θα ήθελε να δει εκείνη τη στιγμή. Δέκα λεπτά αργότερα ένα ταξί σταμάτησε δίπλα στη στάση του λεωφορείου, από μέσα ακουγόταν ρέγκε μουσική. Ακούστηκε πιο δυνατά μάλιστα όταν ο οδηγός κατέβασε το παράθυρο. «Πού επιθυμεί να πάει η νεαρή κυρία;» Εκείνη άνοιξε αμίλητη την πόρτα και έκατσε στο πίσω κάθισμα. Ο πατέρας της την παρακολουθούσε από τον καθρέφτη. «Τι μούτρα είναι αυτά που έχεις;» Χαμήλωσε τη μουσική. «Πήγαινέ με σε παρακαλώ σπίτι». Η Καρλότα κοίταξε επιδεικτικά έξω από το παράθυρο. Εκείνος πάτησε γκάζι, έψαχνε όμως από τον καθρέφτη τα μάτια της. «Τι σου συμβαίνει, Καρλότα;» Εκείνη τη στιγμή φούντωσε πάλι ο θυμός της, αυτός που τόσο τακτικά την κατέκλυζε από το στομάχι μέχρι το κεφάλι όταν συναντούσε τον πατέρα της. «Και να σου πω, θα καταλάβεις;» του φώναξε. Από το πρόσωπο του πατέρα της χάθηκε κάθε χαρούμενο ύφος, αυτή όμως συνέχισε. «Πότε θα το καταλάβεις επιτέλους ότι με λένε Κάρλα;» «Καρλότα, για στάσου!» Τώρα ανέβασε και εκείνος τον τόνο της φωνής του. Μόνο που αυτή δεν άκουγε πλέον τι της έλεγε. Αυτός, το ταξί, ο δρόμος εξαφανίστηκαν πίσω από τα δάκρυα. Καυτά και αδιάκοπα, ακριβώς όπως τότε, που ήταν μικρούλα και η Νίσα τη δάγκωσε στο χέρι.

  • Νά και το οπισθόφυλλο:

Τα παιδιά από τις εργατικές πολυκατοικίες στα βόρεια της Βρέμης γνωρίζουν πως οι οικογένειές τους κατάγονται από την Τουρκία, τη Ρωσία, την Αλβανία. Με την Κάρλα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η γιαγιά της, η Μαριάμ, ήρθε από την Ισταμπούλ ως μετανάστρια εργάτρια τη δεκαετία του ’60. Έχει αρμενικές ρίζες, αλλά κανείς στην οικογένεια δεν μιλάει ανοιχτά γι’ αυτό. Όταν η Μαριάμ πεθαίνει, η Κάρλα ανακαλύπτει στο συρτάρι της ένα σημείωμα με ένα γυναικείο όνομα, ένα βραχιόλι και μια διεύθυνση στην Αρμενία. Η Κάρλα θα πείσει τον πατέρα της να ταξιδέψουν μαζί σε μια πατρίδα που κανείς από τους δυο τους δεν έχει επισκεφθεί. Ακολουθώντας το νήμα της οικογενειακής της ιστορίας, η Κάρλα ανακαλύπτει μια Ανατολή εξωτική και άγρια. Τη γενοκτονία των Αρμενίων, την καταστροφή της Σμύρνης, το πογκρόμ του ’55. Άνθρωποι ζαρωμένοι από τον φόβο εθνικών εκκαθαρίσεων κρύβουν την ταυτότητα, ακόμα και το όνομά τους: «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς. Να ’σαι και χαρούμενη που μπορείς να κρατάς κρυφό τ’ όνομά σου», λέει στη Μαριάμ η μητέρα της. Κι έπειτα οι στρατιές των ανειδίκευτων στα εργοστάσια της Γερμανίας, με όλες τις παραφυάδες της ρατσιστικής αντιμετώπισής τους. Πίσω από τις εντυπωσιακά παράλληλες ιστορίες Αρμενίων και Ελλήνων του 20ού αιώνα, η Τσβιέρτνια δίνει φωνή σε μια ολόκληρη γενιά από παιδιά και εγγόνια μεταναστών εργατών.

  • Και ένα μικρό βιογραφικό της συγγραφέως:

Η Λάουρα Τσβιέρτνια γεννήθηκε στο Μπρέμεν-Νορντ και μεγάλωσε σε μια γερμανοαρμενική οικογένεια. Σπούδασε στην Κολωνία και στη Γρανάδα της Ισπανίας. Σήμερα είναι συντάκτρια στην εφημερίδα Die Zeit. Το βιβλίο «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς» είναι το λογοτεχνικό της ντεμπούτο.

Λάουρα Τσβιέρτνια © Marlena Waldthausen

Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Σας ευχαριστούμε πολύ.