Βιβλιο

Andrea Bajani, «Η επέτειος»

Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Ίκαρος

Κυριάκος Αθανασιάδης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Νέοι τίτλοι που ξεχωρίζουν, προτάσεις που αξίζουν τον χρόνο σας, κείμενα για το βιβλίο και την ανάγνωση


Andrea Bajani, «Η επέτειος» (μετάφραση Δήμητρα Δότση, 160 σελίδες, Εκδόσεις Ίκαρος)

Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς όταν πια καταλαβαίνει για τι (τρομερό) πράγμα μιλά η «Επέτειος» του Αντρέα Μπαγιάνι είναι ο τόνος, το ύφος του, αυτή η λιτή, ακριβής, χειρουργική έκφραση που μοιάζει —όχι να στερείται — αλλά να βρίσκεται σχεδόν πέρα από την επικράτεια των συναισθημάτων. Ο Μπαγιάνι, και οι ήρωές του, επιλέγουν την αποστασιοποίηση, τη σιωπή. Αλλά μια σιωπή που είναι ικανή να πολλαπλασιάσει τις σελίδες και τον όγκο του σύντομου αυτού μυθιστορήματος. Έχουμε να κάνουμε με ένα ήρεμο βιβλίο εδώ, που από κάτω του όμως τρέχει μια λάβα. Και έχουμε να κάνουμε, επίσης, με ένα βιβλίο που, χωρίς να είναι ακριβώς αυτοβιογραφικό, είναι βιογραφία: βιογραφία του συγγραφέα και —ας μας επιτραπεί— του αναγνώστη μαζί. Εάν όχι όλων, σίγουρα εκείνων που έχουν αντιμετωπίσει παρόμοια θέματα στη ζωή τους. Παρόμοια γιατί, όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο.

Αυτοβιογραφία, απομνημονεύματα, autofiction, fiction — όλα αυτά μαζί, ίσως. Ο αφηγητής-γιος και ο χαρακτήρας-γιος δεν ταυτίζονται απολύτως, αλλά δημιουργούν μια νέα εκδοχή του εαυτού: μια εκδοχή που πονά, κι αυτή, με τον δικό της τρόπο. Αυτή η μεταμοντέρνα ασάφεια ανάμεσα στο βιωμένο και το κατασκευασμένο είναι ίσως και η ισχυρότερη διάσταση του βιβλίου.

Κι αν ο πατέρας είναι ο κακός της ιστορίας, η μητέρα είναι το πραγματικό μυστήριο του βιβλίου — και σίγουρα η πιο τολμηρή λογοτεχνική επιλογή του πράγμα. Αυτή η γυναίκα που, απέναντι σε έναν κακοποιητικό σύζυγο, θέλει να μην είναι τίποτε, γιατί το να μην είσαι τίποτε είναι τουλάχιστον κάτι. Θύμα και συνένοχη, είναι ένα τραγικό πρόσωπο που κουβαλά στις πλάτες της όλη την ηθική αμφισημία για την οποία μιλά το βιβλίο.

Οικογενειακό δράμα που πατά σε μία μεγάλη ιταλική παράδοση, η «Επέτειος» δεν μιλά για κάποιου είδους συμφιλίωση, ούτε παρέχει κάποια λύτρωση. Δεν συγχωρεί και δεν κατακρίνει. Ανοίγει μόνο, ίσως, ένα παράθυρο σε μια ανακωχή από τον πόνο. Η πατριαρχία και η καθημερινή ψυχολογική βία, η σιωπηλή συνενοχή, οι δυσλειτουργικές οικογένειες, το δικαίωμα στην αυτοπροστασία ακόμη και όταν αυτή σημαίνει ολοκληρωτικό αποχωρισμό: αυτά είναι τα θέματά του. Πράγματα που, πιστεύουμε, θα νιώσουν οι περισσότεροι αναγνώστες σαν δικά τους. Αυτό εδώ δεν είναι μυθοπλασία.

ΥΓ. Το όνομα της μεταφράστριας είναι εγγύηση, ασφαλώς: Δήμητρα Δότση.

  • Διαβάστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

Το ίδιο συνέβη και εκείνη τη φορά. Ο σπασμένος φακός των γυαλιών της μητέρας μου αντικαταστάθηκε, η πόρτα της ντουλάπας επέστρεψε στη θέση της και ο πατέρας μου, ύστερα από ένα χρονικό διάστημα που τώρα πια δεν μπορώ να υπολογίσω, άρχισε να μιλά όπως πριν. Μόνο μία φορά, αργότερα, θα αναφερόταν σε όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ, στη σκηνή της οποίας δεν είχα υπάρξει μάρτυρας. Μου είπε για τον γείτονα που χτυπούσε με τις γροθιές του την πόρτα μας, φωνάζοντάς του να συνέλθει και να αφήσει τη μητέρα μου να βγει έξω. Ο πατέρας μου είχε ανοίξει και, καθώς στεκόταν στο κατώφλι —έτσι μου είπε—, ούτε του απάντησε ούτε και του παρέδωσε τη μητέρα μου, όπως απαιτούσε ο γείτονας. Έκλεισε την πόρτα και επέστρεψε μέσα, ενώ εκείνος, από τις σκάλες, φώναξε στη γυναίκα του στον κάτω όροφο να καλέσει την αστυνομία.

Η ζωή ξαναέγινε όπως πριν με μια βόλτα, όπως πάντα. Θυμάμαι τον πατέρα μου να στέκεται στην πόρτα και τη μητέρα μου χτενισμένη και ντυμένη για την εξόρμηση, να επιταχύνει το βήμα της προς την έξοδο, σχεδόν κελαρυστή λέγοντας «έρχομαι». Αναρωτιέμαι πώς να ένιωθαν και οι δυο τους, κατεβαίνοντας τις σκάλες, περνώντας μπροστά από τις πόρτες των γειτόνων, διασχίζοντας την αυλή της πολυκατοικίας, εκεί όπου όλοι ήξεραν όσα έπρεπε να ξέρουν και κατά πάσα πιθανότητα υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες από τα παράθυρά τους. Αναρωτιέμαι, αλλά δεν έχει σημασία, γιατί απλούστατα συνέβη, κι εγώ καθόμουν στην κουζίνα κι έκλαιγα γι’ αυτό —και όχι για όλα τα άλλα—, γιατί νομίζω ότι αυτός ήταν ο τρόπος που είχα να καταλάβω.

Όπως και τα υπόλοιπα επεισόδια ενδοοικογενειακής βίας, έτσι κι αυτό έμεινε μέσα μου με τη μορφή μιας παραίσθησης, μιας ολοζώντανης ανάμνησης για κάτι που δεν συνδεόταν με την κοινή μας ζωή και που, χωρίς κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο, στο τέλος διαλυόταν. Θα μπορούσε, υπό μία έννοια, να ήταν ακόμη και επινοημένο. Αυτές οι παραισθήσεις είναι διάσπαρτες στην οικογενειακή μας ιστορία σαν φωτιές μέσα στη νύχτα. Και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που θα μπορούσε κανείς να επιλέξει να μην τις λάβει υπόψη του και να αφηγηθεί μονάχα το σκοτάδι γύρω τους, δηλαδή μια ιστορία σαν τόσες άλλες, γεμάτη στιγμές λίγο ή πολύ αξιομνημόνευτες, γεμάτη από καθημερινότητα, πράγματα που για πολλά χρόνια αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος της. Εκείνο το λίγο ή το πολύ, εννοώ, που είναι ο χρόνος που περνά μια οικογένεια μαζί, ο χρόνος κατά τον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά και εσύ στέκεσαι όρθιος, προσπαθώντας να μη σε ισοπεδώσουν τα γεγονότα που προστίθενται συνεχώς.

Αλλά και η ομορφιά που φυσικά θυμάμαι: οι καλοκαιρινές πίτσες, οι πεζοπορίες στο βουνό με τον πατέρα μου, τα βράδια μετά τους αγώνες κολύμβησης, η λεπτότητα που κάποιες στιγμές διέκρινα στα χέρια του, το να τον βλέπω να χορεύει μόνος —σίγουρος πως κανείς δεν τον έβλεπε— μπροστά στο στερεοφωνικό, τα γράμματα που μας έστελνε από τη θάλασσα, η αφοσίωσή του, το να με κουβαλά στις πλάτες του, το όνομά μου όπως το πρόφερε η μητέρα μου, η ανέμελη κανονικότητα όταν καθόμασταν μαζί της στην κουζίνα και λέγαμε ασήμαντα πράγματα, χωρίς κάποιο λόγο, εκείνη τη ζεστούλα. Ή, αντίθετα, να ενώσω εκείνα τα σημεία με το εκτυφλωτικό φως, που είναι τα ίδια τα γεγονότα. Και να τα ενώσω αυτά τα σημεία, όπως κάνω τώρα, να χαράξω τις συνδετικές γραμμές και να δω στη συνέχεια τη μορφή που απομένει, που δεσπόζει: τη μορφή μιας διαλυμένης οικογένειας.

  • Νά και το οπισθόφυλλο:

Μπορεί κανείς να εγκαταλείψει τον πατέρα και τη μητέρα του; Μπορεί να κλείσει την πόρτα πίσω του, να κατέβει τις σκάλες και να αποφασίσει πως δεν θέλει να τους ξαναδεί ποτέ πια; Δέκα χρόνια μετά την απόδρασή του από μια τοξική και βίαιη οικογένεια, ένας γιος καταγράφει τις δύσκολες αναμνήσεις του. Η επώδυνη μα και λυτρωτική αυτή αναδρομή ζωντανεύει το πορτρέτο μιας μητέρας καταδικασμένης να ζει στην αφάνεια, κι ένα ύπουλο, ασφυκτικό πατριαρχικό καθεστώς. Ένα βιβλίο για την ενηλικίωση και την τυραννία της μνήμης, που ανατέμνει τον ολοκληρωτισμό της οικογένειας όσο κανένα άλλο. Μια ιστορία που πληγώνει, αφοπλίζει και ξεγυμνώνει με την αλήθεια της.

  • Και ένα μικρό βιογραφικό του συγγραφέα:

Ο Andrea Bajani (Αντρέα Μπαγιάνι) γεννήθηκε στη Ρώμη το 1975. Είναι συγγραφέας, ποιητής και καθηγητής δημιουργικής γραφής στο Rice University του Χιούστον, στο Τέξας. Αρθρογραφεί συστηματικά σε μεγάλες ιταλικές και αμερικανικές εφημερίδες. Πρωτοεμφανίστηκε στα ιταλικά γράμματα το 2002. Έχει γράψει δεκατρία μυθιστορήματα, τρία δοκίμια και τρεις ποιητικές συλλογές. Καθιερώθηκε στο λογοτεχνικό στερέωμα με το μυθιστόρημά του «Se consideri le colpe» (2007), που τιμήθηκε με τα βραβεία Super Mondello, Brancati, Recanati και Lo Straniero, ενώ το 2010 με το «Ogni promessa» κατέκτησε το βραβείο Bagutta. Το 2021 το πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημά του «Il libro delle case» βρέθηκε στη βραχεία λίστα των βραβείων Strega και Campiello. Η «Επέτειος» τιμήθηκε με το βραβείο Strega 2025, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση στην Ιταλία, και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε περισσότερες από 30 χώρες.

Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Σας ευχαριστούμε πολύ.