- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Σωτήρης Τριβιζάς: «Έγραψα ένα αστυνομικό με χαρακτηριστικά οδοιπορικού»
Μιλήσαμε μαζί του με αφορμή το «Φονικό στους Κορφούς», την αστυνομική νουβέλα σε 69 σκαλοπάτια
Σωτήρης Τριβιζάς: Ποιητής, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και συγγραφέας του νουάρ μυθιστορήματος «Φονικό στους Κορφούς» (εκδ. Σοκόλη)
Τον Σωτήρη Τριβιζά τον γνώρισα ως μεταφραστή, συγκεκριμένα από τα διηγήματα του Λουίτζι Πιραντέλο, στα οποία βασίστηκε η ταινία των αδελφών Ταβιάνι «Χάος». Πριν από δέκα χρόνια περίπου άκουσα για ένα παιδικό βιβλίο με την υπογραφή του και τίτλο «Ο μαγικός κόσμος του Φεδερίκο - Ένα παραμύθι βασισμένο στον Λόρκα». Μου αρέσουν τα παραμύθια, ιδιαίτερα εκείνα που υπερβαίνουν τα ηλικιακά όρια, και το συγκεκριμένο είναι ίσως αυτό που χάρισα περισσότερο σε φίλους, μικρούς και μεγάλους. Δεν έχω διαβάσει τα δοκίμιά του – είναι ένα είδος που αποφεύγω, κατάλοιπο μάλλον της υποχρεωτικής ανάγνωσης έργων του Παπανούτσου στα χρόνια του λυκείου. Έχω όμως στη βιβλιοθήκη μου, στο ράφι με τους σύγχρονους Έλληνες ποιητές, μια δική του συλλογή με τον τίτλο «Βίος Ασωμάτων και άλλα ποιήματα».
Ποιητής λοιπόν, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Αυτές τις ιδιότητες ήξερα για τον Σωτήρη Τριβιζά. Ώσπου ήρθε πρόσφατα στα χέρια μου ένα βιβλίο από τις εκδόσεις Σοκόλη με τίτλο «Φονικό στους Κορφούς - Αστυνομική νουβέλα σε 69 σκαλοπάτια». Και συγγραφέας νουάρ; Από τις πρώτες σελίδες, τα στοιχεία είναι εκεί: το έγκλημα, οι βρεγμένοι δρόμοι, η μοιραία γυναίκα, η ηθική παρακμή και μια σκοτεινή, ατμοσφαιρική αίσθηση. Σκέφτηκα να ρίξω λίγο φως με τη βοήθεια του συγγραφέα.
— Το βιβλίο δικαίως χαρακτηρίζεται «αστυνομική νουβέλα» –μια και υπάρχει ένας φόνος, αρκετοί πιθανοί δράστες και δύο αστυνομικοί που προσπαθούν να λύσουν το μυστήριο–, διαβάζεται όμως και ως οδοιπορικό της πόλης της Κέρκυρας. Δύο τελείως διαφορετικά είδη γραπτού λόγου σε ένα. Ήταν αυτός ο σκοπός εξαρχής ή προέκυψε κατά τη διαδικασία της γραφής;
Δεν είμαι, προφανώς, συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Είμαι όμως φανατικός αναγνώστης του είδους. Έπειτα από σαράντα χρόνια διαμονής στην Αθήνα, εδώ και λίγο καιρό εγκαταστάθηκα ξανά στην Κέρκυρα, το νησί όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ήθελα να γράψω κάτι για τον τόπο μου κι έψαχνα την κατάλληλη φόρμα. Στην αρχή σκεφτόμουν έναν παράξενο τουριστικό οδηγό, ας πούμε «οδηγός για υποψιασμένους ντόπιους και καλλιεργημένους ξένους». Βλέπετε, είχα βρει ακόμα και τον τίτλο. Έπειτα έπεσε στα χέρια μου ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα της Αγγελικής Ζούμπου, που λέγεται «Έγκλημα στο νησί των Φαιάκων». Και τότε γεννήθηκε η ιδέα να γράψω ένα αστυνομικό βιβλίο που θα είχε και τα χαρακτηριστικά του οδοιπορικού. Δύο σε ένα, όπως το λέτε! Από την αρχή, πάντως, πριν γραφτεί καν η πρώτη αράδα, ήξερα ότι η πόλη της Κέρκυρας θα ήταν η πρωταγωνίστρια. Μάλιστα, στο εξώφυλλο του βιβλίου απεικονίζεται ένα από τα παλαιότερα αρχοντικά της πόλης, είναι μια φωτογραφία της κόρης μου, της Σιλένας Τριβιζά.
— Σκαλοπάτια ονομάζονται τα 69 κεφάλαια του βιβλίου. Γέφυρες που συνδέουν διαφορετικά επίπεδα και κάποιες φορές μας οδηγούν μπροστά, ενώ άλλοτε μας γυρίζουν πίσω. Και φτάνοντας πια στο τελευταίο σκαλί μου ήρθε στον νου το ποίημα του Καβάφη για ένα άλλο νησί, την Ιθάκη. «Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου/ Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου / Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει / και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί / πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο». Τι κερδίσατε εσείς από αυτή τη σκαλινάδα;
Παραβλέπω τον στίχο «και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί» για ευνόητους λόγους. Κατά τ’ άλλα, δώσατε μια πολύ όμορφη και ποιητική ερμηνεία. Η αλήθεια είναι πιο πεζή. Καθώς δεν έχω ξαναγράψει βιβλίο πρόζας και δεν έχω την πειθαρχία που έχει ένας πεπειραμένος πεζογράφος, έγραφα κάπως ακατάστατα, με αφηγηματικές ανακολουθίες και λογικά άλματα, κι έψαχνα έναν τρόπο να τα δικαιολογήσω. Επειδή η πρώτη σκηνή του βιβλίου εκτυλίσσεται σε μια γνωστή πέτρινη σκάλα της πόλης, μου ήρθε η ιδέα των σκαλιών, που σου παρέχουν την ευχέρεια να κινηθείς προς όλες τις κατευθύνσεις. Έπειτα, είναι μια έμμεση αναφορά στον Μπάκαν, στον Χίτσκοκ και «Τα τριάντα εννέα σκαλοπάτια» τους. Το δικό μου κέρδος, για ν’ απαντήσω επιτέλους στην ερώτηση, είναι ότι, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας αυτά τα σκαλοπάτια, έζησα ξανά τα πιο ωραία χρόνια της ζωής μου.
— Και τι πιστεύετε πως θα κερδίσει ο αναγνώστης;
Νομίζω ότι ο αναγνώστης θα διασκεδάσει, όπως διασκέδασα κι εγώ όταν έγραφα το βιβλίο. Η αστυνομική λογοτεχνία ανέκαθεν ήταν είδος υποτιμημένο, κι ας έχει δώσει αριστουργήματα. Έγραψα το βιβλίο σαν άσκηση ύφους, ως φόρο τιμής στα χρόνια της εφηβείας μου, ακόμα και ως αστείο, αν θέλετε. Δίχως το βάρος που νιώθω όταν καταπιάνομαι με τη λεγόμενη «σοβαρή» λογοτεχνία. Είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε εκτός προγράμματος, κι ελπίζω να διαβαστεί με τον ίδιο ανέμελο τρόπο.
— Γιατί επιλέξατε τη δεκαετία του ’70 ως χρονικό πλαίσιο για τα δρώμενα;
Γιατί η δεκαετία του ’70 είναι η δεκαετία της εφηβείας μου. Για μένα ήταν μια μαγική εποχή: η εποχή των πρώτων σκιρτημάτων, των πρώτων αναζητήσεων, των πρώτων ερώτων. Αλλά και για τη χώρα υπήρξε μια καλή εποχή. Μετά την πτώση της Χούντας, έπνευσε ένας πρωτόγνωρος άνεμος ελευθερίας.
— Έχω πάει στην Κέρκυρα μονάχα μία φορά. Κι ήταν πολλά χρόνια πριν. Θυμάμαι όμως σαν να ’ταν χθες να περιπλανιέμαι στα καντούνια της Παλιάς Πόλης, κάνοντας ένα ταξίδι στο παρελθόν. Διαβάζοντας το βιβλίο σας μεταφέρθηκα νοητικά εκεί, έχοντας τις σελίδες για οδηγό. Ποιοι ήταν οι δικοί σας πλοηγοί στην αναβίωση εκείνης της εποχής;
Δικοί μου πλοηγοί ήταν οι αναμνήσεις. Περπατάω ακόμα και σήμερα στους δρόμους και στα καντούνια της πόλης, κάθε πέτρα έχει κάτι να μου θυμίσει. Οφείλω να πω ότι, εκτός από τους αστυνομικούς και τους υπόπτους, τίποτε άλλο στο βιβλίο δεν είναι επινοημένο. Οι άνθρωποι, οι δρόμοι, τα μνημεία, οι εκκλησίες, τα μαγαζιά, όλα υπάρχουν (ή υπήρξαν κάποτε) στην πραγματικότητα. Κάποιοι από τους ήρωες του βιβλίου ήταν συγγενείς, δάσκαλοι, φίλοι μου. Τώρα πια, μερικοί από αυτούς δεν είναι εν ζωή. Κάποιοι άλλοι ζουν και βασιλεύουν. Μου ήταν αδύνατον να γράψω για εκείνη την εποχή και να παραβλέψω την ανθρωπογεωγραφία.
— Πολλά λέγονται για τους Κερκυραίους. Από την καλλιτεχνική τους φύση και την ιδιαιτερότηταστη γλώσσα ως τους χαλαρούς ρυθμούς και το περιπαιχτικό χιούμορ. Πείτε μου όμως εσείς: τι σημαίνει να κατάγεται κανείς από τη Γη των Φαιάκων;
Δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς, φοβάμαι ότι με έχει διαφθείρει η μακρά παραμονή μου στην Αθήνα. Κοιτάξτε, οι Κερκυραίοι είναι άνθρωποι καλοσυνάτοι και ράθυμοι, όπως το λέτε. Αγαπούν τις τέχνες, ιδιαίτερα τη μουσική. Εγώ, λόγου χάρη, έμαθα νότες πριν ακόμα μάθω γράμματα, γιατί έτσι είναι η συνήθεια. Ωστόσο, το νησί δεν παύει να είναι ένας τόπος που γνώρισε πολλούς κατακτητές. Η κοινωνία του υπήρξε διχασμένη ήδη από την εποχή των ευγενών. Η αγροτική του φάση υπήρξε σκληρή, θυμηθείτε τα κορφιάτικα διηγήματα του Θεοτόκη. Και σήμερα πνίγεται από τον τουρισμό. Δεν είναι ένας τόπος χωρίς προβλήματα. Για ένα πράγμα μπορώ να σας διαβεβαιώσω: όλοι οι Κερκυραίοι αγαπούν το νησί τους με πάθος και πιστεύουν πως είναι ο πιο όμορφος τόπος του κόσμου.
— Έχετε γράψει ποίηση, παιδικά βιβλία, δοκίμια και τώρα αυτό. Ποιο είδος θα λέγατε ότι σας δυσκολεύει περισσότερο;
Χωρίς αμφιβολία, η ποίηση. Η υψηλοτέρα των τεχνών. Η απόλυτη πύκνωση του λόγου.
— Και ποιο είδος προτιμάτε ως αναγνώστης;
Διαβάζω ποίηση γιατί εκεί βρίσκω συχνά μια κρυφή σκέψη μου διατυπωμένη με την ακρίβεια ενός μαθηματικού τύπου. Διαβάζω όμως και οτιδήποτε άλλο, χωρίς την παραμικρή προκατάληψη. Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι αναρίθμητοι και δεν περιφρονώ κανένα λογοτεχνικό είδος. Ίσως φταίει που γεννήθηκα σ’ ένα σπίτι δίχως βιβλία και που, ως παιδί, διάβαζα τις ετικέτες στις κονσέρβες και τις οδηγίες στα φάρμακα.
— Ποιο είναι το επόμενό σας ανάγνωσμα;
Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι φέτος είναι έτος επιστροφής στον Σολωμό. Έχω ήδη κατεβάσει από το ράφι τα «Ποιήματα και Πεζά», σε επιμέλεια του Στυλιανού Αλεξίου, σ’ εκείνη την πανέμορφη, λινόδετη έκδοση της Στιγμής.
— Και το επόμενο πόνημα;
Θέλω να συγκεντρώσω επιτέλους τα ποιήματα. Τα περισσότερα ποιητικά βιβλία μου είναι εδώ και πολλά χρόνια εξαντλημένα. Θα ήθελα να τα δω συγκεντρωμένα σε έναν τόμο. Έχω γράψει μελέτες και δοκίμια, έχω κάνει μεταφράσεις από τη λογοτεχνία κι από το θέατρο, διασκευές κλασικών έργων για παιδιά, έχω γράψει παραμύθια. Έχω γράψει επίσης τραγούδια, τους στίχους ενός μιούζικαλ, το λιμπρέτο μιας όπερας και, τώρα, μια αστυνομική νουβέλα. Αλλά η αλήθεια είναι πως όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω ποιητής.