Βιβλιο

Anthony Horowitz, «Οι φόνοι του Μαρμπλ Χολ»: Αποκλειστική προδημοσίευση

Το μυθιστόρημα «Οι φόνοι του Μαρμπλ Χολ» του Anthony Horowitz (μετάφραση Χριστιάννα Σακελλαροπούλου, Εκδόσεις Διόπτρα), κυκλοφορεί στις 4 Μαρτίου

A.V. Team
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Με τον ντετέκτιβ Άττικους Πυντ και τη Σούζαν Ράιλαντ, τους ήρωες των παγκόσμιων best sellers «Οι Φόνοι της Kίσσας» και «Οι Φόνοι του Νυχτολούλουδου»

Το μυθιστόρημα «Οι φόνοι του Μαρμπλ Χολ», του Anthony Horowitz (632 σελίδες, μετάφραση Χριστιάννα Σακελλαροπούλου), κυκλοφορεί στις 4 Μαρτίου από τις Εκδόσεις Διόπτρα. Διαβάστε παρακάτω ένα απόσπασμα — μια αποκλειστική προδημοσίευση για την Athens Voice:

Η κλινική του δρα Μπένσον βρισκόταν στο ισόγειο ενός ψηλού και στενού κτιρίου, πανομοιότυπου με γειτονικά κτίρια εκατέρωθεν. Πριν δεκαπέντε χρόνια θα υπήρχαν κάγκελα που θα το χώριζαν από τον δρόμο, αλλά είχαν απομακρυνθεί μαζί με όλα τα άλλα μεταλλικά διακοσμητικά στο Λονδίνο, τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες του πολέμου. Θύμιζε στον Πυντ τις άγριες εποχές που είχε ζήσει, τότε που ο κόσμος αλληλοσπαρασσόταν, με τόσα εκατομμύρια θύματα, όσο ο ίδιος μαράζωνε πίσω από το αγκαθωτό συρματόπλεγμα ενός ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης όπου κανονικά δεν θα ’πρεπε να έχει επιβιώσει. Ακόμα κι όταν ο δρ Μπένσον του είχε πει τις κακές ειδήσεις, ο Πυντ θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό. Δεν περίμενε ποτέ πως θα ζούσε τόσο πολύ.

Έφτασε στην εξώπορτα και χτύπησε το κουδούνι. Σχεδόν αμέσως, την πόρτα άνοιξε μία νέα γυναίκα της οποίας αναγνώριζε μεν το πρόσωπο, αλλά δεν είχε μάθει ποτέ το όνομα. Ήταν η ρεσεψιονίστ της κλινικής. Γνώριζε όλους τους ασθενείς που έρχονταν στο κτίριο και θυμόταν εκείνους που δεν ξανάρχονταν.

«Κύριε Πυντ», τον υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο που υποδήλωνε ότι χαίρονταν και οι δύο για την παρουσία του εκεί. «Τι απαίσιο καλοκαίρι ζούμε! Παρακαλώ, περάστε».

Τον συνόδευσε στον χώρο αναμονής με τη βελουτέ ταπετσαρία τοίχου, τις αντίκες λάμπες δαπέδου και ένα μαονένιο τραπέζι το οποίο καταλάμβανε η συνηθισμένη στοίβα με τεύχη των περιοδικών Country Life, Punch και Reader’s Digest, κανένα από τα οποία δεν ήταν πρόσφατο. Το κτίριο μοιράζονταν τέσσερις γιατροί, και όλοι τους είχαν ασθενείς που έφταναν την ίδια ώρα. Ο Πυντ αναγνώρισε έναν άντρα που έμοιαζε με ξένο, καθισμένο στη γωνία. Κρίνοντας από την εμφάνιση και το παράστημά του, πρέπει να ήταν πρώην στρατιωτικός. Όπως ήταν αναμενόμενο, την επόμενη στιγμή μπήκε στον χώρο μία νοσοκόμα με λευκή μπλούζα.

«Ταγματάρχα Αλκαζάρ…»

Ο άντρας σηκώθηκε άκαμπτα και την ακολούθησε

Ο Πυντ κατέλαβε τη θέση του στον καναπέ και άπλωσε το χέρι του για ένα περιοδικό, όχι επειδή είχε σκοπό να το διαβάσει, αλλά επειδή εμπόδιζε τους δύο άλλους παρόντες στον χώρο να του κάνουν ερωτήσεις. Το άνοιξε και κοίταξε την εικόνα ενός αγροκτήματος στο Γουίλτσερ. Του έφερε στον νου την υπόθεση που είχε μόλις διαλευκάνει στο χωριό Σάκσμπιον-Έιβον. Πιθανότατα την τελευταία του υπόθεση.

Έξω στον διάδρομο, άκουσε μια γυναίκα να μιλάει διαπεραστικά και με γκρινιάρικο τόνο, συνηθισμένη προφανώς να την υπακούν.

«Νομίζω ότι το άφησα στον χώρο αναμονής. Πρέπει να έπεσε από την τσάντα μου».

Ο Πυντ είχε αναγνωρίσει ήδη τη φωνή, πριν εμφανιστεί στην πόρτα η λαίδη Μάργκαρετ Τσάλφοντ. Αποκλείεται να έκανε λάθος. Η λαίδη Τσάλφοντ μιλούσε με τον ίδιο τρόπο που ζούσε τη ζωή της: ηγεμονικά και με την αδιαπραγμάτευτη απαίτηση να μονοπωλεί το ενδιαφέρον. Η φιγούρα που στεκόταν τώρα μπροστά του θύμιζε μικροσκοπικό πουλάκι, που φαινόταν να συνεχίζει να συρρικνώνεται ακόμα και τώρα που στεκόταν εκεί, αλλά το αντιμαχόταν με κάθε ψήγμα δυνάμεων που είχε ακόμα. Ήταν γύρω στα εξήντα πέντε, αλλά η αρρώστια τής είχε φορτώσει άλλη μία δεκαετία. Τα μαλλιά της, που ήταν βαμμένα σε ασημί και μοβ, ήταν προσεκτικά χτενισμένα, με έναν τρόπο που συγκάλυπτε το πόσο αραιά είχαν γίνει, και ήταν ντυμένη επίτηδες με φωτεινά χρώματα, με πράσινο σακάκι, καφέ παντελόνι με πιέτες και έναν εξωτικό κεφαλόδεσμο στον οποίο έλειπε μόνο το φτερό, αλλά τίποτα δεν κατάφερνε να καμουφλάρει την αλήθεια της κατάστασής της. Κρατούσε στο ένα της χέρι ένα τσαντάκι Gucci και στο άλλο ένα μονό γάντι.

Μπαίνοντας στο δωμάτιο, έψαχνε ήδη με το βλέμμα το ταίρι του. Το βλέμμα της σάρωνε τον καναπέ που είχε διαλέξει να καθίσει ο Πυντ – ο οποίος είδε την έκφραση στο πρόσωπό της να αλλάζει μόλις τον είδε.

«Αγαπητέ μου κύριε Πυντ! Τι έκπληξη! Είστε ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενα να συναντήσω σε αυτό το φρικτό μέρος. Είστε άρρωστος;»

Αυτή η ευθύτητα αποτελούσε χαρακτηριστικό της. Ο Πυντ σηκώθηκε αυτόματα. «Περιμένω τον γιατρό», απάντησε επιφυλακτικά.

«Δεν ξέρουν τι τους γίνεται!» Η λαίδη Τσάλφοντ αναστέναξε.

«Σε κοιτάζουν στα μάτια και σου λένε, πάρε αυτό το χάπι κι εκείνο το χάπι και θα είσαι καλά, αλλά δεν είσαι. Ποτέ δεν είσαι. Όταν έρχεται ο Χάρος, οι γιατροί το μόνο που κάνουν είναι να κάθονται εκεί, κρυμμένοι πίσω από τα διαγράμματα και τις ακτινογραφίες τους. Τσαρλατάνοι όλοι τους!»

«Δεν έχετε αλλάξει καθόλου, λαίδη Τσάλφοντ».

«Είναι μόνο μία ψευδαίσθηση, κύριε Πυντ. Τέλος πάντων, Nichts ist bober zu schatzen als der Wert des Tages*, όπως είπε τόσο εύστοχα ο Γκαίτε. Τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από το σήμερα. Και τίποτα δεν επιβεβαιώνει περισσότερο αυτή τη ρήση από την τυχαία συνάντησή μου μαζί σας».

Ο Πυντ χαμογέλασε. Είχε γνωρίσει τη Μάργκαρετ Τσάλφοντ στο Σόλσμπερι πριν από εννέα χρόνια, όταν ήταν μία από τους βασικούς υπόπτους στον φόνο του Τζορτζ Κόλιντεϊλ, ο οποίος είχε δηλητηριαστεί στο πρωτοχρονιάτικο πάρτι που ήταν καλεσμένοι και οι δυο. Εκείνη την εποχή, ήταν ελεύθερη. Ο άντρας της, ο Χένρι Τσάλφοντ, ο 6ος κόμης του Τσάλφοντ, είχε σκοτωθεί από έναν πύραυλο V-2 τους τελευταίους μήνες του πολέμου. Ο Πυντ θυμόταν ότι υπήρχε ένα γιος και μία κόρη, παντρεμένοι, και αργότερα είχε διαβάσει στους Times για τη γέννηση ενός εγγονού. Είχε συμπαθήσει αμέσως τη λαίδη Τσάλφοντ. Μπορεί να ήταν φωνακλού και υπερβολικά ντόμπρα, αλλά παράλληλα ήταν καλλιεργημένη, καλοπροαίρετη και, όπως αποδείχτηκε, αυτή ήταν που είχε κάνει το σχόλιο που είχε οδηγήσει τον Πυντ στη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Ήταν αξιοπερίεργο που συναντήθηκαν τώρα, στον συγκεκριμένο χώρο και αναρωτιόταν τι να πει μετά, όταν το βλέμμα του έπεσε σε κάτι που είχε παρατηρήσει από τη στιγμή που μπήκε στο δωμάτιο, αλλά είχε αγνοήσει ως τώρα. Έσκυψε και μάζεψε κάτω από τον καναπέ όπου καθόταν ένα γάντι από μαλακό σουέντ. Τα ακροδάχτυλα μόλις που ξεπρόβαλαν.

«Αυτό ψάχνετε, νομίζω, λαίδη Τσάλφοντ», είπε.

Το πήρε χαμογελώντας και το έσφιξε στο χέρι της μαζί με το ταίρι του. «Είστε στ’ αλήθεια έξοχος, κύριε Πυντ. Δεν σας ξεφεύγει τίποτα, ε;»

Ήταν έτοιμη να συνεχίσει, όταν εμφανίστηκε στην πόρτα μία πολύ νεότερή της γυναίκα· δεν ήταν νοσοκόμα και πιθανότατα ούτε ασθενής. Φαινόταν να νιώθει άβολα, σαν να βιαζόταν να φύγει από κει. Ήταν πολύ πιο τροφαντή από τη λεπτεπίλεπτη λαίδη Τσάλφοντ, με την έκφραση ατόμου που παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό του. Φορούσε χοντρά γυαλιά, και τα σχεδόν άχρωμα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε κότσο. Τα ρούχα, αλλά και η όλη στάση της ήταν αυστηρά επαγγελματικά, όπως στεκόταν εκεί ευθυτενής, με τα άκομψα δερμάτινα παπούτσια της.

«Το βρήκατε, μητέρα;» ρώτησε ανυπόμονα, και τότε πρόσεξε ότι είχε παρέα και σταμάτησε απότομα. Ο Πυντ τη χαιρέτησε με μία υπόκλιση. Ώστε ήταν συγγενείς! Υπήρχε η φήμη ότι η λαίδη Τσάλφοντ υπήρξε στα νιάτα της σπάνια καλλονή, ωστόσο η κόρη της δεν έφερε ίχνος αυτού του κάλλους.

«Μου το βρήκε αυτός ο κύριος, Τζούντιθ. Για την ακρίβεια, είμαστε παλιοί φίλοι. Από δω ο Άττικους Πυντ. Είμαι σίγουρη ότι θα έχεις ακούσει να μιλούν γι’ αυτόν. Είναι ίσως ο καλύτερος ερευνητής στον κόσμο». Στράφηκε στον Πυντ και συνέχισε, χωρίς καν να πάρει ανάσα. «Η κόρη μου. Τζούντιθ Λίτλετον, όπως λέγεται τώρα πλέον. Με έφερε με το αυτοκίνητο ως εδώ».

«Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω, κυρία Λίτλετον», είπε ο Πυντ.

«Για την ακρίβεια, είμαι η δόκτωρ Λίτλετον», τον διόρθωσε εκείνη, ανυπόμονα μάλλον, παρά χολωμένα, σαν να ήταν κάτι που έπρεπε να διευκρινίζει συχνά – και όντως ήταν. «Έχω μεταπτυχιακό Εθνολογίας από το Γιουνιβέρσιτι Κόλετζ του Λονδίνου. Έχω γράψει αρκετές ακαδημαϊκές μελέτες με θέμα το Περού. Μπορεί να τις έχετε διαβάσει».

«Φοβάμαι πως όχι».

Η Τζούντιθ κατένευσε, απογοητευμένη, αλλά όχι ξαφνιασμένη. «Είναι ώρα να πηγαίνουμε, μητέρα. Πρέπει να πάρουμε τις αποσκευές μας και να πάμε στο αεροδρόμιο».

«Επιστρέφουμε στη Νότια Γαλλία», του εξήγησε η λαίδη. «Ο αείμνηστος σύζυγός μου ο Χένρι είχε αγοράσει μια μονοκατοικία στην Κυανή Ακτή, και περνάω εκεί όλο το καλοκαίρι. Παρεμπιπτόντως, ξαναπαντρεύτηκα. Το ξέρατε;»

«Όχι», παραδέχτηκε ο Πυντ.

«Τυπικά, είμαι πλέον η Μάργκαρετ Γουέισμιθ, αλλά κράτησα το παλιό μου επώνυμο. Μου αρέσει να είμαι η λαίδη Τσάλφοντ. Γιατί να χάσω και τον τίτλο μου, μαζί με όλα τα άλλα;»

Είχε και τα δύο γάντια της, και η κόρη της την περίμενε να φύγουν. Ωστόσο, κάτι την κρατούσε πίσω. «Είναι απίστευτο που έπεσα έτσι συμπτωματικά επάνω σας», συμπλήρωσε. «Συνέβη κάτι που θα ήθελα πολύ να κουβεντιάσω μαζί σας».

«Μητέρα…» επενέβη ανυπόμονα η Τζούντιθ.

«Δεν υπάρχει λόγος να με πιέζεις, καλή μου. Έχουμε άφθονο χρόνο να προλάβουμε την πτήση». Περιεργάστηκε τον Πυντ με μάτια που σπίθιζαν από την ένταση. Εκείνος σχεδόν έβλεπε το μυαλό της να λειτουργεί πυρετωδώς, μέχρι που πήρε την απόφασή της. «Θέλω να συζητήσω μαζί σας ένα κατεπείγον ζήτημα», είπε. «Έχετε πάντα την ίδια διεύθυνση;»

«Λυπάμαι, λαίδη, αλλά πρέπει να σας ενημερώσω ότι δεν αναλαμβάνω πια καινούριες υποθέσεις».

«Εγώ πάντως θα σας γράψω ούτως ή άλλως. Πιστεύω ότι τα πάντα έχουν έναν σκοπό, κύριε Πυντ, κι εσείς σταλθήκατε για κάποιο λόγο σήμερα εδώ. Ήταν γραφτό να συναντηθούμε. Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει κανείς άλλος στον κόσμο που θα μπορούσε να με βοηθήσει σε αυτή την κρίσιμη στιγμή. Θα είχατε την ευγενή καλοσύνη να μου δώσετε την κάρτα σας;»

* * *

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Η Σούζαν Ράιλαντ έχει αφήσει πια το αγαπημένο της ελληνικό νησί, και αναζητά μια νέα ζωή πίσω στην Αγγλία. Εργάζεται πάνω στο χειρόγραφο «Η τελευταία υπόθεση του Πυντ», μια συνέχεια της δημοφιλούς σειράς του Άλαν Κόνγουεϊ, από έναν νεαρό συγγραφέα, τον Έλιοτ Κρέις. Η Σούζαν εκπλήσσεται όταν μαθαίνει ότι ο Έλιοτ είναι εγγονός της θρυλικής συγγραφέα Μίριαμ Κρέις, η οποία πέθανε πριν από περίπου είκοσι χρόνια – δολοφονημένη, ισχυρίζεται ο Έλιοτ, με δηλητήριο. Καθώς η Σούζαν αρχίζει να διαβάζει το χειρόγραφο, διαπιστώνει με έκπληξη ότι είναι καλογραμμένο. Περιστρέφεται γύρω από τον μυστηριώδη θάνατο της λαίδης Μάργκαρετ Τσάφολντ στη Νότια Γαλλία, η οποία, αν και βρίσκεται στο τέλος της ζωής της λόγω σοβαρής ασθένειας, δηλητηριάζεται – ίσως από ένα μέλος της οικογένειάς της. Η Σούζαν συνειδητοποιεί ότι η αλήθεια για τον θάνατο της Μίριαμ Κρέις κρύβεται στο μυστήριο του Άττικους Πυντ. Κι ενώ ο ισχυρισμός του Έλιοτ αρχίζει να φαίνεται λογικός, σκοτώνεται ξαφνικά σε ένα ατύχημα και η Σούζαν βρίσκεται ύποπτη για τη δολοφονία του…

O ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Ο Anthony Horowitz έχει γράψει περισσότερα από σαράντα βιβλία, και είναι συγγραφέας και δημιουργός των επιτυχημένων αστυνομικών σειρών Foyle’s War, Midsomer Murders και Collision, ανάμεσα στις άλλες τηλεοπτικές δουλειές του. Το 2011 το ίδρυμα Arthur Conan Doyle ανέθεσε στον συγγραφέα να γράψει τα μυθιστορήματα «The House of Silk» (2011) και «Moriarty» (2014), με ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς, τα οποία έγιναν best sellers. Από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά του, «Οι φόνοι της κίσσας», «Οι φόνοι του νυχτολούλουδου», «Η λέξη είναι φόνος» και «Η ποινή είναι θάνατος».