Βιβλιο

Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς: Mε σαγήνευσε η ρεαλιστική γραφή της Λάουρα Τσβιέρτνια

Η Γερμαναρμένισσα συγγραφέας, στο λογοτεχνικό ντεμπούτο της δίνει φωνή σε μια ολόκληρη γενιά από παιδιά και εγγόνια μεταναστών εργατών.

Άρης Σφακιανάκης
ΤΕΥΧΟΣ 989
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αναγνώστης με αιτία: Παρουσίαση του βιβλίου «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς» της Λάουρα Τσβιέρτνια, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Loggia

Πριν από δύο χρόνια βρέθηκα στην Αρμενία. Κατευθείαν πτήση από την Αθήνα στο Γερεβάν, την πρωτεύουσα της χώρας. Παρόλο που είχα πάει με παρέα συναδέλφων, κατέληξα να τριγυρνάω μόνος στην πόλη, καθώς οι γυναίκες της συντροφιάς επέλεξαν να επισκέπτονται τα καταστήματα και τα ντόπια παζάρια. Μου αρέσει το περπάτημα και είναι πιο ξεκούραστο να τριγυρίζεις μόνος. Έτσι, μέσα σε λίγες ώρες, περιπλανήθηκα στα πλέον ενδιαφέροντα για μένα μέρη αυτής της πόλης. Έφτασα μέχρι το σπίτι του Σαρλ Αζναβούρ, αγαπημένου τραγουδιστή της μάνας μου και εθνικού είδωλου για τους Αρμένιους. Ξεναγήθηκα στο μουσείο του διάσημου σκηνοθέτη τους –αναφέρομαι στον Παρατζάνοφ– και ανέβηκα τις κυλιόμενες σκάλες του Cascade, μήπως και έβλεπα από ψηλά τις κορυφές του όρους Αραράτ, αλλά είχε χαμηλή νέφωση εκείνο το πρωί κι έτσι έμεινα με την επιθυμία.

Στο Γερεβάν φτάνει και η ηρωίδα του μυθιστορήματος «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς» της Λάουρα Τσβιέρτνια (εκδόσεις Loggia). Μόνο που εκείνη φτάνει με τον πατέρα της, έναν Αρμένιο που γεννήθηκε στην Τουρκία και επί χρόνια έκρυβε την καταγωγή του. Γιατί όλοι ξέρουν πόσο αγαπούν τους Αρμένιους οι Τούρκοι – όσο αγαπούν κι εμάς, τους Γιουνάν. Το απέδειξαν εξάλλου με τη γενοκτονία των Αρμενίων και την εξολόθρευση των δικών μας στη Μικρά Ασία, κι αργότερα, το 1955, στην Κωνσταντινούπολη.

Η νεαρή ηρωίδα έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στη Βρέμη, αφού η γιαγιά της είχε έρθει από την Πόλη ως μετανάστρια για να δουλέψει στα εργοστάσια της Γερμανίας. Όταν η γιαγιά της πεθαίνει, η εγγονή ανακαλύπτει στο συρτάρι της ένα σημείωμα με ένα γυναικείο όνομα, ένα βραχιόλι και μια διεύθυνση στο Γερεβάν. Κεντρισμένη από τη γυναικεία περιέργεια, θα πείσει τον πατέρα της να ταξιδέψουν στην Αρμενία και, με την ευκαιρία της αναζήτησης εκείνης της άγνωστης γυναίκας, να γνωρίσουν τον τόπο της μακρινής καταγωγής τους, που κανείς από τους δύο δεν έχει επισκεφτεί στο παρελθόν.

Ο αναγνώστης περιπλανιέται μαζί με πατέρα και κόρη στην Αρμενία, βγαίνει μαζί τους στην ύπαιθρο χώρα, συνομιλεί με ντόπιους, μαθαίνει περισσότερα για τη γενοκτονία των Αρμενίων, την καταστροφή της Σμύρνης και το πογκρόμ του ’55. Μπαίνει σε μοναστήρια, ατενίζει τη λίμνη Σεβάν, μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο σε τόσο μεγάλο υψόμετρο, και περπατάει στα στενοσόκακα της παλιάς πόλης στο κέντρο του Γερεβάν.

Θα ανακαλύψει άραγε η ηρωίδα σε ποια μυστηριώδη γυναίκα πρέπει να παραδώσει το βραχιόλι που βρήκε στο συρτάρι της γιαγιάς; Εμένα πάντως, ως αναγνώστη, ποσώς με απασχόλησε αυτό το μυστήριο. Με τράβηξε –με σαγήνευσε, θα έπρεπε να πω– η ρεαλιστική γραφή της Τσβιέρτνια, που, σημειωτέον, τούτο είναι το πρώτο της βιβλίο. Μου θύμισε ξανά εκείνο το ταξίδι μου στην Αρμενία (το Αραράτ το είδα από το αεροπλάνο στην επιστροφή) και μου κράτησε συντροφιά μερικές νύχτες με βροχή. Ώσπου να κλείσετε το επόμενο εκπτωτικό σας εισιτήριο για Γερεβάν, μπορείτε να βρεθείτε εκεί μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου.