- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Μια νέα υπόθεση για τον αστυνόμο Μάρκου
Το μυθιστόρημα, «Όλα τα μάτια πάνω μου», του Χρήστου Μαρκογιαννάκη (320 σελίδες, Εκδόσεις Ψυχογιός), κυκλοφορεί στις 19 Φεβρουαρίου. Διαβάστε παρακάτω ένα απόσπασμα — μια αποκλειστική προδημοσίευση για την A.V.:
Όσοι λένε πως η ομορφιά βρίσκεται μέσα μας δεν ξέρουν τι τους γίνεται.
Αυτό το λένε οι άσχημοι και όσοι έχουν έμφυτο το κάλλος, με τον ίδιο τρόπο που όσοι γεννήθηκαν στα πλούτη, όσοι δε δούλεψαν ποτέ για να ζήσουν λένε πως το χρήμα δεν είναι σημαντικό.
Εγώ δε γεννήθηκα όμορφος, γεννήθηκα όπως οι περισσότεροι, αδιάφορος. Γεννήθηκα σε μια οικογένεια που δεν είχε τίποτα καλό να προσφέρει κι απ’ την οποία ξέκοψα. Κάπου εκεί στο χάος και στις συγκρούσεις βρήκα τον βηματισμό μου. Γεννήθηκα από το μηδέν. Με έχτισα διαφορετικά για να ξεφύγω. Συνειδητοποίησα πως όλα είναι μύες. Η φωνή, η καριέρα, οι τρόποι, η ομορφιά, η ύπαρξη, όλα δουλεύονται, όλα αλλάζουν.
Ξεκίνησα με τη γυμναστική. Μαζί με το κορμί μου δυνάμωνε και η αυτοπεποίθησή μου. Δεν ήμουν ο εξυπνότερος, δεν ήμουν ο καλύτερος στο σχολείο, δεν ήμουν ο πιο ενδιαφέρων, αλλά ήξερα τις αδυναμίες μου κι έμαθα να τις κρύβω πίσω από το νέο χαμόγελο, όπως αυτά των περιοδικών, το νέο κούρεμα που ταίριαζε στο πρόσωπό μου, τα ρούχα που δεν έκρυβαν πια το σώμα μου αλλά το αναδείκνυαν.
Δούλεψα σκληρά για την ομορφιά, δούλεψα σκληρά για την αυτοπεποίθηση που τη συνοδεύει, για τον αέρα που προσκαλούσε τα μάτια πάνω μου. Ο τρόπος που κοιτάς, ο τρόπος που σε κοιτάνε, εκεί είναι η πηγή μα και η απόδειξη της ομορφιάς. Ο χαρακτήρας μου δεν άλλαξε, ήμουν ο ίδιος, μέτριος, αδιάφορος κάτω από ρούχα ραμμένα πάνω μου, πίσω από τις χορογραφημένες κινήσεις, τις φωτογραφίες στις κοσμικές στήλες, στις οποίες, ως χαμαιλέοντας, ήμουν κάθε φορά «άλλος».
Είμαι ο ίδιος και σήμερα κάτω από τα φαρδιά σκούρα ρούχα και την κουκούλα, πίσω από τις χειρουργικές μάσκες. Ο ίδιος χαρακτήρας, περιβεβλημένος από λιωμένο δέρμα στο πρόσωπο και στον λαιμό, με βλέφαρα που μετά βίας κλείνουν για να προστατέψουν λαβωμένα μάτια και λαβωμένο εγωισμό, χωρίς χείλη να καλύπτουν τα κάτασπρα πορσελάνινα δόντια μου.
Όλα αυτά για τα οποία δούλεψα, όλα όσα θέριζα για χρόνια, τα γκρέμισε κάποιος που δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την απόρριψη.
Είναι αστείο. Λες και η ζωή προσπαθούσε να με προειδοποιήσει με άρθρα και ρεπορτάζ για τις όλο και πιο συχνές επιθέσεις με βιτριόλι. Δεν έδωσα σημασία, δεν πίστευα σε σημάδια και διαισθήσεις. Όλα είναι εδώ, όλα είναι μπροστά μας, μόνο ό,τι βλέπουμε υπάρχει.
Ήμουν πεπεισμένος γι’ αυτό μέχρι που θυμήθηκα το «επεισόδιο». Ξεκίνησα να το αποκαλώ έτσι μονάχα μετά την επίθεση. Δεν ήταν παρά μια τυχαία, στιγμιαία συνάντηση, η οποία –όσο την ξαναδούλευα στο μυαλό μου, κλεισμένος στο σπίτι μου, παγιδευμένος στη νέα μου μορφή– λάμβανε νέες διαστάσεις.
Ήταν κάποιους μήνες πριν από την επίθεση. Εδώ πιο κάτω, στο υαλοπωλείο με τους καθρέφτες και τα κακόγουστα διακοσμητικά. Ένα απόγευμα έπεσα πάνω σε έναν βιαστικό άνδρα στην ηλικία μου. Η σύγκρουση έριξε στο έδαφος τα σκούρα γυαλιά που φορούσε παρά το περασμένο της ώρας. Έσκυψα να τα πιάσω, του τα έδωσα και του πρόσφερα το πιο γλυκό μου χαμόγελο. Εκείνος δεν το ανταπέδωσε. Έμεινε παγωμένος, τα μάτια του στα δικά μου, λες και τα μελετούσε. Κι έπειτα, μια πρώτη έκφραση έκπληξης μετατράπηκε σε τρόμο. Κάλυψε το στόμα και κατόπιν τα μάτια με την ελεύθερη παλάμη – στην άλλη είχε μια σακούλα σούπερ μάρκετ. Έκανε δυο βήματα πίσω, μου γύρισε την πλάτη κι εξαφανίστηκε τρέχοντας προς την κατεύθυνση από όπου ερχόταν, αφήνοντάς με εκεί, με τα γυαλιά του στο χέρι.
Τότε δεν έδωσα σημασία. Μετά όμως, όσο πήρα να το σκέφτομαι, να το αναλύω, άρχισα να καταλαβαίνω πως κάτι είχε δει. Δεν πίστευα σε διαισθήσεις, σε μαντικές ικανότητες, αλλά τελευταία έμαθα χάρη σε διαδικτυακά βίντεο πως είναι κι αυτός ένας τρόπος διάχυσης και ερμηνείας της ενέργειας. Αν καλλιεργούσα την ενέργειά μου, αξιοποιούσα την αύρα μου για να γοητεύω, ίσως κάποιος μπορεί όντως να τις διαβάσει για να δει τι θα συμβεί στο μέλλον.
Άρχισα να πείθομαι πως αυτός ο άνδρας είδε τότε την τωρινή κατάσταση του προσώπου μου. Η έκφρασή του ήταν η ίδια που θα είχε σήμερα κάποιος στην όψη μου. Όσο το σκεφτόμουν, τόσο περισσότερο το πίστευα και τόσο έβραζα που δεν είπε κάτι, που δε με προειδοποίησε να προσέχω. Δύο λέξεις και ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί αλλιώς.
Έβραζα μέχρι που έσκασα. Μέχρι που υποσχέθηκα στον εαυτό μου να τον βρω. Και να ζητήσω εξηγήσεις. Ξέρω πως με είχε δει για αυτό που είμαι πριν καν γίνω. Ξέρω πως δε με προετοίμασε. Πως με άφησε να καταστραφώ. Ναι, θα ζητήσω εξηγήσεις, αλλά δε θα τις δεχτώ. Ό,τι κι αν πει δε θα είναι αρκετό. Ό,τι κι αν πει, τα μάτια του θα λάβουν την κεντρική, περίοπτη θέση στο σχοινάκι που εξελίσσεται σε δικό μου χειροποίητο ροζάριο.
Δεν πειράζει κι αν αργήσει. Δε θα μείνω άπραγος.
Σε λίγες μέρες θα βγω για κυνήγι. Για ακόμη δύο χάντρες.
* * *
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Ένας δολοφόνος κυκλοφορεί αόρατος στο κέντρο της Αθήνας. Τα θύματά του, ένας ηλικιωμένος άστεγος, μια νεαρή Ελληνογαλλίδα, ένας Μπαγκλαντεσιανός διανομέας. Μόνο κοινό χαρακτηριστικό: από τα πτώματά τους έχουν αφαιρεθεί τα μάτια. Ο αστυνόμος Χριστόφορος Μάρκου, σημαδεμένος από μια προσωπική απώλεια, καλείται να λύσει την πιο σκοτεινή υπόθεση της καριέρας του. Στο πλευρό του η προφάιλερ Ρουμπίνη Γαετάνου, που παλεύει να διαχειριστεί καταστροφικά για την υγεία της νέα, και ο αστυνόμος Κωνσταντίνος Μανιάς. Όσο ο κύκλος του αίματος μεγαλώνει, οι πρωταγωνιστές βυθίζονται σ’ έναν λαβύρινθο όπου τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Τα πρόσωπα αλλάζουν ρόλους, τα θύματα γίνονται θύτες και η αλήθεια καραδοκεί εκεί όπου κανείς δεν... κοιτάζει. Τι καθορίζει, τελικά, το ποιοι είμαστε; Το DNA, το περιβάλλον ή οι επιλογές μας; Ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα για τη φύση του κακού, το βάρος της κληρονομικότητας και την αδυσώπητη ανάγκη να αντικρίσουμε –ή να μην αντικρίσουμε– την αλήθεια.
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε Νομική και Εγκληματολογία στην Αθήνα και στο Παρίσι, όπου ζει τα τελευταία χρόνια. Είναι δημιουργός του όρου Criminart, συγγραφέας δοκιμίων για την αισθητική του εγκλήματος και αστυνομικής λογοτεχνίας, μέλος της Crime Writers’ Association, ενώ το 2023 του απονεμήθηκε το Βραβείο Méditerranée Αστυνομικού Μυθιστορήματος. Μεταξύ άλλων έχει εκδώσει τα έργα: «Scènes de crime au Louvre / The Louvre Murder Club», 2017 (Γαλλικό Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνικού Δοκιμίου), «Scènes de crime à Orsay / The Orsay Murder Club», 2018, «Μυθιστόρημα με κλειδί», 2021 (Βραβείο Méditerranée Αστυνομικού Μυθιστορήματος), «Θάνατος επί σκηνής», 2023, «Ο δολοφόνος στις σελίδες», 2024. Το μυθιστόρημά του «Ομέρο, ο κρυφός γιος» (Εκδόσεις Ψυχογιός 2025) κυκλοφόρησε το 2023 στη Γαλλία και αγαπήθηκε από κοινό και κριτικούς.