Βιβλιο

Χρήστος Κυριακίδης: Η επιστήμη είναι στάση ζωής που παράγει γνώση και γεννά ποίηση

Γιατί χρειαζόμαστε ξανά το «γιατί;»

Ηλιάνα Κωνσταντακάτου
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Χρήστος Κυριακίδης | Το μήλο, η πεταλούδα και ο καθηγητής Σιμωνίδης: Ένα βιβλίο για όσους φοβούνται τη Φυσική — και αγαπούν τη σκέψη

Advertorial

Σε μια εποχή όπου η βεβαιότητα διακινείται πιο γρήγορα από την κατανόηση και οι απαντήσεις προηγούνται συχνά των ερωτήσεων, ο Χρήστος Κυριακίδης επιλέγει να επιστρέψει στο θεμελιώδες: στην απορία. Με αφορμή το νέο του βιβλίο Το μήλο, η πεταλούδα και ο καθηγητής Σιμωνίδης (εκδ. Key Books), ο φυσικός και συγγραφέας μιλάει στην Athens Voice όχι για τη Φυσική ως σχολικό μάθημα ή επιστημονικό πεδίο, αλλά ως τρόπο σκέψης και στάση ζωής.

Σε αυτή τη συζήτηση, η επιστήμη συναντά την ενσυναίσθηση, ο ορθολογισμός αποκαθίσταται ως βαθιά ανθρώπινη αρετή και ο δάσκαλος γίνεται σύμβολο ελευθερίας σκέψης. Από τον χρόνο και την εντροπία μέχρι τον φόβο του τέλους και τη σημασία του «γιατί», ο Κυριακίδης υπερασπίζεται την περιέργεια ως πράξη ωριμότητας - και μας καλεί να θυμηθούμε ότι η αμφιβολία δεν είναι αδυναμία, αλλά αρχή κατανόησης.

Χρήστος Κυριακίδης: Η απορία ως στάση ζωής

— Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στη συγγραφή αυτού του βιβλίου τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή;

Ήταν η αίσθηση ότι ωρίμασε μέσα μου μια ανάγκη που υπήρχε εδώ και καιρό. Όχι, να εξηγήσω τη Φυσική με έναν ακόμη τρόπο, αλλά να μιλήσω για το τι σημαίνει να σκέφτεται κανείς μέσα από αυτήν. Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άφθονη, αλλά η κατανόηση σπάνια, και όπου ο ορθολογισμός συχνά συγχέεται είτε με ψυχρότητα είτε με αυθεντία. Μέσα από τη Φυσική, όμως, μπορεί κανείς να αντιληφθεί τον ορθολογισμό ως κάτι πολύ πιο ανθρώπινο: ως μια στάση σκέψης που ζητά αποδείξεις, αντέχει την αβεβαιότητα και επιτρέπει την αλλαγή γνώμης. Ένιωσα λοιπόν ότι ήταν η στιγμή να γράψω ένα βιβλίο που να συνδέει τη γνώση με τον άνθρωπο, την επιστήμη με την εμπειρία και τις έννοιες με τις ερωτήσεις που όλοι, λίγο ή πολύ, κουβαλάμε - και που σήμερα είναι πιο αναγκαίες από ποτέ.

— Πότε αντιληφθήκατε ότι, μεγαλώνοντας, αυτό που φθίνει δεν είναι τόσο η γνώση όσο η περιέργεια;

Όταν άρχισα να βλέπω ανθρώπους - και συχνά και τον ίδιο μου τον εαυτό - να φοβούνται τις ερωτήσεις περισσότερο απ’ ό,τι την άγνοια. Η γνώση μπορεί να αυξάνεται με τα χρόνια, αλλά η περιέργεια δεν είναι δεδομένη· χρειάζεται καλλιέργεια, χρόνο και χώρο. Αν δεν της επιτρέψεις να υπάρχει, αν την αντικαταστήσεις με έτοιμες βεβαιότητες και γρήγορες απαντήσεις, τότε αρχίζει να φθίνει. Και μαζί της φθίνει και η ουσιαστική σκέψη, αυτή που δεν βιάζεται να κλείσει τον κόσμο σε συμπεράσματα.

— Πώς θα περιγράφατε το βιβλίο σας, με μία μόνο πρόταση, σε έναν αναγνώστη που δηλώνει ότι «φοβάται» τη Φυσική;

Είναι ένα βιβλίο που δεν προσπαθεί να εξηγήσει τη Φυσική, αλλά να τη δείξει ως έναν ανθρώπινο τρόπο σκέψης: τη δυνατότητα που έχουμε, ως όντα του Σύμπαντος με νοημοσύνη, να ρωτάμε για να κατανοήσουμε τον ίδιο τον κόσμο.

— Αναφέρετε ότι «η Φυσική είναι τρόπος να στέκεται κανείς απέναντι στον κόσμο». Πώς μεταφράζεται αυτή η θέση στην καθημερινότητα;

Μεταφράζεται στην αποδοχή ότι δεν έχουμε πάντα όλες τις απαντήσεις, αλλά μπορούμε να έχουμε καθαρές ερωτήσεις. Σημαίνει να ζητάς τεκμήρια, να αλλάζεις γνώμη όταν αλλάζουν τα δεδομένα, να αντέχεις την αβεβαιότητα χωρίς πανικό. Αυτή η στάση δεν είναι χρήσιμη μόνο στην επιστήμη - είναι χρήσιμη στη ζωή, στις σχέσεις, στη δημόσια συζήτηση.

— Μπορεί ο ορθολογισμός να συνυπάρξει με την ενσυναίσθηση ή οδηγεί αναπόφευκτα σε ψυχρότητα;

Ο ορθολογισμός χωρίς ενσυναίσθηση γίνεται ψυχρός. Η ενσυναίσθηση χωρίς ορθολογισμό γίνεται τυφλή. Η επιστήμη, όταν ασκείται σωστά, δεν αφαιρεί το συναίσθημα· το πειθαρχεί. Και αυτός ο συνδυασμός είναι βαθιά ανθρώπινος.

— Ο Σιμωνίδης εμφανίζεται ως μια σχεδόν εμβληματική μορφή. Πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο ή για σύνθεση εμπειριών και επιρροών;

Ο Σιμωνίδης δεν είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Είναι μια σύνθεση εμπειριών, ανθρώπων και στιγμών. Είναι ο δάσκαλος που όλοι συναντήσαμε ή θα θέλαμε να έχουμε συναντήσει: αυτός που δεν σου δίνει έτοιμες απαντήσεις, αλλά σου μαθαίνει πώς να σκέφτεσαι και, μέσα από την αγάπη του για τη διδασκαλία και τη γνώση, σου μαθαίνει να αγαπάς αυτά που σου διδάσκονται.

— Πόσο καθοριστικός μπορεί να αποδειχθεί ο ρόλος ενός δασκάλου στη διαμόρφωση της σκέψης και της πορείας ενός ανθρώπου;

Καθοριστικός - όχι επειδή μεταδίδει γνώση, αλλά επειδή νομιμοποιεί την ερώτηση. Ένας καλός δάσκαλος μπορεί να αλλάξει την πορεία ενός ανθρώπου όχι τόσο με αυτά που λέει, όσο με τον τρόπο που στέκεται απέναντι στη σκέψη, στην αμφιβολία και στο «δεν ξέρω». Δεν σου μαθαίνει τι να σκέφτεσαι· σου δείχνει ότι επιτρέπεται να σκέφτεσαι. Και κυρίως, ότι επιτρέπεται να μην έχεις άμεσα απαντήσεις. Όταν ένας δάσκαλος καταφέρει να ξυπνήσει τη σπίθα της περιέργειας, η διδασκαλία έχει ήδη ολοκληρωθεί. Από εκείνο το σημείο και μετά, η μάθηση παύει να είναι εξωτερική διαδικασία και γίνεται εσωτερική ανάγκη. Ο άνθρωπος συνεχίζει μόνος του: ρωτά, επιστρέφει, αμφιβάλλει, ξαναδοκιμάζει. Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο πιο βαθύς και διαρκής ρόλος ενός δασκάλου - να σε αφήσει ικανό και ελεύθερο να συνεχίσεις χωρίς αυτόν.

— Αν ο Σιμωνίδης βρισκόταν σήμερα στην τάξη, πώς εκτιμάτε ότι θα αντιμετώπιζε τη σχολική πραγματικότητα και την επίδραση των κοινωνικών δικτύων;

Πιστεύω ότι δεν θα τα αντιμετώπιζε ως εχθρό. Δεν θα δαιμονοποιούσε ούτε τη σχολική πραγματικότητα ούτε τα κοινωνικά δίκτυα. Θα προσπαθούσε να τα εντάξει στη συζήτηση, να τα μετατρέψει από παθητική κατανάλωση σε αφορμή σκέψης και διαλόγου. Το πρόβλημα δεν είναι η ταχύτητα της εποχής ούτε η πληθώρα των ερεθισμάτων, είναι η απουσία χώρου για στοχασμό. Και ένας τέτοιος δάσκαλος θα αγωνιζόταν ακριβώς γι’ αυτόν τον χώρο: για μια στιγμή παύσης μέσα στον θόρυβο.

— Το βιβλίο σας διαβάζεται ως αφήγημα και όχι ως επιστημονικό εγχειρίδιο. Γιατί επιλέξατε αυτή τη μορφή;

Γιατί έτσι σκέφτεται ο άνθρωπος. Όχι με κεφάλαια και υποκεφάλαια, αλλά με ιστορίες, σχέσεις και διαδρομές. Οι έννοιες της φυσικής δεν εμφανίζονται ποτέ αποκομμένες από την εμπειρία μας· τις κουβαλάμε μέσα στον χρόνο, στην αμφιβολία, στις σχέσεις μας με τους άλλους. Η αφήγηση δεν απλοποιεί την επιστήμη - της δίνει χρόνο και βάθος. Επιτρέπει στις ιδέες να ωριμάσουν, να επιστρέψουν, να ιδωθούν από διαφορετικές γωνίες. Και κυρίως, επιτρέπει στον αναγνώστη να μη σταθεί απέναντι στη γνώση ως εξεταζόμενος, αλλά ως συνομιλητής.

— Θεωρείτε ότι η επιστήμη χρειάζεται τη λογοτεχνία για να επικοινωνηθεί ουσιαστικά στο ευρύ κοινό;

Χρειάζεται την αφήγηση, όχι απαραίτητα τη λογοτεχνία με τη στενή έννοια. Χρειάζεται γλώσσα που να συνδέει, όχι να αποκλείει. Η επιστήμη γεννήθηκε μέσα από ιστορίες ανθρώπων που αναρωτήθηκαν.

— Κατά τη γνώμη σας, μπορεί το συναίσθημα να συνυπάρξει με την επιστημονική ακρίβεια χωρίς να την υπονομεύει;

Όχι, μόνο μπορεί - πρέπει. Το συναίσθημα δεν αλλοιώνει την ακρίβεια, αρκεί να μην την αντικαθιστά. Το δέος, η απορία, η ταπεινότητα είναι κινητήριες δυνάμεις της επιστήμης.

— Από τα μεγάλα ερωτήματα που πραγματεύεστε - Big Bang, χρόνος, εντροπία, χάος - ποιο σας απασχολεί περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο;

Ο χρόνος. Όχι, ως φυσικό μέγεθος, αλλά ως εμπειρία. Με απασχολεί ο τρόπος που τον ζούμε και όχι ο τρόπος που τον μετράμε. Το πώς ο χρόνος διαστέλλεται όταν περιμένουμε, πώς συστέλλεται όταν είμαστε ευτυχισμένοι, πώς γίνεται βάρος όταν φοβόμαστε και χώρος όταν δίνουμε νόημα σε όσα κάνουμε. Η φυσική μάς δείχνει ότι ο χρόνος δεν είναι απόλυτος, ότι δεν κυλά το ίδιο για όλους, ότι δεν είναι το σταθερό φόντο της ζωής μας. Και αυτό, για μένα, έχει βαθιά ανθρώπινη σημασία. Γιατί μας θυμίζει ότι δεν ζούμε απλώς μέσα στον χρόνο - τον βιώνουμε, τον κουβαλάμε, τον γεμίζουμε με μνήμη, απώλεια, προσμονή. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι είναι ο χρόνος, αλλά πώς επιλέγουμε να υπάρχουμε μέσα σε αυτόν.

— Όταν μιλάμε για το τέλος του Σύμπαντος, αγγίζουμε αναπόφευκτα και τον ανθρώπινο φόβο για το τέλος;

Ναι, αναπόφευκτα. Όταν μιλάμε για το τέλος του Σύμπαντος, στην πραγματικότητα μιλάμε και για το δικό μας τέλος, για τη φθαρτότητα, για το γεγονός ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο ή αιώνιο. Όμως αυτό δεν είναι απαραίτητα σκοτεινό ή αποθαρρυντικό. Το τέλος μάς αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουμε την αξία του παρόντος, των σχέσεων, των επιλογών μας. Η επιστήμη δεν μας παρηγορεί με εύκολες υποσχέσεις· μας ξεκαθαρίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο υπάρχουμε. Και αυτή η καθαρότητα, όσο σκληρή κι αν μοιάζει, μπορεί να γίνει απελευθερωτική: γιατί μας θυμίζει ότι το νόημα δεν προϋπάρχει, αλλά το χτίζουμε εμείς, όσο έχουμε χρόνο.

— Τι θα θέλατε να αποκομίσει, σε επίπεδο εμπειρίας και συναισθήματος, ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο;

Θα ήθελα ο αναγνώστης να κλείσει το βιβλίο με την αίσθηση ότι δεν είναι μόνος στις ερωτήσεις του. Ότι το να σκέφτεσαι, να αμφιβάλλεις και να αναρωτιέσαι δεν είναι αδυναμία, αλλά βαθιά ανθρώπινη δύναμη. Και, αν είναι δυνατόν, να έχει μία ερώτηση περισσότερη απ’ όσες είχε όταν το άνοιξε. Όχι, γιατί δεν βρήκε απαντήσεις, αλλά γιατί ένιωσε ξανά την επιθυμία να συνεχίσει να ρωτά - ήρεμα, χωρίς φόβο, χωρίς την ανάγκη να τα ξέρει όλα.

— Αν επιστρέφατε στον έφηβο εαυτό σας, ποια ερώτηση θα του ζητούσατε να μην εγκαταλείψει ποτέ;

Θα του έλεγα να μην εγκαταλείψει ποτέ το «γιατί;». Όχι, ως αντίδραση ή άρνηση, αλλά ως στάση ζωής. Να μην πάψει να ρωτά για τον κόσμο, για τους ανθρώπους, για τον εαυτό του - ακόμη κι όταν οι απαντήσεις δεν έρχονται εύκολα ή καθόλου.

 Τελικά, για εσάς η επιστήμη είναι κυρίως γνώση, ποίηση ή στάση ζωής;

Είναι στάση ζωής που παράγει γνώση και γεννά ποίηση. Αν τη δω μόνο ως ένα από τα τρία, τη φτωχαίνω.

***

Στη συζήτηση με τον Χρήστο Κυριακίδη, η Φυσική παύει να είναι ένα σύνολο εξισώσεων και γίνεται καθρέφτης της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο χρόνος μετατρέπεται από μέγεθος σε βίωμα, το τέλος του Σύμπαντος σε αφορμή για επαναπροσδιορισμό του παρόντος και ο ορθολογισμός σε μορφή συνειδητής ευθύνης απέναντι στην πραγματικότητα. Αν κάτι μένει από αυτή τη συνέντευξη - και από το ίδιο το βιβλίο - είναι η υπενθύμιση ότι το «δεν ξέρω» δεν είναι κενό, αλλά χώρος. Χώρος για σκέψη, για διάλογο, για αλλαγή. Σε μια δημόσια σφαίρα που συχνά επιβραβεύει τη βεβαιότητα, η επιλογή να συνεχίζεις να ρωτάς ίσως είναι η πιο ριζοσπαστική πράξη. Και ίσως, τελικά, η πιο ανθρώπινη.

→ Ο Χρήστος Κυριακίδης είναι ο άνθρωπος πίσω από το YouTube κανάλι «It's Just Physics», όπου με άμεσο, απλό και συχνά χιουμοριστικό τρόπο μιλά για τη φυσική, την επιστήμη και τις μεγάλες ερωτήσεις που μας απασχολούν όλους. Έχει καταφέρει να χτίσει ένα κοινό που αγαπά την επιστήμη χωρίς να χρειάζεται να είναι ειδικός.