Βιβλιο

Freida McFadden, «Αγαπητή Ντέμπι»: Αποκλειστική προδημοσίευση

Το μυθιστόρημα «Αγαπητή Ντέμπι» της Freida McFadden (μετάφραση Κίκα Κραμβουσάνου, Εκδόσεις Διόπτρα) κυκλοφορεί στις 18 Φεβρουαρίου

A.V. Team
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ένα ολοκαίνουργιο θρίλερ από τη συγγραφέα της Τριλογίας της Καμαριέρας, μπεστ σέλερ των New York Times

Το ψυχολογικό θρίλερ «Αγαπητή Ντέμπι» της Freida McFadden (μετάφραση Κίκα Κραμβουσάνου, 344 σελίδες, Εκδόσεις Διόπτρα) κυκλοφορεί στις 18 Φεβρουαρίου. Διαβάστε παρακάτω ένα απόσπασμα — μια αποκλειστική προδημοσίευση για την A.V.:

Freida McFadden, «Αγαπητή Ντέμπι»

Είμαι έτοιμη να γυρίσω στην κουζίνα, μα σταματώ όταν διακρίνω ξανά μια κίνηση από το παράθυρο. Είναι ο διπλανός μας, ο Μπρετ Κάρλσον, που περπατάει στο δρομάκι που χωρίζει τα δυο σπίτια μας. Για την ακρίβεια, δεν θα έλεγα ότι περπατάει, αλλά μάλλον ότι οδεύει προς την εξώπορτά μας οργισμένα. Από λεπτό σε λεπτό, θα την κοπανάει με τις γροθιές του.

Η μέρα αυτή προβλέπεται… πολύ ενδιαφέρουσα.

Αν και στέκομαι μόλις λίγα βήματα από την πόρτα, δεν την ανοίγω αμέσως. Δίνω στον Μπρετ την ευκαιρία να χτυπήσει το κουδούνι. Επανειλημμένα. Ύστερα, όπως ακριβώς περίμενα, ξεκινά το κοπάνημα.

«Άνοιξέ μου!» φωνάζει, κοπανώντας άσκοπα τις γροθιές του πάνω στην πόρτα. «Άνοιξέ μου αμέσως!»

Σκέτη σαπουνόπερα είναι το άτομο, έλεος!

Ο Μπρετ Κάρλσον μετακόμισε στη γειτονιά μας πριν από έναν χρόνο περίπου. Τους περισσότερους γείτονες τους ξέρω αρκετά καλά· αυτόν σχεδόν καθόλου. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δουλεύει στα χρηματοοικονομικά, οδηγεί το σπορ αμάξι του με υπερβολική ταχύτητα και βάζει μουσική τόσο δυνατά στο γραφείο του σπιτιού του, που ενοχλεί ολόκληρη τη γειτονιά. Κι όμως, πάντα προλαβαίνει να χαμηλώσει την ένταση ακριβώς πριν εμφανιστεί η αστυνομία λόγω παραπόνων για θόρυβο.

Αργά, νωχελικά, πηγαίνω να του ανοίξω. Μα πριν το κάνω, αρπάζω το κοπίδι που φυλάμε σε ένα ντουλάπι του χολ και το γλιστράω στην τσέπη του φορέματός μου. Για παν ενδεχόμενο. Ο Μπρετ στέκεται στην είσοδο του σπιτιού μου, με τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές και το πρόσωπό του κατακόκκινο.

Με κοιτάζει απειλητικά. Σφίγγω με το δεξί μου χέρι το κοπίδι στην τσέπη μου.

«Καλημέρα, Μπρετ!» λέω πρόσχαρα. «Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;»

«Ξέρω τι έκανες», συρίζει θυμωμένα ο Μπρετ. «Ξέρω τι έκανες και δεν θα τη γλιτώσεις!»

Τον κοιτάζω απορημένα. «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς. Τι στην ευχή θαρρείς πως έκανα;»

«Το ξέρω πως ήσουν εσύ!» Όλες οι φλέβες στο λαιμό του Μπρετ είναι φουσκωμένες. «Νομίζεις ότι μετά από όλες αυτές τις καταγγελίες για θόρυβο, δεν θα το καταλάβαινα;»

«Ειλικρινά», λέω, «δεν ξέρω σε τι αναφέρεσαι, Μπρετ».

«Στον ηλεκτρολογικό πίνακα», διευκρινίζει. «Τρύπωσες στο υπόγειο και έκοψες το ρεύμα στο γραφείο μου. Δεν έχω ηλεκτρικό σ’ εκείνο το δωμάτιο. Θα μου κοστίσει χιλιάδες δολάρια για να το φτιάξω!»

Βάζω το χέρι στο στήθος μου.

«Άπαπα!»

«Άπαπα;», επαναλαμβάνει κοροϊδευτικά ο Μπρετ. «Ψεύτρα! Δεν θες να παίζω δυνατά μουσική και πας και μου κόβεις το ρεύμα». Με κοιτάζει μισοκλείνοντας τα μάτια του. «Ξέρω ότι ήσουνα εσύ. Και θα το πληρώσεις – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα το πληρώσεις».

Φαίνεται σαν να πάει να μπουκάρει στο σπίτι για να συνεχίσει τον καβγά μέσα. Μα μπλοκάρω την είσοδο, έτοιμη να τραβήξω το κοπίδι από την τσέπη μου αν χρειαστεί. Όμως, δεν θα φτάσουμε εκεί. Ο Μπρετ είναι μόνο λόγια.

«Λυπάμαι πάρα πολύ για ό,τι συνέβη στον ηλεκτρολογικό πίνακά σου, Μπρετ». Συνοφρυώνομαι. «Αλλά, στον λόγο μου, δεν ήμουν εγώ. Εδώ καλά καλά δεν ξέρω πώς να χειρίζομαι τον δικό μας πίνακα! Όλα αυτά τα καλώδια… είναι μεγάλο μυστήριο για μένα. Ρώτα και τον Κούπερ. Πάντα εκείνος ανεβάζει τις ασφάλειες άμα πέφτουν».

Ο Μπρετ εξακολουθεί να με αγριοκοιτάζει, δύσπιστος. «Το ξέρω πως ήσουν εσύ».

«Έχεις καμία απόδειξη;»

«Απόδειξη;»

Του χαρίζω ένα ευγενικό χαμόγελο. «Μια απλή ερώτηση είναι, Μπρετ».

«Δεν χρειάζομαι αποδείξεις», ξεσπάει. «Το ξέρω πως ήσουν εσύ».

Γελάω, πράγμα που τον εξαγριώνει ακόμη περισσότερο.

«Αυτό είναι άνω ποταμών. Πώς στην ευχή θα έμπαινα στο υπόγειό σου, δηλαδή;»

Κοντοστέκεται για μια στιγμή να το σκεφτεί. «Είχα κρύψει ένα κλειδί κάτω από το φαναράκι στην πίσω αυλή. Κι εσύ κάπως το μυρίστηκες».

Είναι γεγονός ότι υπάρχουν ορισμένοι αφελείς άνθρωποι που κρύβουν τα κλειδιά της εξώπορτάς τους σε εντελώς εκτεθειμένα σημεία: κάτω από μια πέτρα, μέσα σε μια γλάστρα ή ακόμα και κάτω από το χαλάκι της εισόδου. Είναι σαν να στέλνουν επίσημη πρόσκληση σε διαρρήκτες. Όταν επισκεπτόμαστε φίλους, ο Κούπερ κι εγώ παίζουμε ένα παιχνίδι όπου πρέπει να μαντέψω πού είναι κρυμμένο το εφεδρικό κλειδί πριν φτάσουμε στην εξώπορτα. Αυτό το παιχνίδι τον κάνει πάντα να γελάει. Πρόσφατα που πήγαμε για φαγητό σ’ έναν συνάδελφό του, του είπα: «Το κλειδί τους είναι κάτω απ’ τον νάνο, δίπλα στην πόρτα». Σηκώσαμε τον διακοσμητικό νάνο και – ιδού! Εγώ κάτι τέτοια τα μυρίζομαι από χιλιόμετρα!

«Με άλλα λόγια, μου λες», αρχίζω, «ότι βρήκα αυτό το κλειδί που είχες κρύψει στην αυλή σου και μετά μπήκα στο σπίτι σου, μες στη μαύρη νύχτα, και με κάποιον τρόπο κατέστρεψα έναν διακόπτη στον ηλεκτρολογικό σου πίνακα; Μια απλή νοικοκυρά είμαι, Μπρετ. Είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι έκανα όλα αυτά τα πράγματα;»

Για πρώτη φορά από τη στιγμή που εμφανίστηκε, διακρίνω μια σκιά αβεβαιότητας στο πρόσωπό του.

«Ξέρεις», του λέω, «μάλλον θα ήταν τίποτα πιτσιρικάδες. Χθες το βράδυ είδα κάτι μούτρα να κόβουν βόλτες στον δρόμο μας. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν το έκαναν για να σπάσουν πλάκα».

Και δεν είναι τελείως ψέμα. Ο Ζέιν όλο εδώ απέξω τριγυρνάει, και πιο μούτρο απ’ αυτόν δεν γίνεται.

«Εγώ πάντως λέω πως ήσουνα εσύ». Εξακολουθεί να με αγριοκοιτάζει, αν και η σιγουριά στη φωνή του έχει κάπως εξασθενίσει. «Μπορεί να μην έχω αποδείξεις, αλλά, μόλις επισκευαστεί ο πίνακας, θα βάλω κάμερα».

«Εξαιρετική ιδέα!» αναφωνώ. «Οι κάμερες ασφαλείας κάνουν θαύματα!»

Ο Μπρετ δείχνει έτοιμος να με πνίξει. Το χέρι μου πάει να πιάσει το κοπίδι, αλλά κρατιέμαι. Αντί γι’ αυτό, χαμογελάω ζεστά στον γείτονά μου.

«Μακάρι να τον πιάσουν τον αλήτη που σ’ το ’κανε αυτό», του λέω.

«Ναι», γρυλίζει, «σίγουρα το θες».

Κι ύστερα γυρίζει και κατεβαίνει φουριόζος τα σκαλιά, στέλνοντάς μου πάνω από τον ώμο του δολοφονικά βλέμματα σε κάθε βήμα.

* * *

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΗ Ντέμπι Μούλεν, ως αρθρογράφος της στήλης Αγαπητή Ντέμπι, έχει υπάρξει φίλη και σύμβουλος για αμέτρητες γυναίκες της Νέας Αγγλίας που αναζητούν μια συμβουλή. Πολλές από αυτές μοιράζονται με την Ντέμπι ιστορίες υποτίμησης, εκμετάλλευσης, ακόμη και κακοποίησης από τους συζύγους τους, και εκείνη κάνει ό,τι μπορεί για να τις βοηθήσει. Αλλά μερικές φορές αυτό δεν είναι αρκετό. Η ζωή της Ντέμπι όμως εκτροχιάζεται. Μόλις έχασε τη δουλειά της, οι έφηβες κόρες της περνούν τις δικές τους κρίσεις και ο σύζυγός της έχει πολλά να κρύψει. Τουλάχιστον αυτό συμπεραίνει από την εφαρμογή παρακολούθησης που εγκατέστησε κρυφά στο κινητό του. Η υπομονετική και βολική Ντέμπι όμως τελείωσε! Ήρθε η ώρα να ακούσει τις ίδιες τις συμβουλές της, και να αναλάβει δράση. Καμία αδικία δεν θα μείνει ατιμώρητη.

Freida McFadden

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣΗ Freida McFadden, συγγραφέας των #1 μπεστ σέλερ σε New York Times, USA Today, Wall Street Journal, Publisher’s Weekly, είναι και γιατρός που ειδικεύεται στις εγκεφαλικές βλάβες. Η Freida έχει λάβει το International Thriller Writer Award για το Best Paperback Original, όσο και το Goodreads Choice Award για το καλύτερο θρίλερ. Τα μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες. Η Freida ζει με την οικογένειά της και την γκρίζα γάτα της σε ένα τριώροφο σπίτι με θέα στον ωκεανό. Από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία της «Η αγγελία», «Το μυστικό της καμαριέρας», «Η καμαριέρα σε βλέπει» και «Ποτέ μη λες ψέματα!».