Βιβλιο

Όχι! Δεν θα σταματήσω ποτέ να αγαπώ τον Χάρι Πότερ

Συγγνώμη αν σας προσβάλλει η αισιοδοξία και η συμπόνιά μου

Ελένη Χελιώτη
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Χάρι Πότερ: Το άρθρο των New York Times και το βαθύτερο νόημα των περιπετειών του μάγου της παιδικής και εφηβικής ηλικίας μας

Την 1η Φεβρουαρίου, 2026, η εφημερίδα The New York Times, δημοσίευσε ένα Opinion Essay γραμμένο από την βρετανίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα Λουίζ Πέρι, με τον τίτλο «The Harry Potter Generation Needs to Grow Up» (Η γενιά του Χάρι Πότερ πρέπει να μεγαλώσει), αναφερόμενη φυσικά στη γενιά των Millennials. Ο τίτλος και μόνο με θύμωσε, αλλά ήμουν πολύ περίεργη να δω γιατί πιστεύει, μια millennial 34 ετών, ότι οφείλουμε να «μεγαλώσουμε» και να αφήσουμε αυτό το κακό πίσω μας.

Το διάβασα, λοιπόν, το άρθρο, και το ξαναδιάβασα, και το ξαναδιάβασα με ιδιαίτερη προσοχή, και κάθε φορά θύμωνα και περισσότερο, και όχι γιατί έχω κάποιο όφελος στο να εναντιωθώ σε αυτή την πεποίθηση, ούτε γιατί η αγάπη μου για τον κόσμο του Χάρι Πότερ με κάνει αυτόματα να επαναστατώ σε οτιδήποτε αρνητικό γράφεται για αυτό. Το να μην αρέσει σε κάποιον ή να μην αγγίζει κάποιον το μαγικό σύμπαν αυτό είναι κάτι απόλυτα κατανοητό και σεβαστό.

Διαφωνώ με πολλές δηλώσεις της κυρίας Πέρι, όμως, και θεωρώ ότι σε αρκετά σημεία φαίνεται να προσπαθεί να μας πείσει για κάτι το οποίο εντέλει δεν ξέρω αν ακόμα και η ίδια συνειδητοποιεί ότι είναι προβληματικό ή κατ’ ελάχιστον εντελώς αχρείαστο. Ας τα δούμε όμως ένα-ένα.

Θα ήθελα να ξεκινήσω με τη γενικότερη ομπρέλα κάτω από την οποία τοποθετεί, αξιολογεί και ορίζει το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουμε ως γενιά σε σχέση με το Χάρι Πότερ― και αυτή η ομπρέλα είναι η πολιτική, και τα politics που γενικότερα ήταν δημοφιλή τότε (στα τέλη της δεκαετίας 1990), και τα οποία ισχυρίζεται ότι αναπόφευκτα εισχώρησαν βαθιά στη σειρά βιβλίων της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ.

Εκεί ξεκινά το πρόβλημά μου με όλο αυτό―στην αδυσώπητη ανάγκη μας πλέον να τοποθετήσουμε τα πάντα κάτω από μια πολιτική ομπρέλα και να τα αποδομούμε μανιωδώς προσπαθώντας, λαϊκιστί, να βγάλουμε από τη μύγα ξίγκι. Διότι τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, και όλα, υπό ένα πολιτικό μικροσκόπιο, κρύβουν κάτι μοχθηρό και δυσοίωνο.

Κάτι που πλέον είναι politically incorrect, και οφείλουμε να το διορθώσουμε, ή να το εξαλείψουμε, ή να το αφήσουμε πίσω μας και να το καταραστούμε επειδή εντέλει δεν ήταν ποτέ καλό, αλλά του σατανά. Και αν δεν το πιστεύεις αυτό, τότε είσαι και εσύ του σατανά και θα σε κάψουμε και σένα στην πυρά για παραδειγματισμό.

Κάπου ας ηρεμήσουμε όμως λίγο.

Ήμουν 19 ετών και στο δεύτερο έτος του προπτυχιακού μου όταν κράτησα για πρώτη φορά το πρώτο βιβλίο Χάρι Πότερ στα χέρια μου. Δεν ήμουν ούτε παιδί, ούτε καν έφηβη όταν μαγεύτηκα και εγώ όπως εκατοντάδες εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι όλων των ηλικιών από τον μαγικό αυτό κόσμο. Τι ήξερα από πολιτική τότε; (Η απάντηση είναι τίποτα. Την τύφλα μου δεν ήξερα. Ιταλική φιλολογία και Μετάφραση σπούδαζα, και ένα προαιρετικό μάθημα πολιτικής που δοκίμασα στο σχολείο το παράτησα επειδή δεν μ΄ άρεσε καθόλου). Τι ήξεραν όλα αυτά τα παιδιά;

Δεν χρειαζόταν να γνωρίζω κάτι. Η σειρά βιβλίων αυτή μ’ έκανε να αγαπήσω το διάβασμα, τα βιβλία, τη λογοτεχνία. Μου επέτρεψε να μπω σε έναν μαγικό κόσμο και να ζήσω σε αυτόν. Μου επέτρεψε να αφήσω τη φαντασία μου ελεύθερη, να γεμίσω εικόνες, να γελάσω, να κλάψω, να νιώσω συμπόνια, ενσυναίσθηση, και πολλά άλλα συναισθήματα τα οποία προφανώς δεν έχουν ούτε θέση ούτε αξία στο πολιτικό βιτρό της κυρίας Πέρι.

Και παρόλο που δεν έχω το υπόβαθρο για να κάνω μια πολιτική ανάλυση, έχω ωστόσο ένα διδακτορικό στην παιδική και εφηβική σύγχρονη λογοτεχνία το οποίο αν μη τι άλλο μου επιτρέπει να μπορώ να δω αναλυτικά και ακαδημαϊκά ένα λογοτεχνικό έργο. Κοινώς, μπορώ και εγώ Λουίζ να αποδομήσω αν θέλω.

Και ενώ, ναι, ενδεχομένως να μπορεί κάποιος να κοιτάξει το οτιδήποτε από μία πολιτική διόπτρα, η ερώτησή μου είναι, χρειάζεται; Είναι απαραίτητο; Και αν ναι, γιατί; Εν προκειμένω, γιατί; Για να πείσεις μια τεράστια ομάδα ανθρώπων ότι κάτι το οποίο ακόμα και σε αυτή την ηλικία, ακόμα και με τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο γύρω μας, τα οποία βλέπουμε και αντιμετωπίζουμε καθημερινά στη ζωή μας, τους φέρνει λίγη χαρά, τους γεμίζει με ένα ζεστό συναίσθημα, και τους επιτρέπει έστω και για λίγο να ξανανιώσουν σαν παιδιά, λίγο ξέγνοιαστα, λίγο μαγικά, είναι κάτι το οποίο είναι πολιτικά πεπερασμένο και θα πρέπει να αφήσουν πίσω τους;

Και εδώ θέλω να τη ρωτήσω: are you OK? Γιατί δεν φαίνεται να είσαι. Γιατί απ΄ όποια μεριά και αν το πιάσω αυτό το άρθρο, δεν βγάζει κανένα νόημα. Δεν έχει λόγο ύπαρξης. Γιατί ουσιαστικά μας ζητάς να αποτάξουμε τι ακριβώς; Την αισιοδοξία μας; Τη φαντασία μας; Την αγάπη μας για λίγους φανταστικούς χαρακτήρες και ένα σχολείο στο οποίο όλοι θα θέλαμε να πάμε; Το χιούμορ; Την αγάπη μας για μια κλασσική, πατροπαράδοτη ιστορία καλού και κακού που λίγο-πολύ χαρακτηρίζει το συντριπτικό ποσοστό παιδικών (και μη) βιβλίων;

Τι ακριβώς νομίζεις ότι «βλέπουμε» όταν παρακολουθούμε τις ταινίες ή διαβάζουμε τα βιβλία αυτά, ακόμα και σαν ενήλικες; Ίσως να θεωρείς ότι έχουμε το μυθιστόρημα ανοιχτό δίπλα σε κάποιο μανιφέστο και κρατάμε σημειώσεις. Ίσως φοράμε τον μπερέ μας και μαρσάρουμε τη μηχανή μας α λα Τσε Γκεβάρα―φορούσε αλήθεια μπερέ;―ενώ καπνίζουμε πούρα και κεντάμε τη σημαία του φιλελευθερισμού―έναν όρο που αναφέρεις πέντε ολόκληρες φορές στο άρθρο σου.

Ξέρεις ποιο συναίσθημα με κατακλύζει όταν οποιαδήποτε ταινία Χάρι Πότερ ξεκινά να παίζει και ακούω το χαρακτηριστικό κομμάτι που όλοι πλέον γνωρίζουμε και το οποίο συντέθηκε χαρισματικά από τον κύριο Τζον Γουίλιαμς; Αγαλλίαση. Με κατακλύζει μια απερίγραπτη ζεστασιά η οποία προέρχεται από κάτι όμορφο και οικείο―κάτι που σου έχει προσφέρει μόνο ζεστά συναισθήματα και έχει καταφέρει, κάθε φορά που το έχεις αναζητήσει, να σε βγάλει από οτιδήποτε κακό στη ζωή σου και να σου προσφέρει έστω και για λίγο, λίγη χαρά. Γιατί αυτό κάνει η τέχνη. Αυτός είναι ο σκοπός ύπαρξής της.

Γι’ αυτό γεννάμε τέχνη, για να σκοτώσουμε οτιδήποτε μας σκοτώνει μέσα μας. Για να λειάνουμε τις γωνίες της ύπαρξής μας.

Αλλά στην εποχή μας, σκοτώνουμε οτιδήποτε όμορφο και σπεύδουμε να τονίσουμε πόσο βλαβερό εντέλει είναι, και πόσο λάθος κάναμε που του δώσαμε σημασία, που το αγαπήσαμε, και πόσες φορές θα πρέπει να αυτομαστιγωθούμε για να απολογηθούμε που τολμήσαμε και το αγαπήσαμε.

Κάτι άλλο που κάνει η κυρία Πέρι είναι να μας επισημάνει πόσο ξένο φαντάζει το Χάρι Πότερ στους Zoomers, τη γενιά Ζ, δηλαδή.

Οι Zoomers ήρθαν σε έναν διαφορετικό κόσμο. Η δική τους γενιά είναι αυτή που μεγάλωσε μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 και έκτοτε έχει βιώσει μεγάλες περιόδους στάσιμων μισθών και φθίνουσας σταθερότητας των κρατών, όχι μόνο στην Αμερική αλλά και σε μεγάλο μέρος του Δυτικού κόσμου. Είναι μια γενιά που μόλις και μετά βίας γνώρισε μια αισιόδοξη περίοδο πολιτικής […] μια γενιά που είναι πιο πιθανό από τους προκατόχους της να βλέπει τη ζωή της ως ελεγχόμενη από εξωτερικές δυνάμεις, παρά από τις δικές της επιλογές και βούληση.

Αυτό μπορεί να βοηθήσει να εξηγηθεί γιατί η αισιοδοξία στο σύμπαν του Χάρι Πότερ δεν έχει ανταπόκριση πλέον στο σημερινό κλίμα. Οι πρωταγωνιστές του Χάρι Πότερ δεν είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτοι άνθρωποι - είναι ταλαντούχοι από κάποιες απόψεις και συχνά θαρραλέοι, αλλά η κα Ρόουλινγκ τονίζει πολύ την καθημερινότητά τους. Μας ζητά να πιστέψουμε ότι οι απλοί άνθρωποι - τα παιδιά, μάλιστα - είναι ικανοί να νικήσουν τις δυνάμεις του κακού.

© Reilly Brown / Wikimedia Commons

Εδώ έχω δύο ερωτήματα. Βασικά έχω πολλά, αλλά ας ξεκινήσουμε με αυτά τα δύο. Πρώτον, γιατί εγώ να πρέπει να αποτάξω την αγάπη μου για τον κόσμο του Χάρι Πότερ επειδή η επόμενη γενιά από μένα δεν ταυτίζεται με αυτόν; Και δεύτερον, το άρθρο ξεκίνησε με την πεποίθηση ότι οι Millenials θα πρέπει επιτέλους να διώξουν όλον αυτόν τον παλιμπαιδισμό και να επιστρέψουν στη στρυφνή πραγματικότητα. Οι Zoomers που κολλάνε και γιατί μας νοιάζουν; Εμάς δεν μαλώνεις; Αυτούς γιατί τους μπλέκεις; Εν πάση περιπτώσει, εάν δεν τους αρέσει, με ΄γεια τους με χαρά τους. Ας βρουν κάτι που τους εκφράζει καλύτερα και ας ταυτιστούν με αυτό. Δεν θυμάμαι να έγινε το Χάρι Πότερ ποτέ επιβεβλημένη ανάγνωση για κάποιον. Υπήρξε μια τεράστια πολιτιστική «στιγμή», παγκοσμίως, μαζί σου. Αυτό όμως από μόνο του δεν υποχρεώνει κανέναν να το ασπαστεί.

Τρίτον, περιγράφει τη γενιά Ζ σαν να υπήρξε η μόνη η οποία βίωσε την οικονομική κρίση, ενώ, ας είμαστε ειλικρινείς, ήταν η δικιά μας γενιά που «χτυπήθηκε» περισσότερο. Γιατί εμείς είμασταν αυτοί που μεγαλώσαμε με υποσχέσεις ευημερίας και την πεποίθηση ότι εάν δουλέψεις θα επιβραβευτείς. «Λεφτά υπάρχουν», μας λέγανε. Να ‘το, τα βλέπεις; Μ’ έκανες και μένα να μπω σε πολιτικά τρυπάκια.

Και τι βιώσαμε αντ’ αυτού; Να επιστρέφουμε στο σπίτι των γονιών μας χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά, με 72 πτυχεία, και την ουρά στα σκέλια. Overqualified, underpaid, και με ψυχολογικά τα οποία πληρώνουμε ακόμα σε ψυχολόγους. Ακόμα και αυτή η συζήτηση όμως είναι ένα τεράστιο λάθος. Γιατί, ξανά, δεν υπάρχει κανένας λόγος μια σύγκριση γενεών, όπως και τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς να φιλτράρονται μέσα από μια σειρά βιβλίων φαντασίας για παιδιά.

Συνεχίζει λέγοντας ότι:

Ερμηνεύσαμε την πολιτική μας άποψη μέσα από το πρίσμα του κόσμου των μάγων, συγκρίνοντας όσους διαφωνούσαν με εμάς με τον κύριο κακό των βιβλίων, τον Λόρδο Βόλντεμορτ. […] Και μερικοί από εμάς μάλιστα πήραμε βαθύτερα ηθικά ερεθίσματα από τα βιβλία, διαβάζοντάς τα σαν μια νέα Βίβλο, αντιμετωπίζοντας τα έργα ως ιερά κείμενα με θρησκευτικές διδασκαλίες να μεταφέρουν.

Θεωρώ ότι είναι αυτονόητο ότι όσοι αντιμετωπίζουν ένα λογοτεχνικό έργο φαντασίας ως πυξίδα ήθους και τρόπου ζωής θα πρέπει να επανεξετάσουν κάποια πράγματα στη ζωή τους, και ότι η γενικότερη αυτή συζήτηση αγγίζει ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό θέμα, το οποίο καθότι δεν είμαι σύμβουλος υγείας δεν μπορώ και δεν θέλω να αγγίξω. Ο φανατισμός οποιουδήποτε είδους είναι για μένα λανθασμένος και, ξανά, δεν θεωρώ ότι έχει θέση στον αρχική θεματολογία του άρθρου της κυρίας Πέρι.

Θα κλείσω όμως το δικό μου άρθρο με μία τελευταία δήλωσή της:

Ο Χάρι Πότερ αντανακλούσε αλλά και ενίσχυε την πολιτική των αναγνωστών που ενηλικιώθηκαν κατά τη μεταπολεμική φιλελεύθερη εποχή. Μια μελέτη του 2014, την οποία επικαλέστηκε η Χίλαρι Κλίντον κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας της για τη σημασία των βιβλιοθηκών, υπέδειξε ότι η ανάγνωση του Χάρι Πότερ αύξησε τη συμπόνια προς τους μετανάστες, τους ομοφυλόφιλους και τους πρόσφυγες. Σε μια άλλη έρευνα, που δημοσιεύτηκε το 2013, ο Άντονι Γκιερζίνσκι, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Βερμόντ, μαζί με την καλλιτέχνιδα Κάθριν Έντι, […] διαπίστωσαν ότι οι θαυμαστές του Χάρι Πότερ τείνουν να είναι πιο ανεκτικοί απέναντι σε όσους είναι διαφορετικοί, να είναι πιο πολιτικά ανεκτικοί, να υποστηρίζουν περισσότερο την ισότητα, να είναι λιγότερο αυταρχικοί, να αντιτίθενται περισσότερο στη χρήση βίας και βασανιστηρίων, να είναι λιγότερο κυνικοί και να επιδεικνύουν υψηλότερο επίπεδο πολιτικής αποτελεσματικότητας.

Για να καταλάβω, λοιπόν, γιατί προφανώς κάτι έχω χάσει σε όλο αυτό. Μια γενιά ανθρώπων οι οποίοι αγάπησαν και «πήραν μαζί» τους στη βαθιά ενηλικίωσή τους ένα λογοτεχνικό έργο το οποίο τους προσφέρει ασύλληπτη χαρά αλλά ταυτόχρονα―βάσει ερευνών που εσύ ονοματίζεις―τους έκανε καλύτερους ανθρώπους―πιο συμπονετικούς με περισσότερη ανέχεια και ενσυναίσθηση (το οποίο συγγνώμη αλλά δεν αναφέρθηκε πουθενά ότι είναι το χαρακτηριστικό δώρο που γενικότερα προσφέρει η λογοτεχνία)―θα πρέπει επιτέλους να το αποτάξουν, και να το αφήσουν πίσω τους επειδή ο κόσμος μας έχει γίνει πιο σκληρός και οι άνθρωποι πιο απαισιόδοξοι, και οι επόμενες γενιές ενοχλούνται από αυτή την προσβλητική και απαίσια αισιοδοξία που εμείς κουβαλάμε…

Και θα ξαναρωτήσω: Are you OK?