Βιβλιο

Οι επιθυμίες που δεν είναι δικές μας. Μια συζήτηση με τον Βιντσέντζο Λατρόνικο

Αφορμή το τέλειο βιβλίο «H τελειότητα», υποψήφιο για το Διεθνές Βραβείο Booker
Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
ΤΕΥΧΟΣ 985
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

 Βιντσέντζο Λατρόνικο-Η τελειότητα (εκδόσεις Loggia): Ένα νεαρό ζευγάρι ψηφιακών νομάδων ζει το όνειρό του στο Βερολίνο, αναζητώντας την αυθεντικότητα και τον σκοπό που όμως διαρκώς ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια τους.

«Αχ, τι ωραίος, κρύος, καθαρός αέρας!», είναι το πρώτο πράγμα που λέει ο Βιντσέντζο Λατρόνικο πριν ξεκινήσουμε τη συνέντευξή μας έξω από τις εκδόσεις Loggia στη Διδότου. «Το Μιλάνο είναι περιτριγυρισμένο από βουνά κι έχει μόνο υγρασία και μολυσμένη ατμόσφαιρα. Ενώ στο Βερολίνο είχε αυτό το κρύο που σε ξυπνούσε, το καθαρό χιόνι, τον αέρα. Σου έδιναν ενέργεια». Σου λείπει το Βερολίνο, μου φαίνεται, του λέω. Σε αμίμητο ιταλικό στιλ, ανασηκώνει τους ώμους και λέει απλώς: «Eh», που μπορεί να σημαίνει ναι, όχι, και ναι και όχι ή τι να λέμε τώρα…

Αυτό το Βερολίνο είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου-φαινόμενο που έγραψε ο Λατρόνικο («Η τελειότητα», εκδ. Loggia) και που έχει αγαπηθεί τόσο από τους Έλληνες αναγνώστες, στην υποδειγματική μετάφραση της Δήμητρας Δότση, αλλά και στο εξωτερικό (υποψήφιο για το Διεθνές Βραβείο Booker). Όχι μόνο επειδή ο Λατρόνικο έζησε στην πόλη δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια κι εκεί το έγραψε, μα επειδή το Βερολίνο είναι η Σάνγκρι-Λα, ο καταλύτης που υιοθετούν οι δύο του πρωταγωνιστές, η Άννα και ο Τομ, για να τους αλλάξει τη ζωή και τον τρόπο που βλέπουν τον εαυτό τους. Για να φύγουν από τα οικεία κι επαναλαμβανόμενα παιδικά δεσμά της ανώνυμης μεσογειακής πόλης όπου μεγάλωσαν και για να ζήσουν μια curated life, αισθητικά επιμελημένη στην εντέλεια, όπως αυτές που φιγουράρουν στο Insta και τα υπόλοιπα κοινωνικά δίκτυα.

Το βιβλίο αρχίζει με ένα υπέροχο μονοπλάνο του εσωτερικού ενός διαμερίσματος: από τα σανίδια του πατώματος μέχρι τα πορτατίφ, τα γραφεία, τα κλινοσκεπάσματα, τη μονστέρα και τα αβοκάντο στο χειροποίητο μπολ, όλα είναι προσεγμένα στην εντέλεια, στημένα για να δείχνουν τέλεια στις φωτογραφίες στις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης διαμερισμάτων. Στη σκηνοθεσία αυτή δεν χωρούν τα βρόμικα ρούχα, κλειδωμένα σε ντουλάπια, ούτε η ακαταστασία της βιωμένης πραγματικότητας που ζει το διαμέρισμα οποιαδήποτε στιγμή δεν είναι υπενοικιαζόμενο. Μόνο η τελειότητα του φαίνεσθαι. Και, τ’ ομολογώ, είναι μια τελειότητα καθόλα δελεαστική: οικεία, παρότι μη πραγματική. Το σπίτι μακριά από το σπίτι μας. Κυριολεκτικά.

«Θυμάμαι όταν άνοιξα λογαριασμό στο Instagram κατά την πανδημία», λέει ο Λατρόνικο, «επειδή ένιωθα πολύ μόνος –ναι, ξέρω, άργησα, αλλά μέχρι τότε ήμουν οπαδός του Twitter–, και είδα ξαφνικά πως όλα τα διαμερίσματα έμοιαζαν με το δικό μου. Σοκαρίστηκα. Γιατί εγώ δεν είχα Insta, να πω ότι αντέγραψα αυτή την αισθητική. Νόμιζα ότι είχα στήσει τα πράγματα με τρόπο που άρεσε σε μένα. Και τότε άρχισα να σκέφτομαι: ποιες άλλες επιθυμίες κι επιλογές νομίζουμε ότι είναι δικές μας, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι; Είσαι πολυγαμικός, ας πούμε, επειδή πραγματικά έτσι νιώθεις ή επειδή η πολυγαμία είναι λιγότερο ετεροκανονική;

»Προσπάθησα ν’ αποτυπώσω, λοιπόν, αυτόν τον θεμελιώδη μηχανισμό κατασκευής επιθυμιών που κάποτε αφορούσε μόνο ρούχα ή αυτοκίνητα, μα τώρα έχει επεκταθεί σε κάθε επιλογή της ζωής και της ταυτότητάς μας. Συνειδητοποίησα ότι είναι ένας μηχανισμός που μας κάνει να νιώθουμε ανασφαλείς για το εσωτερικό μας ραντάρ, για πράγματα που μέχρι τότε μπορεί να μας φαίνονταν απολύτως αποδεκτά. Για παράδειγμα: γιατί μετακόμισα στο Βερολίνο; Επειδή το Βερολίνο ήταν πολύ πιο ζωντανό στο θέμα των τεχνών, πολύ πιο φιλόξενο σε ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα –κι εγώ τότε αυτοπροσδιοριζόμουν ως γκέι–, επειδή εκεί έκαναν ωραιότερα πάρτι, είχαν ωραιότερα και φτηνότερα ναρκωτικά; Μια χαρά ήμουν ως μεταπτυχιακός φοιτητής στο Μιλάνο. Μα ξαφνικά άρχισα να σκέφτομαι πως κάτι έχανα».

— Ένα λεπτό... Δηλαδή δεν έφυγες από το Μιλάνο επειδή ασφυκτιούσες, ας πούμε; Έφυγες επειδή αυτός ο μηχανισμός, όπως τον λες, σε δελέασε;

Μπορείς να αισθανθείς ότι ασφυκτιάς, μόνο αν ξέρεις ότι υπάρχει κάπου αλλού κάτι καλύτερο. Δεν λέω ότι δεν υπήρχαν και αντικειμενικοί λόγοι που έφυγα, αλλά είναι σαν να μην μπορούσα να διαχωρίσω τη χρηστική αξία από την ανταλλακτική αξία της επιλογής μου. Δες αυτό το πουλόβερ: με ζεσταίνει γιατί κάνει κρύο, αλλά είναι και ωραίο, κομψό. Οι δυο του αυτές διαστάσεις συνυπάρχουν. Αυτό που λέω είναι ότι είναι πολύ δύσκολο πια να ξεχωρίσεις ποιες επιθυμίες και ανάγκες είναι δικές σου και ποιες κατασκευασμένες.

— Μα αυτό συμβαίνει από τότε που ανακαλύφθηκε η διαφήμιση...

Ναι, αλλά ποτέ δεν ήταν τόσο έντονο όσο με τα κοινωνικά δίκτυα. Και ποτέ το να μη ζεις στην επιμελώς κατασκευασμένη πραγματικότητά τους δεν σε έκανε τόσο δυστυχή.

— Με λίγα λόγια, Βιντσέντζο, ήθελες να ζήσεις στο Βερολίνο –όπως και οι πρωταγωνιστές σου– επειδή ήταν αδιανόητα κουλ.

Κάπως έτσι. Αλλά ζούσα τότε και σε μια πολύ συγκεκριμένη χρονική συγκυρία. Η «Τελειότητα» είναι ένα βιβλίο που αποτυπώνει συμπεριφορές που ήταν δυνατές μέσα σε ένα σύντομο χρονικό παράθυρο, μετά τη Σένγκεν, μετά το ευρώ, όταν η τεχνολογία έκανε πολύ εύκολο το να μετακομίσεις στο εξωτερικό κρατώντας ίσως τη δουλειά που είχες στην πατρίδα σου, και σου επέτρεπε να μετακινηθείς μόνο και μόνο επειδή το ήθελες: στο Λονδίνο, αν είχες τα λεφτά, στο Βερολίνο, αν δεν τα είχες. Κάπως έτσι γίνεται και με την Αθήνα τώρα. Όχι για πολύ ακόμα. Η άνοδος των τιμών στην αγορά κατοικίας κάνει αυτό το φαινόμενο σχεδόν αδύνατον πια. Αν ήμουν σήμερα 24 ετών θα παρέμενα εγκλωβισμένος στον τόπο μου, γιατί δεν θα μπορούσα ν’ αντέξω οικονομικά οποιαδήποτε μετακόμιση. Τότε μπορούσες ακόμα να διαλέξεις μια πόλη ανάλογα με το vibe της.

Επίσης, οι πόλεις αλλάζουν: η ιδέα του άστεως ως οργανικής κοινότητας, όπως στον Μπαλζάκ ας πούμε, όπου μπορούσες στον ίδιο δρόμο να συναντήσεις έναν αριστοκράτη και έναν φτωχό που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους… αυτό πια δεν ισχύει. Τώρα οι δρόμοι και οι γειτονιές διαχωρίζονται με βάση το εισόδημα. Η ιδέα της πόλης ως χωνευτήριο πεθαίνει. Το βλέπω στο Μιλάνο: απολαμβάνω πια τη ζωή εδώ, επειδή είμαι ένας μεσήλικας με καλό εισόδημα (γελάει), αλλά αν ήμουν είκοσι χρόνια νεότερος, σίγουρα δεν θα ήμουν συγγραφέας, δεν θα μπορούσα να ζήσω. Παλιά έκανα μικροδουλειές και κάπως τα έβγαζα πέρα. Αυτό πια είναι αδύνατο, τόσο στο Μιλάνο όσο και στο Βερολίνο. Οπότε η ιδέα της ευρωπαϊκής πόλης που επιτρέπει την πολιτιστική παραγωγή στο περιθώριο… δεν ξέρω κατά πόσο στέκει πια.

— Μου κάνει εντύπωση που υπερτονίζεις το γεγονός ότι οι δύο πρωταγωνιστές σου απολαμβάνουν τη ζωή στο Βερολίνο αλλά δεν νοιάζονται, ουσιαστικά, για την ιστορία και την ταυτότητα της πόλης.

Η Άννα και ο Τομ είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο: expats (σ.σ. μια λέξη που δεν του αρέσει, όπως ομολογεί). Ανήκουν, λοιπόν, σε μια ομάδα ανθρώπων που θεωρούν την επιλογή του τόπου κατοικίας ως καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητάς τους, χωρίς τελικά να τους ενδιαφέρει πραγματικά η ίδια η πόλη. Κι εγώ έτσι ήμουν, παρόλο που το Βερολίνο με διαμόρφωσε βαθιά, με πολλούς τρόπους.

Στην πράξη, η επιλογή μου ήταν η απομάκρυνση από την πραγματικότητα. Στην Ιταλία ήμουν πολύ ενεργός πολιτικά και αποφάσισα ότι δεν άντεχα άλλο, ήθελα απλώς να πάω κάπου όπου δεν θα με ένοιαζε η πολιτική, όπου θα μπορούσα απλώς να κάνω πάρτι, να παίρνω ναρκωτικά, να δουλεύω στα βιβλία μου και να ξοδεύω όσο το δυνατόν λιγότερα για νοίκι. Πήγα στο Βερολίνο και δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ για τη γερμανική πολιτική. Σαν να μην μπήκα ποτέ σ’ εκείνη την κοινωνία. Κι αυτό ίσχυε για πολλούς σαν κι εμένα: ο expat βλέπει την πόλη ως το προσωπικό, ατομικό του εργαλείο και όχι ως τη δομή μιας υπάρχουσας κοινότητας.

— Σαν τον Τζέιμς Μπόλντουιν, που τη δεκαετία του ’60 έζησε στην Κων/πολη κι ούτε έμαθε ποτέ τη γλώσσα, ούτε ενδιαφέρθηκε για τα πογκρόμ κατά των μειονοτήτων που συνέβησαν μπροστά στα μάτια του – παρόλο που για ακριβώς αυτά τα θέματα δυσφορούσε στην Αμερική. Η παραμονή του στην Τουρκία είχε αποκλειστικά να κάνει με τη δική του απελευθέρωση, σεξουαλική και συγγραφική.

Ναι, θα μπορούσε κανείς να πει το ίδιο και για μένα: χρησιμοποίησα το Βερολίνο για να καταστήσω δυνατή τη συγγραφή: έγραψα δύο ιδιαιτέρως πολιτικά μυθιστορήματα για την Ιταλία όσο ήμουν στο Βερολίνο. Ένιωθα περισσότερο πολίτης της Ιταλίας εκεί, παρακολουθούσα ακόμη και την τοπική πολιτική του Μιλάνου, της γειτονιάς όπου παλιά συμμετείχα σε μια κατάληψη. Αλλά τη γερμανική πολιτική ήταν σαν να μην την έβλεπα. Απλώς δεν με ένοιαζε. Σαν τον Σταντάλ, που αγαπούσε το Μιλάνο κι όταν οι φίλοι του του έλεγαν «Μα τι κάνεις εκεί; Το Παρίσι είναι πολύ καλύτερο!», εκείνος απαντούσε: «Μου αρέσει το Μιλάνο γιατί στο Μιλάνο έχω την ελευθερία να μην είμαι πολίτης».

Η Άννα και ο Τομ, λοιπόν, μπορεί να ήθελαν αυτή την πολύ ατομιστική ελευθερία που ο Μπόλντουιν χρησιμοποίησε για να γίνει καλύτερος συγγραφέας. Βεβαίως, τη χρησιμοποίησε και για να γίνει καλύτερος Αμερικανός πολίτης. Ήταν εγωιστής απέναντι στην Τουρκία και γενναιόδωρος κι ενεργός απέναντι στις ΗΠΑ. Όπως ο Καρλ Μαρξ, που έκανε τόσα για να προωθήσει την υπόθεση του προλεταριάτου, αλλά εις βάρος της γυναίκας του. (γελάει)

Σταματάει λίγο, σκέφτεται και μου λέει προσεκτικά:

Ξέρεις, μου είναι λίγο δύσκολο ν’ αρθρώσω αυτή τη σκέψη γιατί δεν μοιάζει συμβατή με τις αριστερές μου ιδέες – η ιταλική αριστερά τουλάχιστον δεν την έχει επεξεργαστεί καθόλου: χρωστάμε στον τόπο όπου κατοικούμε, στην κοινότητα όπου ανήκουμε. Και δεν το εννοώ όπως το εννοεί η Μελόνι, ότι οι μετανάστες πρέπει να μάθουν ιταλικά, ξέρω γω, ή να γίνουν καθολικοί και μπούρδες. Αλλά νομίζω ότι υπάρχει κάτι το εγωιστικό στο να βρίσκεσαι σε έναν τόπο χωρίς να εμπλέκεσαι στα διακυβεύματά του. Από τότε που επέστρεψα στο Μιλάνο αισθάνομαι πως ανήκω στην πόλη με τρόπους που παλιά ήμουν πολύ τεμπέλης για να βρω ή να καλλιεργήσω. Νιώθω ενεργός πολίτης κι αυτό μου δίνει πληρότητα. Δεν νομίζω πως είναι τυχαίο ότι η έννοια του expatriate αναπτύχθηκε από τους Αμερικανούς, που έχουν τόση κινητικότητα και κανείς εκεί δεν περιμένει να μείνεις στην πόλη όπου μεγάλωσες.

— Τους βοηθάει κι η ομοσπονδοποίηση· κινούνται εντός της ίδιας χώρας. Τι θα γινόταν αν είχαμε κι εμείς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης;

Προς τα εκεί δεν πηγαίναμε; Αυτό πιστεύαμε – εγώ σίγουρα. Πίστευα πως η πορεία της ΕΕ ήταν προς τα μπρος και δεν θα εκτροχιαζόταν, θα γινόμασταν όλο και πιο ενωμένοι. Τελείωσαν αυτά όμως»

— Μην απελπίζεσαι, ίσως αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που πρέπει να ξαναμπεί ο φεντεραλισμός στο τραπέζι.

Κοίτα, αν με έκανες δικτάτορα της Ευρώπης… (γελάει τρανταχτά) θα το επέβαλλα αμέσως! Σκέψου ότι γεννηθήκαμε με άλλο νόμισμα, με άλλα σύνορα, μετά πήγαμε Erasmus, μετά τα αεροπορικά εισιτήρια έγιναν πάμφθηνα, η ΕΕ επεκτάθηκε σε μια σειρά πρώην σοβιετικών χωρών… Και μετά ήρθε η ψηφοφορία για το ενιαίο σύνταγμα. Υπήρξε μια στιγμή, το 2004/5, που η ΕΕ ήταν πραγματικά το μέλλον. Ήταν ξεκάθαρο, όπως ξεκάθαρο ήταν ότι το Βερολίνο θα γινόταν η Νέα Υόρκη της Ευρώπης.

— Και μετά οι Γάλλοι είπαν non. Κλασικοί, αρτηριοσκληρωτικοί Γάλλοι.

Και οι Ολλανδοί επίσης –μην το ξεχνάς–, που αντέδρασαν ύστερα και στη φορολόγηση των μεγάλων εταιρειών. Μετά ήρθε η μεταναστευτική κρίση, τα σύνορα έκλεισαν, ήρθε και το Brexit… Και τώρα αυτό με τη Γροιλανδία. Τι να πω.

Ίσως η Γροιλανδία γίνει καταλύτης για μια πιο ενωμένη Ευρώπη; τον ρωτώ. «Eh», μου απαντάει.

***

Στη χώρα του δημοψηφίσματος του 2015, η ιδέα του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού ακούγεται παράταιρη στο στόμα κάποιου που εντάσσεται μια ολόκληρη ζωή στην Αριστερά. Όμως στην Ευρώπη δεν είναι έτσι – ο Λατρόνικο δεν είναι η εξαίρεση εκεί. Φεύγοντας από τη συνέντευξη σκέφτομαι πόσοι από εμάς έχουμε παραιτηθεί από το όραμα της πραγματικά ενωμένης Ευρώπης λόγω των εμποδίων και των οπισθοδρομήσεων. Κι ύστερα, μες στον κρύο, καθαρό αέρα θυμάμαι τον κρύο, καθαρό αέρα της Αγγλίας και κάτι που μου έγινε μεγάλο μάθημα στα επίπονα χρόνια του διδακτορικού και ταιριάζει τόσο στα ευρωπαϊκά μας όνειρα όσο και στους πρωταγωνιστές του βιβλίου: η τελειότητα είναι ο εχθρός της επάρκειας.

→ Το βιβλίο «Η τελειότητα» του Βιντσέντζο Λατρόνικο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Loggia σε μετάφραση Δήμητρας Δότση.