Βιβλιο

Sylvain Tesson: «Με τις νεράιδες»

Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Στερέωμα

Κυριάκος Αθανασιάδης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Νέοι τίτλοι που ξεχωρίζουν, προτάσεις που αξίζουν τον χρόνο σας, κείμενα για το βιβλίο και την ανάγνωση

Sylvain Tesson, «Με τις νεράιδες» (μετάφραση Γιώργος Καράμπελας, 216 σελίδες, Εκδόσεις Στερέωμα)

Aν ψάχνετε ένα βιβλίο για να λυτρωθείτε, τουλάχιστον όσο κρατάει η ανάγνωσή του, από τις ειδήσεις της καθημερινότητας, το ταξιδιωτικό οδοιπορικό του Sylvain Tesson είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να φανταστούμε. Και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι οι εικόνες του συγγραφέα, οι ιδέες του, οι σκέψεις του και η παρατηρητικότητά του, αυτός ο γλυκός, βαθύς τρόπος του να βλέπει μέσα στα πράγματα, μπολιάζεται μες στη σκέψη μας, και παραμένει κοντά μας για πολύ μετά.

Διαβάσαμε το βιβλίο με μεγάλη συγκίνηση. Κινούμενες στα όρια μεταξύ ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και φιλοσοφικού στοχασμού, οι «Νεράιδες» είναι κάτι σαν ημερολόγιο πορείας που κράτησε ο Tesson ακολουθώντας με ένα μικρό ιστιοφόρο, το καλοκαίρι του 2022, το λεγόμενο κελτικό τόξο: από τις ακτές της Βρετάνης ώς την Ιρλανδία και τη Σκωτία, με μικρές στάσεις στην άγρια στεριά. Ο συγγραφέας δεν αναζητά —προφανώς— κάποιου είδους μυθικά πλάσματα, αλλά χρησιμοποιεί τις «νεράιδες» σαν μεταφορά για το θαυμαστό, εκείνη την ποιότητα της πραγματικότητας που επιβιώνει μακριά από τον θόρυβο και την απομάγευση του σύγχρονου τεχνικού πολιτισμού.

Η γραφή του —πυκνή και αφοριστική, τρόπον τινά «ποιητική» ή, έστω, με μια έντονη αντίσταση στον υλισμό— υπηρετεί τη γεωμετρία της φύσης, τη δύναμη των στοιχείων και την αισθητική του τοπίου. Η αφήγηση έχει έναν ρυθμό που θυμίζει περίπατο στη θάλασσα. Το έργο, που ώρες-ώρες θυμίζει προσευχή, λειτουργεί επίσης σαν μια πρόσκληση για την επανεύρεση της ποίησης στην καθημερινή παρατήρηση, για την ανάγκη του ανθρώπου να συνδέεται με το άρρητο και το φυσικά ωραίο.

Το βιβλίο συνδυάζει περιγραφές τοπίων, ιστορικές αναφορές σε κελτικές μυθολογίες (όπως ο Βασιλιάς Αρθούρος και το Γκράαλ), φιλοσοφικές σκέψεις, και χιούμορ. Ένα ταξιδιωτικό ανάγνωσμα που παρεκκλίνει από την τυπική αφήγηση περιπλάνησης, επιχειρώντας να ξαναφέρει στην επιφάνεια μια μορφή θαύματος στον σύγχρονο κόσμο.

Τρυφερό, λυρικό και στοχαστικό, μελαγχολικό, έξυπνο, και γεμάτο πικρά χαμόγελα, όμορφο, αργό, και ιδανικό για ονειροπόληση, το κείμενο του Tesson καταφέρνει να μετατρέψει την περιπλάνηση σε μια μορφή πνευματικής άσκησης, προσφέροντάς μας έναν οδηγό για τη διατήρηση της εσωτερικής ελευθερίας μέσω της επαφής μας με το άγριο — ήτοι, με τις νεράιδες.

  • Διαβάστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

Μια πηγή κελάρυζε. Ανέβαινες τρία σκαλισμένα σκαλοπάτια κι έπινες. Λιβελούλες έσκιζαν τον αέρα. Χτυπούσαν στον καθρέφτη από δονήσεις που μόνο το φως, τονίζοντας την κυμάτωση, φανέρωνε την ύπαρξή του. Το θαύμα κρύβεται. Μια κίνηση το προδίδει. Πρόσεχε ό,τι σ’ αγγίζει.

Στην πηγή αυτή δεν έμεναν ούτε νεράιδες με καμπανούλες ούτε νύμφες με μανδύες. Αιώνες αισθητικής μπολιασμένης με ρομαντισμό και μπασταρδεμένης από κιτς συμβολισμό πάσχιζαν να προσωποποιήσουν τις συλλήψεις του κόσμου. Με δυο λόγια, χρειάζονταν χορεύτριες μέσα στους καταρράκτες, γενειοφόροι θεοί στις καταιγίδες, και μάγισσες κάτω από τις οξιές.

Μπροστά σ’ αυτή την πηγή με τις λιβελούλες, στο Παρεκκλήσι των Ναυαγών, ήμασταν άραγε υποχρεωμένοι να φανταστούμε την παρουσία μιας προστάτιδας; Στο τέταρτο βιβλίο του δεύτερου μέρους του «Πνεύματος του χριστιανισμού» (δύο τόμοι στην καμπίνα μου), ο Σατωμπριάν αναρωτιόταν «πού ήταν η γοητεία αυτών των προσωποποιήσεων». Η νεραϊδομαγεία δεν μπορούσε άραγε ν’ αρκεστεί στην καθαρή ανάβλυση της ομορφιάς του μέρους; «Μπορώ να κάνω μια πέτρα να μιλήσει, αλλά τι θα κέρδιζα αν έδινα στην πέτρα αυτή ένα αλληγορικό όνομα;»

Ήταν ένα μάθημα για την κέλτικη διαδρομή μου: το θαύμα ανάβλυζε από το πραγματικό. Δεν είχε ανάγκη μηχανεύματα. Η ακτίνα ακτινοβολούσε — έφτανε αυτό. Ήταν απαραίτητο να στολίζουμε τον κόσμο με όλο τούτο το γκροτέσκο καρναβάλι; Η πηγή ήταν ένα θαύμα γιατί κελάρυζε. Μπορούσε να κάνει και χωρίς πλάσματα. «Η ναϊάδα κατέστρεφε την ποίηση…» Σατωμπριάν και πάλι. Μόνο η ομορφιά ήταν η ανώτερη πραγματικότητα. Και ο σεβασμός που απέτινε το βλέμμα μου στον τόπο ήταν αναγνώριση και ταυτόχρονα εκδήλωση.

Ο Υμάν με περίμενε με τη βάρκα στην παραλία. Συνόψισα ανεβαίνοντας στο πλοίο: θαύμα είναι ό,τι αρκεί· υπερφυσικό γίνεται ό,τι δεν στάθηκε αρκετό.

  • Νά και το οπισθόφυλλο:

Το καλοκαίρι άρχιζε όταν έφυγα για να ψάξω νεράιδες στις ακτές του Ατλαντικού. Δεν πιστεύω πως υπάρχουν. Κανένα κορίτσι με φτερά δεν πετάει με κοντή φουστίτσα πάνω από πηγές. Ο κόσμος έχει αδειάσει από την παρουσία τους. Τον 12ο αιώνα, οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν μέσα σε οπτασίες. Ένας χλωμός Βέλγος, ο Μαίτερλινκ, είχε πει: «Παράξενοι που ’ναι οι άνθρωποι… Από τότε που πέθαναν οι νεράιδες, δεν βλέπουν πια τίποτα και δεν υποψιάζονται τίποτα».

Η λέξη νεράιδα σημαίνει κάτι άλλο. Είναι μια ιδιότητα του πραγματικού που φανερώνεται από μια προδιάθεση του βλέμματος. Υπάρχει ένας τρόπος να συλλαμβάνεις τον κόσμο και να διακρίνεις το θαύμα του. Η αντανάκλαση του ήλιου στη θάλασσα, το θρόισμα του ανέμου στα φύλλα μιας οξιάς, το αίμα στο χιόνι και η σταγόνα που σχηματίζεται στη γούνα ενός ζώου: εκεί βρίσκονται οι νεράιδες.

Αντικρίζουμε τον κόσμο με σεβασμό. Και εμφανίζονται. Ξαφνικά, ένα σήμα. Αναδύεται η ομορφιά μιας φιγούρας. Δίνω το όνομα νεράιδα σ’ αυτή την ανάδυση.

Τα ακρωτήρια της Γαλικίας, της Βρετάνης, της Κορνουάλης, της Ουαλίας, της νήσου Μαν, της Ιρλανδίας και της Σκοτίας σχημάτιζαν ένα τόξο. Από τη θάλασσα, θα πήγαινα να ενώσω τούτα τα κομματάκια. Σ’ αυτή την καμπύλη, σίγουρα θα βλέπαμε να ξεπροβάλλουν θαύματα.

Καθώς η νύχτα είχε πλακώσει αυτόν τον κόσμο των μηχανών και των τραπεζιτών, έδινα στον εαυτό μου τρεις μήνες για να προσπαθήσω να τις δω. Έφευγα. Με τις νεράιδες.

  • Και ένα μικρό βιογραφικό του συγγραφέα:

Ο Συλβαίν Τεσσόν γεννήθηκε στο Παρίσι το 1972 και αφιέρωσε τη ζωή του στα ταξίδια και στη συγγραφή. Τα περιηγητικά του δοκίμια ασκούν βαθιά γοητεία, χάρη στον λυρισμό και την ιδιαίτερη ματιά του προς τον φυσικό κόσμο. Η πρώτη συλλογή διηγημάτων του “Une vie à coucher dehors”, όπου σκιαγραφείται η καταστροφική επίδραση της υπερανάπτυξης σε διάφορες περιοχές του κόσμου, τιμήθηκε με το βραβείο Goncourt το 2009 και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ανάβαση (2023). Το βιβλίο του “Dans les forêts de Sibérie” απέσπασε το 2011 το βραβείο Medicis, και το “La Panthère des neiges” απέσπασε το βραβείο Renaudot τo 2019. Από τις εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα έργα του «Η λεοπάρδαλη του χιονιού», 2020, και «Λευκό», 2024.

Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Σας ευχαριστούμε πολύ.