- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Οι ανάξιες: Όταν το καταφύγιο γίνεται δόγμα
Οι σέκτες, οι αιρέσεις, οι απόκρυφες ομάδες ασκούν πάντα μια γοητεία στην ανθρώπινη φύση. Είναι το μυστήριο πίσω από την κλειστή πόρτα. Το απαγορευμένο.
Αναγνώστης με αιτία: Παρουσίαση του βιβλίου «Οι ανάξιες» της Αγκουστίνα Μπαστερρίκα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Θυμάμαι, στα γυμνασιακά μου χρόνια, όταν, καθώς περιφερόμουν μια Κυριακή απόγευμα στη γειτονιά της κοπέλας που λαχταρούσα, βρέθηκα μπροστά σε ένα κτίριο που είχε στην είσοδό του την επιγραφή «Εκκλησία των Αντβεντιστών της Έβδομης Ημέρας». Δεν υπήρχε Google τότε για να ψάξω τι λογής ήταν αυτή η εκκλησία των Αντβεντιστών, κι έτσι μπήκα διστακτικά μέσα. Σε μια ψυχρή αίθουσα –ήταν χειμώνας– κάποιοι λιγοστοί πιστοί είχαν ανοίξει μερικά εγχειρίδια με ύμνους και έψαλαν κατανυκτικά. Μερικοί στράφηκαν να με κοιτάξουν. Έμεινα για λίγο κι έφυγα με σκυμμένο το κεφάλι, νιώθοντας παρείσακτος.
Στο μυθιστόρημα «Οι ανάξιες», της Αργεντινής συγγραφέως Αγκουστίνα Μπαστερρίκα, ο αναγνώστης βρίσκεται σε ένα δυστοπικό μέλλον. Σε ένα παλιό ανδρικό μοναστήρι, έχουν βρει καταφύγιο κάμποσες καταδιωγμένες γυναίκες κι έχουν σχηματίσει εκεί τον Οίκο της Ιερής Αδελφότητας. Καθοδηγημένες από έναν μυστηριώδη άνδρα και μια ηγουμένη τελούν τις σκοτεινές τελετουργίες τους, ενώ προσπαθούν να κρατήσουν μακριά κάθε ξένο που πλησιάζει το άβατό τους.
Στην κοινότητά τους βασιλεύει μια ταξική διαστρωμάτωση με ευφυείς ονομασίες, όπως Πεφωτισμένες, Ανάξιες, Θεραπαινίδες, Τέλειες Αύρες, Μικρότερες Αγίες. Περιφέρονται ανάμεσα στον Πύργο της Σιωπής και τη Φάρμα των Γρύλων άδοντας τον Πρωταρχικό Ύμνο, όταν δεν επιδίδονται στις ιερουργίες τους. Έχουν εγκαταλείψει την παλιά θρησκεία.
Ιδού μια γεύση από το μυθιστόρημα της Μπαστερρίκα, που έχει μεταφράσει εξαιρετικά η Χριστίνα Θεοδωροπούλου: «Όταν ήταν πια πολύ αργά, βγήκα από το κελί μου, ξυπόλυτη για να βαδίζω αθόρυβα, για να κρύβομαι στις εσοχές, για να γίνομαι ένα με το σκοτάδι. Προχώρησα μέσα από τους διαδρόμους μέχρι το Καταφύγιο των Πεφωτισμένων. Ήξερα ότι ήταν επικίνδυνο, αλλά στάθηκα μπροστά στη μαύρη πόρτα. Άγγιξα αργά τα φτερά του σμιλεμένου αηδονιού.
Οραματίστηκα την προαγωγή μου σε Πεφωτισμένη και έκλεισα τα μάτια ακουμπώντας το κεφάλι μου στο ξύλο. Προσπάθησα να ακούσω τον ήχο της σμίλης πάνω του όταν το φιλοτεχνούσε ο τεχνίτης, κατά πάσα πιθανότητα πριν από αιώνες. Έκλεισα τα μάτια και συγκεντρώθηκα ώστε να νιώσω το εσωτερικό τρίξιμο, τη διαστολή και τη συστολή της κυτταρίνης, των ιστών. Τη βουβή κραυγή του δέντρου τη στιγμή που το έκοβαν. Το λαθραίο δάγκωμα κάποιου εντόμου. Όμως δεν άκουσα τίποτα. Δεν υπάρχει κανείς, σκέφτηκα, αλλά εκείνη τη στιγμή κάποιος μίλησε. Ήταν Εκείνος. Η φωνή του ήταν σαν το σκούρο μπλε χρώμα των χελιδονιών όταν πετούν, εκείνων των χελιδονιών που έρχονταν την άνοιξη για να φωλιάσουν στη στέγη μας, τη στέγη ενός σπιτιού στο οποίο ήμουν ευτυχισμένη και δεν υπήρχε πια».
Το σπίτι της ηρωίδας δεν υπάρχει πια γιατί ο κόσμος που ήξερε έχει καταστραφεί. Η ίδια βρήκε έσχατο καταφύγιο σε κείνο το παλιό ανδρικό μοναστήρι. Κάτι παρόμοιο με το καταφύγιο που βρίσκει ο αναγνώστης σε ένα καλό βιβλίο, όταν έξω αστράφτουν οι κεραυνοί και πέφτει μια βροχή κουραστικής πλήξης.