Βιβλιο

«Πώς ανατρέπονται οι τύραννοι»: Ένα απολύτως επίκαιρο non-fiction βιβλίο

Το 3,5% στους δρόμους του Ιράν: Σχολιασμός με αφορμή το βιβλίο του Marcel Dirsus, «Πώς ανατρέπονται οι τύραννοι» (Εκδόσεις Μίνωας)

Κυριάκος Αθανασιάδης
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας. Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση

Τρέχοντας σε έναν διάδρομο που δεν σταματά ποτέ

Αυτές τις ημέρες διαβάζουμε το βιβλίο του Marcel Dirsus, «Πώς ανατρέπονται οι τύραννοι και πώς επιβιώνουν τα έθνη» (μετάφραση Κωνσταντίνα Γεωργούλια, 296 σελίδες, Εκδόσεις Μίνωας). Κατά την άποψή μας, ο ορισμός τού «επίκαιρου βιβλίου».

Πρόκειται για μια διεισδυτική πολιτική ανάλυση που ανατρέπει την —πιθανότατα ευρέως διαδεδομένη στους περισσοτέρους— εικόνα του παντοδύναμου δικτάτορα. Ο συγγραφέας, πολιτικός επιστήμονας με εμπειρία στο πεδίο, υποστηρίζει ότι οι τύραννοι δεν είναι ακλόνητοι, αλλά ότι αντιθέτως ζουν σε μια κατάσταση διαρκούς ανασφάλειας, σαν να τρέχουν διαρκώς πάνω σε έναν διάδρομο γυμναστικής — έναν διάδρομο που, άπαξ και πήρε μπρος, δεν υπάρχει δυνατότητα να σταματήσει.

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ένας αυταρχικός ηγέτης δεν μπορεί ποτέ να αποσυρθεί με ασφάλεια, καθώς οι εγκληματικές πράξεις που διέπραξε για να ανεβεί και να παραμείνει στην εξουσία τον καθιστούν ευάλωτο σε φυλάκιση, εξορία ή θάνατο μόλις την εγκαταλείψει. Στατιστικά —θα βρείτε πολλά στατιστικά στοιχεία στο βιβλίο: δηλαδή, μεγάλη τεκμηρίωση—, ο Dirsus σημειώνει ότι οι 7 στους 10 δικτάτορες έχουν βίαιο ή ταπεινωτικό τέλος.

Το βιβλίο ξεχωρίζει και για τη στρωτή δομή του, που βοηθά πολύ στην ανάγνωση: κάθε κεφάλαιο εξετάζει μια διαφορετική απειλή (απειλή για τους δικτάτορες!): από τις εσωτερικές συνωμοσίες του στενού τους κύκλου, μέχρι τις στρατιωτικές ανταρσίες και τις λαϊκές εξεγέρσεις.

Επίσης, δεν άρεσε μόνο σε εμάς, αλλά και στους κριτικούς των μεγάλων εφημερίδων: ο Economist το συμπεριέλαβε στα καλύτερα βιβλία της χρονιάς, χαρακτηρίζοντάς το «προκλητικό για τη σκέψη» και σημειώνοντας ότι ο Dirsus «αποδομεί την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας που καλλιεργούν οι σύγχρονοι αυταρχικοί ηγέτες»· οι Financial Times το περιέγραψαν σαν ένα «συναρπαστικό και περίπλοκο» έργο που συνδυάζει την ακαδημαϊκή έρευνα με την αφήγηση πραγματικών γεγονότων· ο Guardian επισημαίνει το ιδιαίτερο ύφος του συγγραφέα, που «χρησιμοποιεί μια δόση παιγνιώδους ειρωνείας για να διαχειριστεί το σκοτεινό του θέμα»· και η Daily Telegraph εξήρε τη ζωντάνια της γραφής και τον —ας τον πούμε έτσι— ψυχαγωγικό του χαρακτήρα, παρά τη σοβαρότητα του αντικειμένου.

Δείτε εδώ τι λέει και ο ίδιος ο Marcel Dirsus, σε μια ωραία συνέντευξή του στην Katja Hoyer:

* * *

Ο Κανόνας τού 3,5%

Θα παραθέσουμε τώρα μερικά αποσπάσματα από την αρχή τού 6ου κεφαλαίου, καθώς θέλουμε να επισημάνουμε κι εμείς κάτι που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση (και που δεν μας είχε βέβαια περάσει ποτέ και με τίποτε από το μυαλό). Το κεφάλαιο επιγράφεται ως εξής: «Αν πυροβολήσεις, θα χάσεις». Νά τι διαβάζουμε λοιπόν εκεί:

Όταν ο Μάο φέρεται να είπε ότι η πολιτική εξουσία απορρέει από την κάννη ενός όπλου, έκανε λάθος. Η πολιτική εξουσία ανήκει σε εκείνους που δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν όπλα. Όταν τα καθεστώτα στρέφουν τα όπλα τους εναντίον του ίδιου τους του λαού, κινδυνεύουν να γίνουν ευάλωτα. Οι τύραννοι μπορεί να ανατραπούν και τα καθεστώτα να καταρρεύσουν όταν η κάννη του όπλου πάψει να συνιστά μεταφορά και γίνει μια πραγματική στρατηγική για τη διατήρηση της εξουσίας.

Όταν οι μάζες ξεσηκώνονται και δεν μπορούν πλέον να ελεγχθούν χωρίς τη χρήση όπλων, οι δικτάτορες πρέπει να πάρουν μια αδύνατη απόφαση. Για πολλούς από αυτούς, είναι η τελευταία τους. […]

Οι δημοκρατίες είναι εξαιρετικά ικανές στη διαχείριση της διαφωνίας. Αν κάποιος θέλει να διαδηλώσει εναντίον της κυβέρνησης, μπορεί να το πράξει. Αυτό όχι μόνο θα του επιτραπεί, αλλά η αστυνομία θα προστατέψει τους διαδηλωτές όσο πορεύονται. Το ότι πολλοί αρχηγοί κρατών δεν χρειάζεται να αφιερώσουν ούτε ένα κύτταρο του εγκεφάλου τους για να βρουν τι να κάνουν με τους ανθρώπους που φωνάζουν συνθήματα στους δρόμους συνιστά ένδειξη δύναμης. Ωστόσο, οι δικτάτορες δεν μπορούν να αγνοήσουν αυτά τα άτομα. Για αυτούς, πρόκειται για ένα πραγματικό δίλημμα: αν επιτρέψουν τις διαδηλώσεις χωρίς καταστολή, μπορεί να παρακινηθούν να συμμετάσχουν σε αυτές και άλλοι άνθρωποι. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει ένα ντόμινο, δηλαδή οι διαδηλώσεις να επεκταθούν σε βαθμό που θα απειλήσει το ίδιο το καθεστώς. Αν οι διαδηλωτές μπορούν να συνεχίσουν να διαδηλώνουν ανενόχλητοι παρόλο που τους έχει ειπωθεί ρητά να μην το κάνουν, τι άλλο μπορούν να κάνουν που να δηλώνει απείθεια απέναντι στην κυβέρνηση; Είναι μια επικίνδυνη στιγμή.

Για αυτούς, πρόκειται για ένα πραγματικό δίλημμα: αν επιτρέψουν τις διαδηλώσεις χωρίς καταστολή, μπορεί να παρακινηθούν να συμμετάσχουν σε αυτές και άλλοι άνθρωποι. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει ένα ντόμινο, δηλαδή οι διαδηλώσεις να επεκταθούν σε βαθμό που θα απειλήσει το ίδιο το καθεστώς

Στις κοινωνικές επιστήμες, η διαδικασία με την οποία οι διαδηλωτές εξαπλώνονται από το ένα μέρος στο άλλο αποκαλείται «διάχυση». Αυτή η εξάπλωση μπορεί να λάβει χώρα μέσω διάφορων μηχανισμών, όπως είναι, για παράδειγμα, η μίμηση. Αν οι διαδηλωτές σε ένα μέρος δουν ότι οι διαδηλωτές σε ένα άλλο δεν δέχονται χτυπήματα από τις δυνάμεις ασφαλείας, μπορεί να τους μιμηθούν. Ταυτόχρονα, όμως, θα αναρωτηθούν αν μπορούν να μάθουν κάτι από αυτούς – κάνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τη δική τους αντίσταση πιο αποτελεσματική. Έτσι, όταν ξεσπούν αυτές οι διαδηλώσεις, δεν είναι απλώς μεταδοτικές – γίνονται πιο αποτελεσματικές όσο εξαπλώνονται από πόλη σε πόλη, επειδή οι αντιφρονούντες μαθαίνουν και εμπνέονται ο ένας από τον άλλο. […]

Σε κάθε δικτατορία, ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού μισεί το καθεστώς, αλλά η εξέγερση είναι δύσκολη επειδή οι δυσαρεστημένοι δεν ξέρουν αν θα τους ακολουθήσουν και άλλοι, και δεν μπορούν να οργανώσουν διαδηλώσεις επειδή κάτι τέτοιο είναι παράνομο και επικίνδυνο. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να ξεκινήσει μια διαδήλωση. Ωστόσο, μόλις οι άνθρωποι δουν κι άλλους να διαμαρτύρονται σε μια γειτονική πόλη, δεν χρειάζεται πλέον να οργανώσουν οι ίδιοι μια διαμαρτυρία, αλλά απλώς να συμμετάσχουν στην ήδη υπάρχουσα.

Αυτή η προοπτική είναι ιδιαίτερα απειλητική για τους δικτάτορες, διότι μπορεί να εξελιχθεί πολύ γρήγορα. Σύμφωνα με την Έρικα Τσενογουέθ από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της μη βίαιης πολιτικής αντίστασης είναι το πλεονέκτημα συμμετοχής της. Για παράδειγμα, σε σύγκριση με ένα ανταρτικό κίνημα, οι διαδηλώσεις μη βίαιης αντίστασης μπορούν να κινητοποιήσουν τεράστια πλήθη υποστηρικτών με ευκολία, επειδή τα εμπόδια για τη συμμετοχή είναι πολύ λιγότερα. Δεν χρειάζεται να είστε σκληροτράχηλος μαχητής για να συμμετάσχετε σε μια πορεία – σχεδόν οι πάντες μπορούν να το κάνουν αυτό, είτε είναι μαθητές, είτε ηλικιωμένοι, είτε κάτι ενδιάμεσο. Κατά συνέπεια, οι δικτάτορες που κάνουν λάθος υπολογισμούς μπορούν να βρεθούν να πολιορκούνται από δεκάδες χιλιάδες άτομα εν ριπή οφθαλμού μόλις λυθεί το πρόβλημα συντονισμού. Στο τέλος, ο αριθμός μπορεί να γίνει συντριπτικός, οδηγώντας στην κατάρρευση του καθεστώτος.

Και πράγματι, υπάρχει ο «Κανόνας τού 3,5%». Όπως τον διατύπωσε η Τσενογουέθ:

Καμία επανάσταση δεν απέτυχε όταν το 3,5% του πληθυσμού συμμετείχε ενεργά σε κάποιο παρατηρήσιμο σημαντικό γεγονός όπως μια μάχη, μια μαζική διαδήλωση ή κάποια άλλη μορφή μαζικής μη συνεργασίας.

[…] Με έναν συγκεκριμένο αριθμό ανθρώπων στους δρόμους, οι κυβερνήσεις απλώς κλονίζονται, και τότε είτε πρέπει να κάνουν βασικές παραχωρήσεις, είτε να ανατραπούν. Και αυτό συμβαίνει όχι μόνο επειδή υπάρχουν τόσο πολλοί άνθρωποι που αντιστέκονται ενεργά, αλλά και επειδή οι διαδηλωτές έχουν πιθανότατα την υποστήριξη ενός ακόμα μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού. Ωστόσο, μόνο 18 από τις 389 διαδηλώσεις αντίστασης ξεπέρασαν το όριο του 3,5% μεταξύ 1945 και 2014. Είναι σχετικά σπάνιο, αλλά, όταν συμβεί, μπορεί να αποβεί μοιραίο για τις κυβερνήσεις.

* * *

Λοιπόν, η Erica Chenoweth είναι καθηγήτρια στην έδρα Frank Stanton στο Harvard Kennedy School και ειδικεύεται στη μελέτη της πολιτικής βίας και της πολιτικής ανυπακοής. Διατύπωσε τον περίφημο Κανόνα τού 3,5% στο βιβλίο της «Why Civil Resistance Works: The Strategic Logic of Nonviolent Conflict» (2011, μαζί με τη Maria Stephan). Η έρευνά τους βασίστηκε στην εξονυχιστική ανάλυση 323 πολιτικών συγκρούσεων παγκοσμίως από το 1900 έως το 2006, συγκρίνοντας την αποτελεσματικότητα των βίαιων εξεγέρσεων έναντι των ειρηνικών κινημάτων.

Η έρευνα έδειξε ότι οι μη βίαιες συγκρούσεις είχαν διπλάσιες πιθανότητες επιτυχίας (53%) σε σχέση με τις ένοπλες (26%). Η Chenoweth λέει πως, όταν μια κινητοποίηση καταφέρει να προσελκύσει το 3,5% του πληθυσμού, η κατάρρευση του καθεστώτος γίνεται σχεδόν βέβαιη λόγω της ευρείας συμμετοχής και της εσωτερικής πίεσης που ασκείται στους μηχανισμούς καταστολής. Η μαζικότητα αυτή δεν περιλαμβάνει μόνο διαδηλώσεις στον δρόμο, αλλά και οικονομικά μποϊκοτάζ, απεργίες κλπ., πράγματα δηλαδή που καθιστούν τη διακυβέρνηση αδύνατη.

Η Chenoweth λέει πως, όταν μια κινητοποίηση καταφέρει να προσελκύσει το 3,5% του πληθυσμού, η κατάρρευση του καθεστώτος γίνεται σχεδόν βέβαιη λόγω της ευρείας συμμετοχής και της εσωτερικής πίεσης που ασκείται στους μηχανισμούς καταστολής

Η βασική λογική πίσω από την επιτυχία αυτού του ποσοστού είναι ότι μια τόσο μεγάλη συμμετοχή είναι αδύνατον να αγνοηθεί ή να κατασταλεί πλήρως χωρίς να προκληθούν μαζικές αποσκιρτήσεις από τις δυνάμεις ασφαλείας και την ελίτ. Όταν οι στρατιώτες ή οι αστυνομικοί βλέπουν στους δρόμους τους γείτονες, τους φίλους και τους συγγενείς τους, η προθυμία τους να χρησιμοποιήσουν βία κάμπτεται, πράγμα που οδηγεί μαθηματικά στην τελική πτώση του τυράννου. Παρόλο που το 3,5% ακούγεται μικρό, στην πραγματικότητα αντιστοιχεί σε εκατομμύρια ανθρώπους σε μια μεγάλη χώρα, καθιστώντας την κινητοποίησή τους μια ανίκητη κοινωνική δύναμη.

Το Ιράν και ο Κανόνας τού 3,5%

Το Ιράν έχει σήμερα περίπου 92,8 εκατομμύρια κατοίκους. Σύμφωνα με τον Κανόνα τού 3,5%, το απαραίτητο ποσοστό κινητοποίησης για την επίτευξη πολιτικής αλλαγής αντιστοιχεί σε περίπου 3,25 εκατομμύρια άτομα.

Ερώτηση, λοιπόν: Πόσοι Ιρανοί πήραν μέρος στις μαζικές διαδηλώσεις του τελευταίου μήνα;

Το Ιράν συγκλονίζεται από ένα κύμα μαζικών διαμαρτυριών που ξεκίνησε στα τέλη Δεκεμβρίου του 2025 με αφορμή —ή καλύτερα πρόσχημα— τη ραγδαία οικονομική κατάρρευση και τον πληθωρισμό. Οι αναφορές κάνουν λόγο για εκατομμύρια διαδηλωτές που έχουν βγει στους δρόμους και στις 31 επαρχίες της χώρας, σε πάνω από 500 τοποθεσίες πανεθνικά. Η καταστολή υπήρξε ιδιαίτερα βίαιη: μιλάμε για κάμποσες ΧΙΛΙΑΔΕΣ νεκρούς και για δεκάδες χιλιάδες συλλήψεις. Όλοι οι ανεξάρτητοι αναλυτές κάνουν λόγο για μια κινητοποίηση που έχει αγγίξει το επίπεδο των «εκατομμυρίων» συμμετεχόντων σε εθνικό επίπεδο. Παρά το γεγονός ότι το μεσαιωνικό καθεστώς επέβαλε πλήρες ψηφιακό σκοτάδι από τις 8 Ιανουαρίου για να εμποδίσει τον συντονισμό και τη ροή πληροφοριών, οι εκτιμήσεις των ειδικών και των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποδηλώνουν ότι το κίνημα βρίσκεται πολύ κοντά ή έχει ΗΔΗ υπερβεί το κρίσιμο στατιστικό κατώφλι τού 3,5%. Η ένταση της καταστολής συνιστά τη βεβαία απόδειξη ότι το καθεστώς αντιλαμβάνεται την απειλή του κόσμου στους δρόμους σαν υπαρξιακή. Αν και ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που διαδηλώνουν απέναντι στους πάνοπλους και δολοφονικούς Φρουρούς της ισλαμικής Επανάστασης είναι δύσκολο να καταμετρηθεί με ακρίβεια ακριβώς λόγω του αποκλεισμού, η γεωγραφική διάχυση σε τόσο πολλές πόλεις υποστηρίζει την εκτίμηση ότι η μάζα των διαδηλωτών έχει αγγίξει τα επίπεδα που ορίζει ο Κανόνας της Chenoweth.

Παρά το γεγονός ότι το μεσαιωνικό καθεστώς επέβαλε πλήρες ψηφιακό σκοτάδι από τις 8 Ιανουαρίου για να εμποδίσει τον συντονισμό και τη ροή πληροφοριών, οι εκτιμήσεις των ειδικών και των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποδηλώνουν ότι το κίνημα βρίσκεται πολύ κοντά ή έχει ΗΔΗ υπερβεί το κρίσιμο στατιστικό κατώφλι τού 3,5%

Το παρακάτω βίντεο εξετάζει τη δυναμική των πρόσφατων μαζικών κινητοποιήσεων στο Ιράν και το κατά πόσο το μέγεθος και η έκτασή τους θέτουν σε άμεσο κίνδυνο την επιβίωση του καθεστώτος — και κάνουν την καθ’ ημάς και μη Αριστερά να αποστρέφει το βλέμμα από τις διαδηλώσεις μιας χώρας όπου το 50% (οι ΜΙΣΟΙ) γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν ΣΚΛΑΒΟΙ. Ή καλύτερα, ΣΚΛΑΒΕΣ:

  • Νά και το οπισθόφυλλο:

Οι ισχυροί άντρες ανεβαίνουν στην εξουσία. Οι δημοκρατίες παραπαίουν. Μα κάθε τυραννία έχει ένα τέλος.

Οι τύραννοι φαίνονται αήττητοι, όμως όλοι τους —χωρίς εξαίρεση— πέφτουν. Και αυτό επειδή φέρουν μέσα τους τις ίδιες αδυναμίες που οδηγούν στην καταστροφή τους: έναν στενό κύκλο γεμάτο προδοσία, στρατιωτικές ελίτ που υπονομεύουν το καθεστώς, δυσαρεστημένες μάζες που έχουν κουραστεί από την αδικία, επαναστάτες που οργανώνονται στην εξορία. Οι τύραννοι έχουν πάντα περισσότερους εχθρούς παρά φίλους. Και, όταν έρθει η ώρα τους, δεν αποσύρονται ήσυχα — τους περιμένουν η εξορία, η φυλακή ή ο θάνατος, ενώ αυτό που ακολουθεί μπορεί να αλλάξει για πάντα τη μοίρα ενός ολόκληρου λαού.

Η δημοκρατία δεν έχει κατακτήσει κάθε γωνιά του πλανήτη — και ίσως να μη φτάσει ποτέ παντού. Το προηγούμενο υπάρχει, και το παράδειγμα εξαπλώνεται. Όσοι απομένουν στην εξουσία με φαινομενικά απεριόριστη δύναμη —οι νέοι τύραννοι— δείχνουν πανίσχυροι. Μα έχουν κάθε λόγο να φοβούνται.

Από τον Σαντάμ Χουσεΐν στον Καντάφι, από τον Χίτλερ στον Πολ Ποτ, το «Πώς ανατρέπονται οι τύραννοι» είναι προϊόν ενδελεχούς έρευνας κι ένα καθηλωτικό σχέδιο για την ανατροπή τους.

  • Και ένα μικρό βιογραφικό του συγγραφέα:

Ο Marcel Dirsus είναι πολιτικός επιστήμονας και αναλυτής διεθνών σχέσεων, συνδυάζοντας ακαδημαϊκή προσέγγιση με πρακτική ανάλυση της εξουσίας. Σπούδασε στην Οξφόρδη και εργάστηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό κατά τη διάρκεια ενός αποτυχημένου πραξικοπήματος το 2013. Εκτός από τη συγγραφή του πολιτικού ενημερωτικού δελτίου The Hundred, ο Dirsus έχει συμβουλεύσει μεγάλα ιδρύματα και διεθνείς οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ και ο ΟΟΣΑ.

ΥΓ. Αλλά δεν θα μπορούσαμε να κλείσουμε αυτό το σημείωμα χωρίς μια αναφορά και στην αγαπημένη μας Ρωσία — δεν γίνεται να απουσιάζει από ένα βιβλίο με τη λέξη «τύραννοι» στον τίτλο του. Νά λοιπόν ένα μικρό απόσπασμα από το κείμενο του Dirsus:

Ένας βιώσιμος τρόπος για να δώσει κανείς στους ανθρώπους ένα μερίδιο από την επιβίωση του καθεστώτος είναι η «αφομοίωση». Αν περπατήσετε περίπου τριακόσια μέτρα βόρεια από το Κρεμλίνο στη Μόσχα, θα βρεθείτε μπροστά σε ένα μεγάλο, συμμετρικό κτίριο που φιλοξενεί την κάτω βουλή του ρωσικού κοινοβουλίου. Σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, αυτό το κτίριο θα ήταν γεμάτο με κόμματα της αντιπολίτευσης. Φλογεροί πολιτικοί θα χρησιμοποιούσαν τον χρόνο τους στο βήμα για να φέρουν την κυβέρνηση προ των ευθυνών της. Δημοσιογράφοι θα έπαιρναν συνεντεύξεις για την τηλεόραση στο λόμπι, κατηγορώντας την κυβέρνηση γιατί αυτή ή εκείνη η πρόσφατη πολιτική είχε αποτύχει.

Στη Ρωσία του Πούτιν, όλα αυτά εξακολουθούν να συμβαίνουν, αλλά τίποτα δεν είναι αληθινό. Είναι μια παρωδία, μια ψευδαίσθηση. Οι ψηφοφόροι ψηφίζουν τους υποψήφιους της αντιπολίτευσης στην κάλπη, αλλά όλοι τους ελέγχονται αποτελεσματικά από την κυβέρνηση. Οι δημοσιογράφοι έχουν το ελεύθερο να ασκούν κριτική στο καθεστώς, αλλά μόνο μέσα στα όρια που θέτουν οι σκοτεινές φιγούρες που επιβλέπουν αυτή τη «διαχειριζόμενη δημοκρατία», που στην ουσία είναι μια δικτατορία. Αν αυτό το θέατρο δεν υπήρχε, ο δημοσιογράφος και ο φλογερός πολιτικός μπορεί πράγματι να αντιτίθεντο στο καθεστώς. Τώρα που υπάρχει, και οι δύο έχουν ισχυρό συμφέρον στη διατήρησή του, επειδή η διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης διατηρεί και τις υψηλές θέσεις τους και τους παχυλούς μισθούς τους. Αν η αφομοίωση γίνει σωστά, μετατρέπει πιθανούς εχθρούς σε υποστηρικτές, χωρίς αιματοχυσία.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας Σήμερα ήταν εξαίρεση. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Σας ευχαριστούμε πολύ.