- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Φοβίες και μανίες: Ένα βιβλίο της Κέιτ Σαμμερσκέιλ για όλα τα παράξενα πράγματα που μπορούν να μας τρομάξουν
Στο βιβλίο «Φοβίες και μανίες» της Κέιτ Σαμμερσκέιλ (εκδ. Πατάκη, μετάφραση Ειρήνης Αποστολάκη) ξεδιπλώνονται φόβοι και εμμονές από τις οποίες πολλοί από μας δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Το 1786, ο Μπέντζαμιν Ρας (1746–1813), ένας από τους Aμερικανούς διαφωτιστές, άρχισε να δίνει ονομασίες στους ανθρώπινους φόβους μερικοί εκ των οποίων κρίνονταν και κρίνονται παράλογοι. Ο Ρας κατέγραψε 18 φοβίες, μεταξύ των οποίων τον φόβο για τη βρομιά, για τα φαντάσματα, για τους γιατρούς και για τα ποντίκια, καθώς και 26 «μανίες», όπως εκείνες για τα τυχερά παιχνίδια, τον στρατό και την ελευθερία. Ο Ρας διακωμωδούσε ελαφρώς τα πράγματα· για παράδειγμα, μιλούσε για τη «φοβία του σπιτιού», εξαιτίας της οποίας οι άντρες νιώθουν τεράστια ανάγκη να περάσουν από το οινοπνευματοπωλείο μετά τη δουλειά. Ωστόσο, οι ψυχίατροι του επόμενου αιώνα είδαν τις συμπεριφορές αυτές υπό ένα πιο σύνθετο φως: οι φοβίες και οι μανίες θεωρήθηκαν εμφανή σημάδια της εξελικτικής και προσωπικής μας ιστορίας, εκδηλώσεις τόσο των απωθημένων ζωωδών ενστίκτων μας όσο και των επιθυμιών που έχουμε καταπιέσει.
Στις αρχές του 19ου αιώνα η λίστα του Ρας εμπλουτίστηκε με πλήθος μανιών, ενώ νέες φοβίες και μανίες εμφανίστηκαν στα τέλη του ίδιου αιώνα. Οι φοβίες αυτές περιελάμβαναν παράλογο φόβο για τους δημόσιους χώρους (αγοραφοβία), τους κλειστούς χώρους (κλειστοφοβία), το κοκκίνισμα στα μάγουλα (ερυθροφοβία) ή την ταφή κάποιου ενώ είναι ακόμη ζωντανός (ταφοφοβία). Οι μανίες αφορούσαν την έντονη παρόρμηση για χορό (χορεομανία), για περιπλάνηση (δρομομανία), για καταμέτρηση των πάντων (αριθμομανία) και για τράβηγμα τριχών από τα μαλλιά (τριχοτιλλομανία). Έκτοτε, διαρκώς ανακαλύπτουμε νέα άγχη: το χρονικό σημείο ταυτοποίησης –ή επινόησης– μιας φοβίας ή μιας μανίας συμπίπτει συχνά με μια αλλαγή στον τρόπο θέασης του εαυτού μας. Κάποιοι από τους φόβους που περιγράφονται σ’ αυτό το βιβλίο δεν συνιστούν ψυχιατρική διάγνωση, καθώς οι αντίστοιχοι όροι είτε αναφέρονται σε προκαταλήψεις (ομοφοβία, ξενοφοβία), είτε επιχειρούν να καυτηριάσουν τάσεις και μόδες (μανία με τους Beatles, τουλιπομανία), είτε είναι απλώς χιουμοριστικοί, όπως ο φόβος για τις παλίνδρομες ή τις μακροσκελείς λέξεις.
Ωστόσο, οι περισσότεροι όροι του βιβλίου αναφέρονται σε πραγματικές και –κάποιες φορές– βασανιστικές καταστάσεις. Οι φοβίες και οι μανίες αποκαλύπτουν τον εσωτερικό μας κόσμο, όλα όσα μας έλκουν και μας απωθούν, πράγματα που δεν μπορούμε να βγάλουμε από το μυαλό μας. Συνολικά, αποτελούν τις πιο συνηθισμένες αγχώδεις διαταραχές της εποχής μας. «Οι φοβίες συγκεκριμενοποιούν το άγχος μας», αναφέρει ο ακαδημαϊκός Ντέιβιντ Τρόττερ· «το κάνουν απτό και αναγνωρίσιμο, του δίνουν συγκεκριμένη μορφή, διευκολύνοντας έτσι την καταπολέμηση ή την εξουδετέρωσή του». Και οι μανίες, όμως, μπορεί να αποκρυσταλλώνουν φόβους και επιθυμίες. Αυτές οι προσωπικές εμμονές είναι η τρέλα των ψυχικά υγιών. Ίσως πρόκειται για μια τρέλα που μας διατηρεί ψυχικά υγιείς, ο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο διακρίνει τις κοινωνικές φοβίες από άλλες, πιο συγκεκριμένες, οι οποίες θα μπορούσαν να χωριστούν σε πέντε κατηγορίες: φοβίες για ζώα· φοβίες που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον (υψοφοβία ή υδροφοβία, για παράδειγμα)· φόβο για το αίμα, τις ενέσεις ή τους τραυματισμούς· φοβίες που σχετίζονται με καταστάσεις (όπως η κλειστοφοβία)· καθώς και άλλους, ακόμη πιο ακραίους φόβους, όπως ο φόβος του εμετού, του πνιγμού ή του θορύβου.
Παρόλο που κάποιοι από τους φόβους αυτούς μπορούν να αντιμετωπιστούν σε μεγάλο βαθμό με ψυχοθεραπεία –και μάλιστα πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι άλλες αγχώδεις διαταραχές–, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μιλούν γι’ αυτούς και επιλέγουν να αποφεύγουν όσα τους προκαλούν άγχος. Θεωρείται ότι μόλις ένας στους οκτώ πάσχοντες από τέτοιου είδους φοβίες αναζητά βοήθεια, γεγονός που καθιστά δύσκολο τον ακριβή υπολογισμό των ποσοστών. Ωστόσο, μια επισκόπηση στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Psychiatry το 2018, βασισμένη σε είκοσι πέντε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1984 και 2014, δείχνει ότι το 7,2% των ανθρώπων είναι πιθανό να βιώσει κάποια συγκεκριμένη φοβία σε δεδομένη στιγμή της ζωής του. Άλλη έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας το 2017 και περιλάμβανε δεδομένα από 22 χώρες, κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα. Οι έρευνες αυτές έδειξαν, μεταξύ άλλων, ότι οι συγκεκριμένες φοβίες είναι πολύ πιο συνηθισμένες στα παιδιά και λιγότερο στους ενήλικες, ότι τα ποσοστά μειώνονται περίπου στο ήμισυ στους ηλικιωμένους και ότι οι γυναίκες είναι δύο φορές πιο φοβικές από τους άντρες. Αυτό σημαίνει ότι, κατά μέσον όρο, 1 γυναίκα στις 10 υποφέρει από κάποια φοβία, ενώ το ίδιο ισχύει για 1 στους 20 άντρες. Εθνικές έρευνες δείχνουν ότι το 7% των Αμερικανών και το 12% των Βρετανών πάσχουν από κοινωνικές φοβίες. Η διαφορά ανάμεσα στα φύλα έχει την εξήγησή της στην ανθρωπολογική εξέλιξη.
Τα αίτια που προκαλούν τους φόβους δεν έχουν ακόμη διαλευκανθεί πλήρως. Ο φόβος για τις λέξεις, για παράδειγμα, ή για τους αριθμούς παραπέμπει σε αρχαίες δεισιδαιμονίες και κατάλοιπα παγανιστικών πεποιθήσεων. Ο Αμερικανός ψυχολόγος Γκράνβιλ Στάνλεϋ Χολ, ο οποίος σε επιστημονική εργασία του το 1914 παραθέτει κατάλογο με 132 φοβίες, επεσήμανε ότι κάποια παιδιά εκδηλώνουν έντονες φοβίες έπειτα από τραυματικά γεγονότα. Το σοκ, ανέφερε, είναι «γόνιμη μητέρα φοβιών». Ο Φρόυντ, ο οποίος ανέλυσε τα φοβικά συμπτώματα σε δύο διάσημες μελέτες του το 1909, εισήγαγε την αντίληψη ότι η φοβία είναι απωθημένος φόβος που έχει μετατοπιστεί σε κάποιο εξωτερικό αντικείμενο: είναι ταυτόχρονα έκφραση άγχους και άμυνας. «Η φυγή από έναν εσωτερικό κίνδυνο είναι δύσκολη υπόθεση», εξηγούσε. «Δεν είναι όπως με τον εξωτερικό κίνδυνο, όπου απλώς το βάζεις στα πόδια».
Το βιβλίο της γνωστής Βρετανίδας ερευνητικής δημοσιογράφου Κέιτ Σαμμερσκέιλ μοιάζει με μια πολιτισμική-ιστορική «εγκυκλοπαίδεια» φοβιών και εμμονών στην οποία ενδέχεται να αναγνωρίσει ο αναγνώστης φοβίες που δεν ήξερε ότι είχε. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, να βοηθηθεί να ξεπεράσει κάποιες από όσες έχει.