Βιβλιο

Δήμητρα Γεράση και Μυρσίνη Καλογεροπούλου μιλούν για το πρώτο τους συγγραφικό βήμα

Τα βιβλία τους «Η πρώτη συνάντηση» και «Ένα χαμένο κλειδί» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν

A.V. Guest
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι συγγραφείς Δήμητρα Γεράση και Μυρσίνη Καλογεροπούλου μιλούν για τα βιβλία τους «Η πρώτη συνάντηση» και «Ένα χαμένο κλειδί», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν.

→ Συνέντευξη στον Γιώργο Ανδρέου

Στην «Πρώτη συνάντηση», η Δήμητρα Γεράση μας προσφέρει, με μια δόση χιούμορ και μπόλικη φαντασία, εννιά ξεχωριστές ιστορίες με απρόσμενους ήρωες· πλάσματα από άλλους κόσμους που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, παρατηρούν και αλληλεπιδρούν με τους ανθρώπους. Γι’ αυτό να κοιτάτε καλά γύρω σας! Από τη μια στιγμή στην άλλη η ζωή σας μπορεί ν’ αλλάξει για πάντα.

Στο βιβλίο «Ένα χαμένο κλειδί» οι ήρωες –καθημερινοί άνθρωποι– της Μυρσίνης Καλογεροπούλου συγκρούονται με τον εαυτό τους, αναπολούν το παρελθόν, στέκονται αμήχανοι στο παρόν, ενώ στιγματίζονται από τη ματαίωση. Ζουν στο αστικό περιβάλλον, κάποιοι από αυτούς προβαίνουν σε πράξεις επιδιώκοντας την κάθαρση, όπως μόνο οι ίδιοι την εννοούν.

Ζητήσαμε από τις δύο συγγραφείς να μάθουμε περισσότερα για τα βιβλία τους που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Μιλήστε μας για το πρώτο σας βιβλίο.

Δήμητρα Γεράση: Πρόκειται για ένα βιβλίο για όσους αγαπούν τη μαγεία, το όνειρο, τη φαντασία χωρίς όμως να χάνουν την επαφή με το σήμερα. Ένα βιβλίο που πιστεύω πως θα σας φτιάξει τη διάθεση, θα σας διασκεδάσει, θα σας συγκινήσει αλλά και θα σας προβληματίσει. Οι εννιά ιστορίες που περιλαμβάνει το βιβλίο μας αφορούν όλους γιατί μιλούν μ’ ένα παιχνιδιάρικο τρόπο για τη σημερινή εποχή, την αγάπη, την προσφορά, την ενδυνάμωση και ανοίγουν ένα παράθυρο σε ένα καλύτερο αύριο που όλοι έχουμε ανάγκη.

Μυρσίνη Καλογεροπούλου: Το πρώτο μου βιβλίο γεννήθηκε μετά από δύο χρόνια συγγραφής. Πρόκειται για μια συλλογή δέκα διηγημάτων με κυρίαρχο θέμα τον άνθρωπο, ο οποίος αντάμα με τον χρόνο, ιχνηλατεί τη ζωή του. Η μνήμη καθοδηγεί την πορεία του, όμως στο τέλος του αφήνει το χέρι, για να μην πω ότι τον σπρώχνει, προς το κενό. Η απόφαση για να επιλέξει το τέλος του, βαρύνει αποκλειστικά εκείνον.

Για να πείσετε κάποιον να αγοράσει το βιβλίο σας, τι ακριβώς θα του λέγατε;

Δ.Γ.: Θα ήθελα να του δώσω έναν λόγο να το ανοίξει — κι από εκεί και πέρα ας αποφασίσει μόνος του. Θα του έλεγα ότι πρόκειται για ιστορίες που κοιτούν τις μικρές, σχεδόν απαρατήρητες στιγμές που όμως καθορίζουν πολλά μέσα μας. Θα του έλεγα επίσης ότι κάθε διήγημα είναι μια μικρή συνάντηση: με έναν άλλον άνθρωπο, με μια μνήμη, με μια πιθανή εκδοχή του εαυτού μας, με έναν άλλο κόσμο. Κι αν εκείνος ή εκείνη νιώσει ότι θέλει να δοκιμάσει αυτές τις συναντήσεις, τότε το βιβλίο είναι για εκείνον — όχι επειδή το «προτείνω», αλλά επειδή μπορεί όντως να τον αφορά.

Μ. Κ.: Οι ήρωες που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο, άνδρες και γυναίκες, συνομιλούν με το παρελθόν τους, το επεξεργάζονται και συνεχίζουν την πορεία τους, βαδίζοντας στα αγκάθια, ενώ στο τέλος ανακουφίζουν τις πληγές τους με σθένος. Μήπως πρόκειται για τον διπλανό μας στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου, στην ουρά του σούπερ μάρκετ, στη διαδήλωση; Αν κοιτάξετε προσεκτικά τα μάτια όλων των ανθρώπων που συναντάτε, θα παρατηρήσετε ότι στην πλειονότητα πηγάζει μια γλυκύτητα από το βλέμμα τους που σε ξαφνιάζει. Την συγκεκριμένη μορφή τους προσπάθησα να μεταφέρω στο βιβλίο, αφού προηγουμένως είχα σχεδιάσει στο χαρτί το περίγραμμά τους. Ζούμε όλοι σε μια κοινωνία με συρματόπλεγμα, περιφρουρούμενοι, ώστε να μην αποδράσουμε από την βαρβαρότητα της εποχής μας. Μπουκωμένοι με τα αγαθά της δήθεν ευημερίας. Ο Γιάννης στο διήγημα «Το μπλόκο», ξαναγυρνάει εκεί όπου απόθεσαν τον εαυτό τους οι σύντροφοί του, διότι δεν του έλαχε εκείνου η ίδια μοίρα. Η Ελένη μέσα από την αφήγησή της στα «Ροζ παντοφλάκια» σε κάνει να νιώσεις την αλληλεγγύη σε μια δύσκολη στιγμή, σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου.

Περιγράψτε μας τον τρόπο που δουλέψατε για τη συγγραφή του βιβλίου σας;

Δ.Γ.: Δεν μπορώ να πω λοιπόν πως ακολούθησα κάποια συγκεκριμένη “μέθοδο”. Η ιστορία είναι πάντα ο οδηγός μου, πηγαίνω όπου με πάνε οι ήρωές μου, πολλές φορές σε δρόμους που δεν είχα φανταστεί όταν ξεκίναγα να γράφω μια ιστορία.

Μ. Κ.: Τα κείμενα γράφτηκαν σε χρονικό διάστημα δύο ετών. Κάθε μέρα έγραφα, καθορίζοντας ως στόχο έναν συγκεκριμένο αριθμό λέξεων, όχι δεσμευτικό ,αλλά με την προσδοκία να τον πετυχαίνω. Όταν ένοιωθα ότι κουραζόμουν σωματικά και πνευματικά, άφηνα το γραπτό να ξεκουραστεί. Το έβλεπα από απόσταση και την επόμενη φορά που το ξανάπιανα, ήταν πολύ διαφορετική η προσέγγιση. Μια διαρκής πάλη με τις λέξεις, για να τις ακούσω να ρέουν. Δούλευα τις πολύ πρωινές ώρες, παρέα με ένα φλυτζάνι καφέ. Σπάνια γράφω σε εξωτερικό χώρο, αλλά έχει συμβεί να συνεχίσω μια ιστορία σ’ ένα καφέ παραθαλάσσιο , με αρκετούς θαμώνες, αφού προηγουμένως είχα επεξεργαστεί την πλοκή. Τα κείμενα έχουν διορθωθεί αρκετές φορές πριν πάρουν τη τελική μορφή. Χρειάστηκε να κάνω έρευνα για την χρήση κάποιων λέξεων σε συγκεκριμένο περιβάλλον, αποδίδοντας τη σημασία που αναζητούσα, καθώς και για τόπους που αναφέρονται στο βιβλίο. Επίσης, έχω κάνει έρευνα πεδίου, διότι αυτό με βοηθά πάρα πολύ στη καταγραφή γεγονότων με ιστορική χροιά. Τα πρώτα χειρόγραφα, τα διάβασε μια φίλη, δεινή αναγνώστρια, στην οποία οφείλω πολλά, διότι με τις καίριες παρεμβάσεις της με βοήθησε να βάλλω τις ψηφίδες του έργου σε στέρεες βάσεις.

Διαβάζετε άλλους συγγραφείς, Έλληνες και ξένους; Ποια βιβλία αποτέλεσαν οδηγοί για την πρώτη σας συγγραφική δουλειά;

Δ.Γ.: Είμαι βιβλιοφάγος από πολύ μικρή. Διαβάζω τα πάντα. Λατρεύω τους κλασικούς συγγραφείς, οι φίλοι μου με κοροϊδεύουν για την αγάπη μου στον Ντοστογιέφσκι και τη Τζέιν Όστιν, αλλά αγαπώ και σύγχρονους συγγραφείς, όπως τον Καζούο Ισιγκούρο, τον Σαλμάν Ρουσντί κι έχω μεγαλώσει με τον Ιούλιο Βερν, την Άλκη Ζέη και την Πηνελόπη Δέλτα. Η λογοτεχνία του φανταστικού πάντα με ελκύει, όμως διαβάζω πολύ και βιβλία σύγχρονης ιστορίας. Τελικά, μπορώ να πω ότι για μένα στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν στεγανά, ούτε αυστηρές κατηγοριοποιήσεις. Το διάβασμα είναι μια ανάγκη της ψυχής, ένα ταξίδι χωρίς κανέναν περιορισμό.

Μ.Κ.: Διαβάζω όσο αντέχω. Χρειάζομαι ψυχική ηρεμία και ησυχία. Μου αρέσουν οι Έλληνες πεζογράφοι, τους οποίους διάβαζα από μικρή ηλικία. Υπήρχε ένας τόμος, η Ανθολογία του Νεοελληνικού Διηγήματος στη βιβλιοθήκη των γονιών μου. Σαν μικρό παιδί, σκαρφάλωνα να τον κατεβάσω με κίνδυνο να μου πέσει στο κεφάλι. Ήταν τόσο αγαπημένο βιβλίο, με συγγραφείς όπως ο Βυζηινός, ο Ροίδης, ο Ξενόπουλος, οι οποίοι με είχαν συναρπάσει με τις ιστορίες τους. Θυμάμαι συγκεκριμένα το διήγημα, «Θάνατος παλληκαριού» του Κωστή Παλαμά και τη λύπη που μου προκαλούσε κάθε φορά η ανάγνωσή του, όμως επέμενα να συμμετέχω στο δράμα, διότι ήμουν και επιρρεπής στο συναίσθημα, σ’ εκείνη την τρυφερή ηλικία. Μου αρέσουν πολλοί, ενδεικτικά αναφέρω τους Μάτεσι, Δούκα, Χατζή, Δημητρίου. Επιλέγω και ξένους, Αμπέρ Καμί, Ρίτσαρντ Φορντ. Δεν είχα κάποιο πρότυπο στη συγγραφή των διηγημάτων μου. Δεν ξέρω αν θα συμβεί στο μέλλον.

Ποια ήταν η εμπειρία σας μέχρι την έκδοση του βιβλίου σας;

Δ.Γ.: Η γραφή είναι κάτι που με απασχολούσε από παλιά, από την εφηβεία μου ακόμα που προσπαθούσα να σκαρώσω ποιήματα κι αργότερα που ασχολήθηκα με τη μετάφραση. Για χρόνια τα είχα παρατήσει μέχρι που το γράψιμο ξανάγινε ανάγκη κι αυτή τη φορά το τόλμησα. Κι όπως λένε, η τύχη βοηθά τους τολμηρούς, αφού ήμουν τυχερή που οι εκδόσεις Βακχικόν από την πρώτη στιγμή πίστεψαν στο έργο μου και στάθηκαν πολύτιμος βοηθός και συμπαραστάτης στην πρώτη μου προσπάθεια. Και φυσικά, η στιγμή που βλέπεις το βιβλίο τυπωμένο είναι σχεδόν παράδοξη. Νιώθεις μια ταυτόχρονη ανακούφιση και συγκίνηση: αυτό που για τόσο καιρό υπήρχε μέσα σε αρχεία και σημειώσεις, τώρα είναι ένα αντικείμενο που θα το κρατήσουν άλλοι στα χέρια τους. Κι αυτή η αίσθηση είναι από μόνη της μια ανταμοιβή.

Μ. Κ.: Περίμενα καρτερικά συνεχίζοντας τις γραφές μου, μόνο προς το τέλος της προθεσμίας ένιωσα αγωνία, για λίγο όμως. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό. Ο εκδοτικός οίκος Βακχικόν σεβάστηκε την συνεργασία μας η οποία ήταν άψογη και κύλισε ομαλά σε όλα τα επίπεδα. Βέβαια η γραφή δεν σταματά. Σκεφτόμουν ότι τα κείμενα αυτά, θα τα έγραφα σήμερα εκ νέου, δοκιμάζοντας και άλλες τεχνικές διότι είμαι πλουσιότερη σε ερεθίσματα, και σοφότερη ως προς τις γνώσεις.