Βιβλιο

Ο Γιάννης Κοντός όπως τον γνώριζα

Η Ελένη Μπούρα, επιμελήτρια των βιβλίων και φίλη του γράφει

A.V. Guest
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Από το 1987 που τον γνώρισα μέχρι τις 21 Ιανουαρίου 2015 που πέθανε:

Γέλιο, πολύ γέλιο. Και φωνές και χαϊδευτικά βρισίδια. Και τα κασκόλ του. Και όλα τα κοσμηματάκια που μου χάριζε στη γιορτή μου. Τα γενέθλια τα απεχθανόταν. Και τα δικά του και των άλλων. Δεν ήθελε ποτέ να λέμε ηλικίες. Και τα ποιήματα που έγραφε μόλις ξυπνούσε και μου τα διάβαζε όταν ερχόταν στο γραφείο. Πάντα μου άρεσαν τα ποιήματά του. Δεν ξέρω αν κατάλαβε ποτέ πόσο πολύ μου άρεσαν και ότι τώρα που τα ξαναδιαβάζω ξαναανακαλύπτω την ποίηση και την ποίησή του. Και οι φίλοι του. Οι ποιητές και οι συγγραφείς. Μου τους γνώρισε όλους. Και έλεγε: “Μην μου κλέβεις τους φίλους μου”. Και τα τραγουδάκια που εφεύρισκε με το όνομά μου, “σεξιστικά” συνήθως! Έζησα μαζί του τη μισή μου μέρα στον Κέδρο και στο Μεταίχμιο αργότερα, επί 25 χρόνια. Δεν μεταφράζονται σε λόγια δικά μου αυτά τα χρόνια. Μεταφράζονται όμως σε δικά του λόγια. Τόσα ποιήματα έγραψε. Να τα διαβάζουμε και να τα ξαναδιαβάζουμε. (Είναι συγκεντρωμένα στον τόμο Γιάννης Κοντός Τα ποιήματα 1970-2010, εκδ. Τόπος)

Διάβασα για πρώτη φορά ποιήματά του, όταν διάλεξα από τον πάγκο του βιβλιοπωλείου την ποιητική του συλλογή με τον τίτλο ΤΑ ΟΣΤΑ – για τον περίεργο τίτλο για ποιήματα τα διάλεξα. Μου άρεσαν πολύ. Τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα. Όταν τον γνώρισα, του το είπα, χάρηκε πολύ. Ήταν πολύ περήφανος για ΤΑ ΟΣΤΑ. Ένα από αυτά:

Δεν ξέρω άλλο σώμα από το δικό σου.

Κάθε μέρα το βουρτσίζω, το τινάζω,

το μπαλώνω –λέμε κάνα δυο κουβέντες-

το φοράω ή κρύβομαι πίσω του και κοιτάζω

τον κόσμο.

Κι ένα άλλο, από τη συλλογή ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Στο ακρωτήριο του κρεβατιού

Τι θάλασσες περάσανε ή χτυπήσανε

αυτό το κρεβάτι. Βόρειες, νότιες,

θερμές, παγωμένες. Με θύελλα,

με άπνοια, με φιλιά ή κωπηλατώντας

μαζί σου στην ακρογιαλιά, στην άκρη

του ξύλου του αθώου επίπλου.

Κάτω βράχια και σπασμένα κορμιά

ζωντανά που θέλουν να ανέβουν

πάλι επάνω στο οροπέδιο, στο αλώνι,

στα μονόχρωμα, στα μονόχνοτα σεντόνια, στη φωλιά.

Οι εποχές δεν αλλάζουν τη βλάστηση

του τοπίου. Τα ίδια φυτά φύονται πάντα

χαμηλά, κυρίως καλαμιές και βρύα,

σαν ξεχασμένες σκέψεις. Βλέπω το βυθό.

Βλέπω ταινίες (όνειρα τα λένε άλλοι).

Οι τέσσερις γωνίες του δωματίου

τινάζουν αέρα, ο οποίος ανακατεύει

τα σύννεφα και το φως του ταβανιού,

και έρχεται θύελλα, θαλασσοταραχή.

Αστραπές αυλακώνουν τις κουβέρτες.

Το μαξιλάρι το παίρνει για λίγο το κύμα.

Προσπαθώ να σώσω το ραδιόφωνο

(γιατί μου χρησιμεύει ως ασύρματος).

Το κομοδίνο και οι καρέκλες βουλιάζουν,

επιπλέουν τα προσωπικά μου αντικείμενα.

Σπάει και το μοναδικό κυπαρίσσι.

Ούτε φανταζόμουνα, όταν διάβαζα γεωγραφία,

ότι θα κατοικούσα στο ακρωτήριο

της Καλής Ελπίδας – χωρίς ελπίδα,

ότι θα πήγαινα τόσο μακριά.

Με αυτά και άλλες αναπολήσεις μαλακώνει

ο καιρός, περνάει η θύελλα.

Τότε πιάνω το γόνατό σου, το μισό φεγγάρι,

τη μέση σου, χορδή τόξου,

και βαδίζω επί των υδάτων.