Βιβλιο

Το μυθιστόρημα που χάθηκε τρεις φορές

Ένα βιβλίο που όλο χάνεται και ξαναγράφεται από την αρχή

Κυριάκος Αθανασιάδης
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Εκδοτικές περιπέτειες: Αρχές της δεκαετίας τού ’90, στην Αθήνα

Πράγματι, δεν θυμάμαι πολλά από όσα συνέβησαν εκείνη τη νύχτα στο Green Door, πέριξ αυτού και γενικώς. Κι αν είχαν απομείνει κάποια ξέφτια αναμνήσεων στο μυαλό μου το πρωί, χάθηκαν κι αυτά, πνίγηκαν, διαλύθηκαν, όταν με άφατο πόνο ψυχής συνειδητοποίησα πως οι δύο κόπιες του χειρογράφου μου, οι δύο και μοναδικές, είχαν χαθεί., είχε ανοίξει η γη και τις κατάπιε, είχαν μπει σε μια δίνη —του χρόνου, του χώρου, ποιος μπορεί να πει— και βρίσκονταν, πια, μακριά. Μακριά όσο το παρελθόν. Χαμένες.

Όμως δεν μπορούσε να είναι αλήθεια κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι; Έτσι είναι. Η τσάντα, βέβαια, κάπου είχε παραπέσει, κάπου μέσα στο μαγαζί, ή πίσω από το μπαρ, ή πάνω στον πάγκο, ή στις τουαλέτες, στο μπαλκόνι, στην αυλή, στα σκαλάκια, στον λόφο του Στρέφη — οπουδήποτε. Ή εκεί όπου είχα βρεθεί χωρίς να θυμάμαι πώς μετά. Όμως οπωσδήποτε δεν χάνεται μια τσάντα με ένα χειρόγραφο· και με την κόπια του. Δεν γίνονται αυτά σε εμάς.

Εκτός κι αν…

Ω Θεέ μου, μου κλέψανε το βιβλίο.

Θεέ Μεγαλοδύναμε.

Θεέ Μεγαλοδύναμε.

Άραγε ποιος. Και τι να ’ξερε τάχα; Τι μπορεί να είχε υποπτευτεί; Πρόλαβε να χώσει το βδελυρό του πρόσωπο μέσα στην τσάντα, ξεφύλλισε το βιβλίο, είδε έστω το δίστηλο πρώτο κεφάλαιο και του άναψε η περιέργεια, διέτρεξε χιαστί και επιτροχάδην δέκα, είκοσι, πενήντα σελίδες και είδε πως ήταν αυτό που ζητούσε και ο ίδιος; Αυτό που ονειρευόταν να γράψει, μα δεν είχε γράψει; Και κυρίως: είδε και την κόπια με το μπλε καρμπόν και κατάλαβε πως αυτά ήταν τα μοναδικά σωζόμενα αντίγραφα του μυθιστορήματος;

Και άρα μού το έκλεψε;

Για να το οικειοποιηθεί;

Σαν ένας παίκτης που του στερούν άδικα το χρυσό μετάλλιο, ή σαν επιστήμονας που του κλέβουν την πατέντα για μια επαναστατική ανακάλυψη, δεν μπόρεσα να περηφανευτώ: η απώλεια ήταν μεγαλύτερη, βαρύτερη από την ικανοποίηση για την κλεψιά. Έκατσα μόνος στα σκαλάκια της Μπενάκη καπνίζοντας και κοιτώντας πέρα χαμηλά, τον κόσμο που πήγαινε σκοτισμένος στις δουλειές του. Και έναν σκύλο ίσως, ή δύο, που πήγαιναν στις δικές τους δουλειές. Γύρω μου μαζεύτηκαν οι γάτες της γειτονιάς να με παρηγορήσουν, ανεβοκατεβαίνοντας τα σκαλιά. Μα όλοι ξέρουν πως οι γάτες το κάνουν αυτό στα ψέματα, δεν το εννοούν.

Ανάβοντας ένα ακόμη τσιγάρο, είχα αιφνιδίως μια έκλαμψη: ένα σατόρι. Θα τον περίμενα αυτό τον άγνωστο ψευδεπίγραφο συγγραφέα να εκδώσει το βιβλίο μου, και τότε θα παρουσίαζα στη Στοά του Βιβλίου το χειρόγραφο, φωνάζοντας όλους τους ανθρώπους του χώρου. Το χειρόγραφο που είχε παραμείνει βέβαια στην κατοχή μου, και που εκείνος δεν είχε. Και που δεν θα μπορούσε να έχει.

Άντε λοιπόν, ψιθύρισα με τα μάτια μου να καίνε. Άντε να σε δω, καημένε.

Οι γάτες έφυγαν μετά απ’ αυτό.

Για να βγάλεις πέντε δραχμές από ένα βιβλίο, πρέπει να επενδύσεις πάνω από είκοσι. Συν όλα τα χρόνια που είσαι στην πιάτσα.

* * *

Σύρθηκα στο σπίτι μου με έναν παράλογο φόβο να μου κρατάει στα δάχτυλά του την καρδιά. Κι αν είχε χαθεί το κουτί με το χειρόγραφο; Κι αν είχε κλαπεί και αυτό; Κι αν είχε πλημμυρίσει το διαολεμένο πατάρι και είχε καταστρέψει τα χαρτιά, τα είχε μετατρέψει σε άμορφο πολτό, σε κάτι που θυμίζει νεκρό, αποσυντεθειμένο δέντρο; Κι αν δεν υπήρχε αντικείμενο καν;

Κι αν δεν είχα γράψει ποτέ εκείνο το δαιδαλώδες τριπλό βιβλίο;

Αναρωτήθηκα: Άραγε, είτε το έγραψα είτε όχι, θα μπορούσα να το ξαναγράψω; Το ήξερα καλά, το θυμόμουν απέξω, αλλά… αλλά πόσο ακριβώς «απέξω»; Ήμουν σίγουρος γι’ αυτό; Ή είχα μόνο μία γενική ιδέα γύρω από το βιβλίο, τέτοια που θα αρκούσε μεν να γοητεύσω —ίσως— έναν συνομιλητή, αλλά όχι ικανή για να κάνει τα δάχτυλά μου να χτυπάνε με σιγουριά και στακάτο ρυθμό πάνω στα πλήκτρα της γραφομηχανής;

Λοιπόν, είπα από μέσα μου ξεκλειδώνοντας την πόρτα του σπιτιού μου, όχι, δεν είχα ΙΔΕΑ από το βιβλίο μου. Αυτή ήταν η πικρή αλήθεια. Θυμόμουν σκηνές, και μια κάποια διαδοχή των γεγονότων, αλλά το ίδιο το βιβλίο ήταν μια αόριστη, θολή μορφή στο κεφάλι μου. Η μορφή ενός πράγματος που έσκυβε και κρυβόταν στη σπηλιά του. Ενός πράγματος με τρεις κεφαλές, που και οι τρεις τους στάζανε αίμα. Θυμόμουν καλύτερα τα βιβλία των άλλων, βιβλία που είχα αγαπήσει και είχα σχεδόν αποστηθίσει. Θυμόμουν καλύτερα βιβλία πολύ καλύτερα από το δικό μου.

Ανέβηκα στο ξύλινο σκαμπό, άνοιξα την πόρτα του παταριού, κατέβασα τη χαρτόκουτα, έκατσα στο πάτωμα δίπλα της, άναψα ένα τσιγάρο, το κάπνισα μέχρι τη μέση, σκούπισα τα μάτια μου από τα δάκρυα γιατί ο καπνός τα έκαψε, και άνοιξα την κούτα.

Τα τετράδια του Τζάκσον Πόλοκ ήταν εκεί.

* * *

Έψαξα παντού, επισταμένως, για την τσάντα με το δακτυλόγραφο.

Είτε είχε πράγματι πέσει σε εκείνη τη χωροχρονική δίνη, είτε εκλάπη από τον αντιγραφέα μου, αυτό τον άθλιο εαυτό μου, τη ρέπλικα, τον κλέφτη των χειρογράφων, είτε πετάχτηκε στα σκουπίδια μαζί με τα μπουκάλια και τα άλλα σκουπίδια —η λέξη ανακύκλωση εκείνο τον καιρό ήταν μάλλον νιτσεϊκός όρος παρά οικολογικός, περιβαλλοντολογικός, κι όλ’ αυτά—, είτε την είχαν πάρει οι εξωγήινοι ή ένα κορίτσι από πίκα, είτε απλώς την παράτησα στο παγκάκι μίας στάσης, η τσάντα δεν βρέθηκε. Πιθανότατα, δε, δεν θα βρισκόταν ποτέ.

Αισθάνθηκα να μου βγάζει τη γλώσσα το σύμπαν. Αλλά τού την έβγαλα κι εγώ.

* * *

Λίγες μέρες μετά, άρχισα να γράφω πάλι το βιβλίο.

Προμηθεύτηκα νέες ταινίες, άλλα δύο πάκα χαρτί, και καινούργια καρμπόν. Έφτιαξα καφέ. Έκατσα στην καρέκλα μου αφού πρώτα τακτοποίησα το μαξιλάρι της. Έκανα κρακ με τα δάχτυλά μου. Έβαλα το πρώτο φύλλο στη γραφομηχανή. Έγραψα τον τίτλο: ΜΙΚΡΟΙ ΚΟΣΜΟΙ. Τράβηξα το φύλλο και το άφησα πίστομα στο τραπέζι μου. Έβαλα δεύτερο φύλλο. Έγραψα το όνομά μου, τον τίτλο και, από κάτω, την περίφημη λέξη ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ. Κατέβηκα οχτώ αράδες και έγραψα με αραιά γράμματα: Αθήνα 1991. Όλα κεντραρισμένα καταπώς έπρεπε. Όλα σωστά. Όλα όμορφα. Τράβηξα το φύλλο και το άφησα πάνω από το άλλο, μεριμνώντας να εφάπτονται τέλεια. Έβαλα τρίτο φύλλο για να γράψω την αφιέρωση. Και μετά το μότο. Και μετά τις λέξεις ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ. Για ν’ αρχίσω μετά να γράφω το βιβλίο, λίγο-λίγο, λέξη-λέξη, πρόταση-πρόταση, όλο πάλι από την αρχή.

Όλο πάλι από την αρχή.

Αλλά δεν μπορούσα. Ήταν αδύνατον να το κάνω. Όχι ξανά. Δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνω ξανά.

Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν, οι ώμοι μου επίσης, τα δόντια μου επίσης — αν τρέμουν ποτέ τα δόντια του ανθρώπου.

Κοίταξα το αλλόκοτο πάκο με το χειρόγραφό μου από δίπλα. Και παραιτήθηκα.

Αυτό το πράγμα, η αγγαρεία αυτή, με ξεπερνούσε.

* * *

Η Άννα είχε φωτοσύνθεση. Το σπίτι και το γραφείο της ήταν στο ίδιο διαμέρισμα, εκεί στη Χαριλάου Τρικούπη, και μπαινόβγαινε χοροπηδηχτά και χαμογελαστά από το ένα στο άλλο. Πότε δούλευε, πότε μαγείρευε. Και πάντα μακαρόνια. Μακαρόνια με ψωμί. Ας είναι. Με την Άννα συνεργαζόμασταν κάμποσο καιρό τώρα. Της πήγαινα δουλειές.

Τώρα, η φωτοσύνθεση στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει να κάνει με τα φυτά· είναι μια παλιά, πλέον, μέθοδος στοιχειοθεσίας βιβλίων και άλλων εντύπων. Μουσειακή πια. Το ίδιο το μηχάνημα μοιάζει κάπως μ’ αυτούς τους κουλοχέρηδες που έχουν στα καζίνα, αλλά δεν έχει μοχλό, και εκεί που πέφτουν οι αριθμοί ή τα φρουτάκια έχει μια μικρή οθόνη. Στο ύψος που πρέπει, έχει ένα περίπλοκο πληκτρολόγιο. Κακώς είπα για τους κουλοχέρηδες όμως, μάλλον έπρεπε να πω τζουκμπόξ. Εν πάση περιπτώσει, είναι κάπως έτσι. Γράφεις τα κείμενα και τα βλέπεις, μερικώς διαμορφωμένα, σε εκείνη την οθόνη.

Η Άννα ήταν αγία —καλή της ώρα, όπου κι αν είναι— και κάποια στιγμή που έμαθε το κακό που με βρήκε, προσφέρθηκε να βοηθήσει. Πώς να βοηθήσεις, της είπα; Δε βλέπεις ότι είμαι καταραμένος; Θα γράψω εγώ το βιβλίο, είπε εκείνη. Με πιάσανε τα γέλια. Αχ, αγία Άννα μου, της λέω, αχ μακάρι να μπορούσες, θα σ’ έκανα χρυσή αν μπορούσες να το κάνεις. Μα δεν μπορείς, αλίμονο. Μα, μπορώ, επέμεινε εκείνη. Όχι, δεν μπορείς. Κανείς δεν μπορεί να βγάλει τα γράμματά μου, και το χειρόγραφο δεν είναι μια απλή διαδοχή φύλλων, Άννα μου, αχ! Δεν είναι. Είναι Τζάκσον Πόλοκ, με καταλαβαίνεις; Τζάκσον Πόλοκ! Τότε… να μου το διαβάζεις εσύ, μου είπε η Άννα, και θα γράφω εγώ.

Και είπα ναι, ναι είπα, κάν’ το, ναι.

* * *

Δουλέψαμε έτσι κάμποσους μήνες. Συνολικά, πέρασε άλλη μια χρονιά από τη μοιραία νύχτα στο Green Door, και κάτι παραπάνω. Είχαμε και οι δυο τις δουλειές μας, το μεροκάματο, φωτοσύνθεση εκείνη, διορθώσεις-επιμέλειες εγώ, και δεν μας περίσσευε χρόνος ούτε γι’ αστείο. Μα όλο και ξεκλέβαμε μερικές ώρες μέσα στην εβδομάδα.

Το πρώτο διάστημα ήταν δύσκολο, αλλά μετά από καμιά δεκαριά μέρες, ή κάπου τόσο, ή μπορεί κι ένα μήνα, μάθαμε ο ένας τον άλλο και η δουλειά κυλούσε πιο γρήγορα. Έκανα όσο πιο καθαρή υπαγόρευση μπορούσα, τις έλεγα «κόμμα», μπλα-μπλα-μπλα, μπλα-μπλα-μπλα, «τελεία», μπλα-μπλα-μπλα, «παράγραφος», μπλα-μπλα-μπλα, μπλα-μπλα-μπλα, «μεγάλη παύλα», μπλα-μπλα-μπλα, μπλα-μπλα-μπλα, «ενωτικό», μπλα-μπλα-μπλα, μπλα-μπλα-μπλα, «ανοίγουν εισαγωγικά», και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά.

Αν ήταν εύκολο; Όχι, δεν ήταν. Αν μας έσπασαν και των δυωνών τα νεύρα; Ναι, ασφαλώς. Αν περάσαμε όλη τη χρονιά μαζί, και τις τέσσερις εποχές της, μαζί και με όλα τα τρομερά που τη σημάδεψαν, μαζί και με τις γιορτές, τις επετείους, τις διαδηλώσεις, τις απεργίες, τις συγκρούσεις, τις αλλαγές στο χρώμα του ουρανού, τα ωραία και τα μεγάλα και τα τρομακτικά; Ναι, ναι, όλα αυτά, μαζί. Είπαμε, η Άννα ήταν αγία.

Και έσωσε το βιβλίο. Κι εμένα μαζί.

Η Άννα ήταν αγία.

* * *

Η φωτοσύνθεση είχε κάτι μεγάλες δισκέτες, σαν σαρανταπεντάρια δισκάκια αλλά τετράγωνα. Αυτά χωρούσαν πολύ πράγμα, και σίγουρα ένα βιβλίο μεγάλο σαν το δικό μου. Φροντίζαμε πάντα να σώνουμε το κείμενο —χαζοί δεν ήμασταν—, γιατί το ενδεχόμενο να πέσει κεραυνός ή να γίνει πόλεμος και να καεί η φωτοσύνθεση και, μαζί με τις άλλες δουλειές, να χαθεί και το βιβλίο, ήταν εκτός συζητήσεως.

Εννοείται, δε, πως κάναμε και εκτυπώσεις κάθε τόσο, στις οποίες περνούσα μικροδιορθώσεις όταν τις διάβαζα στο σπίτι, τα βράδια.

Κάθε φορά που τυπώναμε ένα κεφάλαιο και το διόρθωνα, έσκιζα τις σελίδες από τα σπιράλ μου —εκείνα τα γρουσούζικα σπιράλ τετράδια— και τις έσκιζα σε μικρά-μικρά κομματάκια.

Τις είχε σιχαθεί η ψυχή μου.

* * *

Όταν πέρασαν οι δώδεκα-δεκατρείς μήνες, και είχαμε πια φτάσει στα μισά τού ’92, η δουλειά τελείωσε, και το μυθιστόρημα με τις τρεις κεφαλές ήταν όλο καλά φυλαγμένο μέσα στη μεγάλη, χοντρή, παχιά δισκέτα της φωτοσύνθεσης. Από εκεί, υπήρχε τρόπος να περάσει στα κομπιούτερ του εκδοτικού. Γιατί να περάσει στα κομπιούτερ του εκδοτικού; Γιατί ο οίκος που θα έβγαζε το βιβλίο δεν θα συνεργαζόταν με το μαγαζί της Άννας, κατά μείζονα βεβαιότητα.

Ας είναι. Ας είναι. Είπαμε: it is what it is.

Άλλωστε, και να την ήθελαν —που το αποκλείαμε και οι δύο, κι ας μην ξέραμε ακόμη ποιος ηρωικός οίκος θα ήταν αυτός—, η συνεργασία τους δεν ήταν δυνατόν να τελεσφορήσει. Δεν ήταν ποτέ δυνατόν.

Γιατί; Γιατί λίγες μόλις μέρες μετά το πέρας της τιτάνιας δουλειάς μας, η φωτοσύνθεση της Άννας κάηκε.

Το μηχάνημα. Ο κουλοχέρης, το τζουκμπόξ. Όλο. Με ό,τι δουλειές είχε μέσα.

Χωρίς να γίνει πόλεμος ή να πέσει κεραυνός. Έτσι απλά μια μέρα πέθανε και δεν ξαναδούλεψε ποτέ.

Και πετάχτηκε στη χωματερή.

* * *

Ψυχραιμία, είπα. Ψυχραιμία. Τώρα χρειάζεται ψυχραιμία.

Πήγα στο Ναυαρίνο, το καφενείο στη Ναυαρίνου, και παρήγγειλα μια Άμστελ. Μου την έφερε. Την ήπια. Παρήγγειλα ακόμη μία, ενώ δίπλα μου κάποιοι άρχισαν να παίζουνε μπουνιές, με επίδικο κάτι ανάμεσα σε ναρκωτικά και πολιτικά. Κάπνισα και μισό πακέτο τσιγάρα. Τασάκια άρχισαν να εκσφενδονίζονται. Μπουκάλια έσπαγαν στο πεζοδρόμιο και στις κολόνες. Δυο κορίτσια με μαύρα ρούχα και μαύρα μαλλιά φιλιόντουσαν πιο εκεί. Ένα μπουκάλι βρήκε τη μία στην πλάτη. Δεν του έδωσε σημασία.

Και όλο έλεγα, εγώ, από μέσα μου, Ψυχραιμία. Τώρα χρειάζεται ψυχραιμία.

Δεν έγινε κάτι. Έχεις τη δισκέτα.

* * *

Βέβαια, ΔΕΝ είχα τη δισκέτα. Γιατί; Γιατί η δισκέτα είχε απομαγνητιστεί ή δεν ξέρω κι εγώ πώς λέγεται —χωρίς πόλεμο και κεραυνό, και πιθανόν χωρίς λόγο—, και μπορεί μεν εγώ να την είχα, πλην φευ εκείνη δεν είχε τίποτε μέσα. Τίποτε. Μηδέν.

Nada.

Το βιβλίο είχε χαθεί για δεύτερη φορά. Ή, αν θέλεις, για τρίτη.

* * *

It is what it is.

* * *

Ψυχραιμία. Τώρα χρειάζεται ψυχραιμία.

Θα βρισκόταν πάλι μια λύση, όχι; Στη χειρότερη περίπτωση, θα το ξαναγράφαμε από την αρχή. Εγώ και η Άννα. Η Αγία Άννα. Τώρα πια ξέραμε ο ένας τα χούγια και τις αντοχές του άλλου, δεν θα έπαιρνε έναν χρόνο, μέσα σε οχτώ, άντε δέκα μήνες, θα το είχαμε ξεπετάξει. Θυμόμουν όλα τα δύσκολα σημεία τού αλά Τζάκσον Πόλοκ χειρογράφου μου απέξω.

Με τη διαφορά ότι το είχα κόψει όλο σε μικρά-μικρά κομματάκια, που τα πέταγα στους κάδους έξω από το ΠΑΣΟΚ, απέναντι.

Δεν είχα το ωραίο, πολύτιμο, καταραμένο χειρόγραφό μου. Όχι πια.

Ψυχραιμία. Ψυχραιμία. Είχα κάτι καλύτερο: είχα τις εκτυπώσεις. Είχα όλο μου το βιβλίο τυπωμένο σε ωραίες, υπόλευκες, σελίδες Α4 80 γραμμαρίων. Χαρτί γραφής ωραιότατο.

Τίποτε δεν χάθηκε. Όλα θα πήγαιναν καλά.

Ή μήπως όχι; Ή μήπως τίποτε δεν μπορεί, και ίσως δεν πρέπει, να πάει καλά; Ή μήπως έτσι πάνε τα πράγματα;

Έτρεξα στο σπίτι μου ανεβαίνοντας όλη τη Χαριλάου Τρικούπη χωρίς να σταματήσω πουθενά να πάρω μιαν ανάσα. Αν μη τι άλλο, το παρελθόν μου στον στίβο απέδωσε για μια φορά.

* * *

Και νά που, τελικά, όχι, η εκτύπωση δεν είχε χαθεί. Ήταν εκεί, στο τραπέζι μου, και με περίμενε.

Θε μου Μεγαλοδύναμε.

Αλλά προσοχή: σχεδόν δεν μ’ ένοιαζε πια. Όλο αυτό ήταν κάπως σαν να είχε βγει από το βιβλίο μου, και από ένα σημείο και μετά μπορεί και να μου άρεσε κιόλας. Να το απολάμβανα, ορισμένως.

Δεν ξέρω. Υποθέσεις κάνω.

* * *

Κοιμήθηκα με την εκτύπωση αγκαλιά, και την επομένη δεν γύρισα να δω άνθρωπο μέχρι το δρόμο για τις φωτοτυπίες. Έδωσα μια περιουσία για να μου κάνουν δύο αντίτυπα, όλα καλά δεμένα με θερμοκόλληση. Τα πήγα πίσω στο σπίτι μου, και τα μοίρασα σε διάφορες γωνιές, ώστε να σωθεί έστω και ένα σε περίπτωση σεισμού, θεομηνίας ή πυρκαγιάς. Ή πολέμου. Και είπα από μέσα μου πως αύριο θα τύπωνα κι άλλα. Και θα έσφιγγα το ζωνάρι. Τι να κάνουμε τώρα.

Δεν μ’ ένοιαζαν τα λεφτά, καθώς ήξερα πως έτσι κι αλλιώς θα έκανα ακόμα περισσότερα έξοδα, γιατί το βιβλίο θα το απέρριπταν ασφαλώς οι δέκα πρώτοι εκδότες. Εκατό τοις εκατό. Ίσως και οι πρώτοι είκοσι. Δεν ήταν από το είδος των βιβλίων που έβγαζαν. Δεν μιλούσε για τον Εμφύλιο, δεν είχε κάποιον να τα πίνει σε ένα μπαρ, είχε για πρωταγωνιστή έναν συγγραφέα που έπαιρνε ναρκωτικά για να γράψει, ένα ζεύγος βρικολάκων, έναν φροντιστή ηλικιωμένων που τους διάβαζε βιβλία για να πεθάνουν, μία παχύσαρκη νυμφομανή κοπέλα, δύο σαδιστές που βασάνιζαν κόσμο, έναν καπετάνιο με την κόρη του, τον Λάβκραφτ και τον Μπόρχες. Και κάμποσους ακόμη, κάπως περίεργους τύπους. Και μία κωδικοποιημένη γλώσσα, τη Γλώσσα της Δημιουργίας. Δεν ήταν από το είδος των βιβλίων που έβγαζαν.

Ούτε τα προηγούμενα δύο μου ήταν από το είδος των βιβλίων που έβγαζαν, αλλά τουλάχιστον ήταν μικρά. Αυτό όμως; Αυτό ήταν τούβλο. Και έπρεπε να το πληκτρολογήσουν εξαρχής — άλλο θηριώδες έξοδο για τον εκδότη. Γιατί; Γιατί η δισκέτα απομαγνητίστηκε. Γιατί απομαγνητίστηκε; Γιατί ήταν καταραμένη. Και γιατί δεν περνάμε το κείμενο σε μιαν άλλη; Γιατί κάηκε η φωτοσύνθεση. Και γιατί κάηκε η φωτοσύνθεση; Γιατί ήταν καταραμένο το βιβλίο.

Επίσης, δεν μπορείς και δεν γίνεται να πας να ζητήσεις το χειρόγραφό σου πίσω. Και να πας πότε; Μετά από ένα μήνα; Είναι πολύ λίγο. Μετά από έξι; Είναι πάρα πολύ. Θα φας τα νιάτα σου περιμένοντας να πάρεις μια θετική απάντηση, και ΑΝ την πάρεις κι αυτήν. Άρα; Άρα έξοδα: νέες φωτοτυπίες, νέα θερμοκόλληση, νέος φάκελος, νέα γραμματόσημα.

Για να βγάλεις πέντε δραχμές από ένα βιβλίο, πρέπει να επενδύσεις πάνω από είκοσι. Συν όλα τα χρόνια που είσαι στην πιάτσα.

Κι εγώ κόντευα τα τριάντα πια. Θα τα πάταγα σε ενάμιση χρόνο. Πώς περνάει ο καιρός όμως, ε;

Έκανα δέκα κόπιες συνολικά, και τις έβαλα σε δέκα κίτρινους φακέλους. Πήρα τα ανάλογα γραμματόσημα. Έγραψα τις διευθύνσεις. Τα ταχυδρόμησα.

Και μετά περίμενα.

H εικόνα είναι φτιαγμένη με το πρόγραμμα Copilot.