Βιβλιο

10+1 αγαπημένα ΛΟΑΤΚΙ+ βιβλία

Μπορεί να χαρακτηρίζονται εδώ έτσι, αλλά όπως όλη η πραγματικά σπουδαία λογοτεχνία είναι πανανθρώπινα

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
ΤΕΥΧΟΣ 910
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΛΟΑΤΚΙ+ βιβλία: J. Winterson, A. Rich, G. Vidal, W. Whitman, A. Bechdel, R. Siken, C. Isherwood, Μ. Νέλσον, Ε. Λουί, B. Evaristo

Για το ειδικό αυτό τεύχος αφιερωμένο στο βιβλίο, η στήλη «Το κουίρ βιβλίο της εβδοµάδας» αλλάζει λίγο και παρουσιάζει τα 10+1 αγαπηµένα ΛΟΑΤΚΙ+ βιβλία της αρθρογράφου. Η οποία αρθρογράφος ανήκει στο μεταίχμιο μεταξύ GenX και Millenials (οπότε μην περιμένετε Heart stopper). Από όλα τα ΛΟΑΤΚΙ+ γράμματα ταυτίζεται περισσότερο με το Λ (οπότε θα δείτε πολλή γυναικεία γραφή) και σίγουρα θα αφήσει απ’ έξω σπουδαία βιβλία όπως το «Σάγκι Μπέιν» του Stuart Douglas και το «Λίγη ζωή» της Hanya Yanagihara (και τα δύο από τις εκδ. Μεταίχμιο) ή το «Στο σπίτι των ονείρων» της Κάρμεν Μαρία Ματσάδο (εκδ. Αντίποδες), επειδή ακόμη δεν έχει αξιωθεί να τα διαβάσει. With no further ado, λοιπόν, και στη χρονολογική μάλλον σειρά που γνωριστήκαμε, ορίστε τα 10 πιο αγαπημένα μου λογοτεχνικά ΛΟΑΤΚΙ+ βιβλία, που μπορεί να χαρακτηρίζονται εδώ έτσι, αλλά όπως όλη η πραγματικά σπουδαία λογοτεχνία είναι πανανθρώπινα.

10 λογοτεχνικά ΛΟΑΤΚΙ+ βιβλία

1. «Το πάθος», της Jeanette Winterson (μτφρ. Κώστας Κουντούρης, Μέδουσα, 1987)

Το βιβλίο σταθμός στη ζωή μου: η πρώτη φορά που συνάντησα (εκτός του δικού μου μυαλού) μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο γυναίκες: τη Βιλανέλ, μια πανέξυπνη βενετσιάνα τυχοδιώκτρια, κόρη γονδολιέρη, και μια γοητευτική αριστοκράτισσα με γκριζοπράσινα μάτια που θα της κλέψει την καρδιά (μεταφορικά και κυριολεκτικά, σε ένα στοίχημα) και θα την κάνει να περιπλανηθεί στη ναπολεόντεια Ευρώπη, ως παλλακίδα του ρωσικού στρατού, φυγάς, αλλά και υποκινήτρια άλλων σκοτεινών πράξεων, μέχρι να επιστρέψει για να την πάρει πίσω. Γραμμένο με τον γοητευτικό, μαγικό ρεαλισμό και την ακαταμάχητη γλωσσική ευφυΐα που χαρακτηρίζουν όλα σχεδόν τα βιβλία της Γουίντερσον, αυτό εδώ, διαβασμένο στα 14 μου, ήταν το πρώτο βιβλίο που έκλεισα νιώθοντας ότι είχα χάσει έναν καλό, καλό φίλο· και συνεπώς, ίσως και η αρχή της βιβλιοφιλίας μου.

2. «The Dream of a Common Language», της Adrienne Rich (1η έκδοση W.W.Norton, 1978)

Δώρο από μία αγαπημένη φίλη από το Γκλόστερ της Μασαχουσέτης, αυτό το βιβλιαράκι, στην έκδοση του 1993, με το παράθυρο στο εξώφυλλο που βλέπει στην ανοιχτωσιά της γέφυρας του Μπρούκλιν, ήταν ένα από τα πολυτιμότερά μου φυλαχτά για χρόνια ολόκληρα: μετά από χρόνια σχολικής αγκύλωσης σε ανέμπνευστες αναγνώσεις του Βάρναλη, του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Σολωμού –έχοντας όμως μια πολύ έντονη υποψία του τι μπορεί να κάνει η αγγλική γλώσσα (λόγω Σαίξπηρ)– γνώρισα με τη Ριτς το πόσο η ποίηση μπορεί να συνδέεται με την πραγματικότητα. Στο κέντρο της συλλογής ξεχωρίζουν τα «21 ποιήματα αγάπης», μια ερωτική ιστορία μεταξύ δύο γυναικών που γνωρίζουν τη ζωή στα μισά της ζωής τους, και πρέπει να προλάβουν να μάθουν να τη χαίρονται πριν τους τελειώσει ο χρόνος. Έμελλε, χρόνια αργότερα, να τα μεταφράσω κι εγώ για το περιοδικό Ποιητική. Πάντα θα συνδέω αυτό το βιβλίο με τον παρακάτω στίχο της Marianne Moore: «υπάρχει μέσα [στην ποίηση] τελικά, ένα μέρος για το Γνήσιο».

3. «The City and the Pillar», του Gore Vidal (1η έκδοση E.P. Dutton & Co., 1948)

Ένα βιβλίο που, όταν πρωτοβγήκε, οι New York Times το χαρακτήρισαν κοινότοπο και αποστειρωμένο. Και μπορεί κάτι τέτοιο να είναι αληθές, μπορεί οι ερωτικές περιπέτειες του νεαρού πρωταγωνιστή του, Τζιμ Γουίλαρντ, πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να είναι more or less νεανικοί έρωτες, αποτυχημένες σχέσεις, λευκοί γάμοι, one-night stands, drama, drama, drama (you know it, girl) – όμως η αμετανόηταπροκλητική ιστορία ενός γκέι άνδρα που δεν καταλήγει θύμα της ομοφυλοφιλίας του έχει διασκεδάσει (και τρομάξει, θα καταλάβετε γιατί αν το διαβάσετε) γενιές και γενιές αναγνωστών. Σκοτεινό στο τέλος, να λάμπει ενίοτε από το ιδιοφυές πνεύμα που κουβαλούσε μονίμως ο μεγάλος αυτός Αμερικανός διανοούμενος και δοκιμιογράφος, αυτό το εξαιρετικά unsettling μυθιστόρημα δεν μεταφράστηκε ποτέ στα ελληνικά, είναι όμως αυτό που λένε «a romping good read». Γνωριστήκαμε στα φοιτητικά μου χρόνια και δεν το έχω ξεχάσει έκτοτε. Πάρτε το στην παραλία το καλοκαίρι, στο χωριό στις διακοπές του Πάσχα, στο οικογενειακό τραπέζι τα Χριστούγεννα και θα έχετε μαζί σας έναν έμπιστο φίλο, να σαρκάζει όλη τη βαρεμάρα της ομοιομορφίας που φοράει σαν φερετζέ η ετεροκανονικότητα.

4. «Φύλλα χλόης», του Walt Whitman (1η έκδοση 1855 / μτφρ. Ελένη & Κατερίνα Ηλιοπούλου, Κέδρος, 2020)

1855! 169 χρόνια πριν, ένας απίθανος τυχοδιώκτης, ένας περιπατητής, ένας flâneur της Νέας Υόρκης, θα συγκεντρώσει 12 ποιήματα γραμμένα σ’ ένα νέο, δικό του στιλ που πηγαίνει κόντρα σε όλες τις φόρμες και τις ρίμες και τα «καθώς πρέπει» της αγγλόφωνης ποίησης και θα βάλει μπουρλότο στα θεμέλια της σύγχρονης λογοτεχνίας. Από τα συντρίμμια θα ξεπηδήσει μια στεντόρεια, επική φωνή που θα κοιτάζει την πλάση και τους ανθρώπους στα ίσια, θα αγαπάει και θ’ αγκαλιάζει τους πάντες –άντρες, γυναίκες, γέρους, παιδιά–, θα ερωτεύεται αγόρια και κορίτσια και τον εαυτό της και τον ήλιο και τη ζωή, θα παρηγορήσει στρατιώτες στον αμερικανικό εμφύλιο, θα γίνει η σημαία μιας νέας, ειρηνικής, προοδευτικής χώρας, ενός καθεδρικού ναού της φύσης που χωράει τους πάντες κι επιτρέπει τα πάντα, φτάνει να μην αρνούνται τη ζωή. Σε πολλαπλές ανατυπώσεις, ολοένα και εμπλουτισμένο με νέα ποιήματα, το κάποτε λεπτό αυτό βιβλιαράκι θα φτάσει να περιέχει σχεδόν 400 ποιήματα που σε κάνουν να θες να γιορτάζεις και να χορεύεις την ομορφιά της ζωής και των ανθρώπων. Μεταφρασμένο άλλοτε αποσπασματικά και αρκετές φορές στα ελληνικά, ίσως η πιο πλήρης του παρουσίαση είναι σε μετάφραση Ελένης και Κατερίνας Ηλιοπούλου για τον Κέδρο.

5. «Dykes to Watch Out for» (σειρά κόμικς και βιβλίων), της Alison Bechdel (Firebrand books)

Εβδομαδιαίο στριπάκι που εκδιδόταν από το 1983 έως και το 2008, γεμάτο χιούμορ και πολιτική ευφυΐα, που εγώ γνώρισα στα πολύ ροκ (θα ’θελα) φοιτητικά μου χρόνια και με ανάγκασε να πάψω να βάζω τις λεσβίες σε κουτάκια (αυτή είναι πιο «θηλυκή», αυτή πιο «ανδροπρεπής» κ.λπ.) και να καταλάβω ότι, girlfriend, όλες τον ίδιο βραχνά κουβαλάμε, σταμάτα να κρύβεσαι και κοίτα να δεις πώς θ’ αλλάξεις τον κόσμο μέσα από την ορατότητα της λεσβιακής κουλτούρας. Στα 25 χρόνια της σειράς, η Μο, η Sparrow, η Clarice, η Lois, η Toni, η Thea και οι υπόλοιπες τύπισσες μεγάλωσαν μαζί με τη σειρά, άνοιξαν κι έκλεισαν φεμινιστικά βιβλιοπωλεία, έκαναν παιδιά, παντρεύτηκαν, χώρισαν, απάτησαν τις συζύγους τους, πήγαν σε αναρίθμητα pride, αποφοίτησαν και κατόπιν δίδαξαν στο πανεπιστήμιο, αντιμετώπισαν με λίγα λόγια, όλα τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι μέσοι Αμερικανοί, απλώς με ένα ΛΟΑΤΚΙ+ τουίστ. Σκέφτομαι πάντα με χαρά ότι το «DTWOF» είναι το πρώτο L-Word (οι της Gen Z: google it). Και μας κληροδότησε κι ένα θρυλικό πήχη, το τεστ Bechdel, για τη μέτρηση της αποτύπωσης των γυναικών στο σινεμά και στη λογοτεχνία. Το τεστ ρωτάει: «υπάρχουν στο τάδε έργο τουλάχιστον δύο γυναικείοι χαρακτήρες που μιλάνε μεταξύ τους για κάτι άλλο εκτός από έναν άνδρα;» Γελάτε εσείς, αλλά μια έρευνα του 2022 βρήκε ότι μόνο το 49,6% των μεγαλυτέρων κινηματογραφικών επιτυχιών των τελευταίων 40 ετών περνάει το τεστ. (Το «Οπενχάιμερ», ας πούμε, κόβεται… Δείτε εδώ: bechdeltest.com)

6. «Crush», του Richard Siken (Yale University Press, 2005)

Κι άλλη ποίηση; Ω ναι. Γιατί αν η καύλα ήταν λογοτεχνία θα ήταν αυτά τα σφριγηλά, λαχταριστά κορόμηλα και τ’ άγρια, ελεύθερα άλογα και τα αυτοκίνητα όπου οι καρδιές τρέμουν κι όπου οι άνδρες αγγίζονται, παρ’ όλο που στο παρελθόν κατάπιναν χάπια για να πεθάνουν· θα ήταν αυτά τα παγάκια που λιώνουν μες στο στόμα που καίει για το στόμα του άλλου, όπου η αγάπη είναι σαρκοβόρος και λυσιμελής, και τ’ αγόρια πονάνε μα συνεχίζουν, και πονάνε και σχίζονται και κόβονται και πηγαίνουν από κρεβάτια νοσοκομείων σε κρεβάτια πάθους, με φιλιά σαν βροχή διαττόντων αστέρων, περίστροφα, αυτοκίνητα, ιδρώτα, δέρμα, μουσικές, ανοιχτούς ορίζοντες, αγάπη, σεξ, αγόρια, αγόρια, αγόρια, ένα δωμάτιο σε μια θαμπή μνήμη, καμένη γη, δυο κορμιά μαζί μετά χώρια, ένα «αγάπη μου», ένα φιλί, ένα βιβλίο που –σύμφωνα με τη νομπελίστρια Λουίζ Γκλικ, που ήταν μέλος της επιτροπής που το βράβευσε με το Yale Young Poets Award– έχει μια «σαρωτική, κινητήρια, αποκαλυπτική δύναμη, [μια] εξαγνιστική απερισκεψία. […] Βιβλία αυτού του είδους ονειρεύονται σε μεγάλη κλίμακα και αποκαθιστούν αυτή την αίσθηση της κρίσιμης στιγμής, της κρίσιμης εκφοράς, που είναι η τεράστια ευφυΐα της ποιητικής φόρμας». Τι να λέμε εμείς τώρα;

7. «Why be happy when you could be normal?», της Jeanette Winterson (Vintage, 2012)

Κι άλλη Jeanette Winterson; Και πάλι ναι! Οι μεγάλες αγάπες είναι μεγάλες αγάπες, κι εγώ από τότε που πρωτοδιάβασα «Το πάθος» (βλ. πιο πάνω) δεν χάνω βιβλίο για βιβλίο της Γουίντερσον – ούτε τα παιδικά. Όταν είχα πρωτομετακομίσει στο Λονδίνο κι είχε μόλις βρει το «The World and Other Places», και το βρήκα υπογεγραμμένο στο Blackwell’s στο Charring Cross (που δεν υπάρχει πια), το πήρα στα χέρια μου και πήγαινε η καρδιά μου να σπάσει. Μιλάμε για τέτοια τρέλα. Απ’ όλα αυτά τα βιβλία της, επέλεξα λοιπόν, μετά «Το πάθος», αυτό: τα απομνημονεύματά της, που μας λένε με τη χαρακτηριστική ευφυΐα, φαντασία και λυρικότητά της ό,τι μας είχε πει μυθιστορηματικά το «Έχει κι αλλού πορτοκαλιές» (εκδ. Γνώση, 1993), ήτοι: το πώς την υιοθέτησε ένα ζευγάρι πεντηκοστιανών που την προόριζαν να γίνει ιεραπόστολος, το πώς άρχισε να γράφει κηρύγματα στα έξι, πώς οι γονείς της την τιμωρούσαν που διάβαζε άλλα βιβλία πλην της Αγίας Γραφής, πώς ερωτεύτηκε ένα άλλο κορίτσι γύρω στα 16, την πέταξαν έξω απ’ το σπίτι, εκείνη την έβγαλε δουλεύοντας ως βοηθός σε νεκροτομείο, σε ψυχιατρείο, πουλώντας παγωτά, πώς κατάφερε να πείσει την Οξφόρδη να την δεχθεί ως φοιτήτρια, πώς έγραψε το πρώτο της βιβλίο το 1987 (τις «Πορτοκαλιές» που λέγαμε), αυτό έκανε πάταγο, εκείνη έγινε enfant gaté και enfant terrible (μαζί) της λογοτεχνικής σκηνής του Λονδίνου, κοντραρίστηκε με όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής της γιατί ήταν γυναίκα κι εκείνοι (Martin Amis, Salman Rushdie, Hanif Kureishi κ.λπ.) δεν ήθελαν να κάνουν σπιθαμή πιο ’κει για να τη δεχθούν ως σημαντική μυθιστοριογράφο, πώς έκανε τη μια σχέση μετά την άλλη, έγραφε το ένα βιβλίο μετά το άλλο – fast forward: κάποια στιγμή βρίσκει τα χαρτιά της υιοθεσίας της και χάνει το πιο πολύτιμο χάρισμά της, την ικανότητα να χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να εκφράζεται. Τσακίζεται, ξανασηκώνεται και ξαναπέφτει, φεύγει κι επανέρχεται στο Λονδίνο, ψάχνει κάπου να ακουμπήσει, να ξεκουραστεί… Να μη σας τα πολυλογώ, δεν έχει σημασία τι ακριβώς συμβαίνει· σημασία έχει το πώς το γράφει. Με αυτό το απαράμιλλα τρυφερό της χιούμορ, συγχωρεί τους πάντες και τον εαυτό της, ξεγυμνώνει τον εγωισμό της και τον παραδίδει στα χέρια του αναγνώστη χωρίς να χάνει στιγμή τη μαγεία της αφήγησής της, σε ένα masterclass αυτοβιογραφίας.

8. «Ένας άνδρας μόνος», του Christopher Isherwood (μτφρ. Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, Αλεξάνδρεια, 1993)

«Εξαντλημένο στον εκδότη», γράφει το σάιτ της Πολιτείας. Εντάξει μην το διαβάσετε στα ελληνικά αν δεν το βρείτε σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο. Διαβάστε το στα αγγλικά. Ή δείτε την έξοχη –έξοχη, όμως– μεταφορά του στον κινηματογράφο από τον Τομ Φορντ: την προσήλωση στη λεπτομέρεια, την αισθητική αρτιότητα, τη λιτότητα της αφήγησης που αντικατοπτρίζει τη σφιχτή δομή αυτού του μικρού διαμαντιού. Είναι μια μέρα στη ζωή του Άγγλου Τζορτζ Φάλκονερ, καθηγητή σε κάποιο παν/μιο του Λος Άντζελες. Ο Τζορτζ έχασε πρόσφατα τον σύντροφό του και παλεύει να σταθεί με αξιοπρέπεια μπροστά στο τέρας του πένθους. Φοράει το ρολόι του, τα μανικετόκουμπά του, οδηγεί, μεθάει με μια φίλη του, φλερτάρει έναν όμορφο νεαρό, ανοίγει την πόρτα στην ομορφιά της ζωής. Μέσα του καταρρέει μα στέκεται όρθιος, δίχως ίχνος μελοδραματισμού, ζυγίζει τη ζωή του μέλλοντος με τη ζωή της μνήμης. Δύσκολο, αν έχεις δει την ταινία, να μη σου έρθουν στο μυαλό τα χρυσά απογεύματα της Καλιφόρνια και η εμβληματική μορφή του Κόλιν Φερθ στον ρόλο του Τζορτζ, να πιάνει όσο κάδρο του αφήνει η τεράστια απουσία του συζύγου του, Τζιμ – όπως συνέβη σε μένα, που πρώτα είδα την ταινία και ύστερα το διάβασα. Το βιβλίο έχει πιο νεύρο και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα στους χαρακτήρες, και είναι ένα ωριμότερο και γενεαλογικά νεότερο αδέρφι του Γκορ Βιντάλ, στον οποίο εξάλλου είναι κι αφιερωμένο.

9. «Αργοναύτες», της Μάγκι Νέλσον (μτφρ. Μαρία Φακίνου, Αντίποδες, 2020)

Θυμάμαι ακόμα την ανάρτηση. Δεκέμβριος με λιακάδα, δεύτερη καραντίνα, ήταν η πρώτη χρονιά που συνέχιζα τα μπάνια χειμωνιάτικα γιατί είχα ανάγκη να φεύγω, είχα ανάγκη να νιώθω το σώμα μου να νιώθει. Κάτι. Έστω την αγκαλιά του νερού. Ακούμπησα στο πεζούλι τους «Αργοναύτες» (μόλις τους είχα τελειώσει), μαζί με το φρέσκο πορτοκάλι (μόλις το είχα κόψει από το δέντρο) τράβηξα φωτογραφία (γιατί τότε όλοι αυτό κάναμε, από το κουτάκι του ενός στο κουτάκι του άλλου) κι έγραψα: «βιβλίο επανάσταση». Και τι επανάσταση όμως! Ξαφνικά ένας τεράστιος κόσμος ελευθερίας ανοιγόταν μπροστά μου: ένας κόσμος όπου η αγάπη μπορεί να συνεχίζει να κατοικεί με πάθος σε μορφές που αλλάζουν, που εκθεμελιώνουν την ίδια τους την ταυτότητα και γίνονται από γυναικείες, ανδρικές ή κάτι ανάμεσα, ένας ύμνος στην ελευθερία, στη σύνδεση του ανθρώπου με τον άνθρωπο πέρα από βιολογικά και κοινωνικά φύλα και σεξουαλικούς προσδιορισμούς, ένας ύμνος στη ρευστότητα, στην τρυφερότητα, στη μητρότητα, στην πατρότητα, ένας σεισμός. Όλα αυτά τα κουτιά που μας έμαθαν από παιδιά να βλέπουμε και να σεβόμαστε; Φουρνέλο! Τι αδιανόητα καλοδουλεμένο, ανατρεπτικό, ήσυχο μανιφέστο για μια καινούργια ανθρωπότητα είναι αυτό το βιβλίο! Και με τι ευρυμάθεια και ευγλωττία χτίζει έναν κόσμο αποδοχής. Είμαι γεμάτη δέος και γι’ αυτό και κυρίως για το μυαλό της συγγραφέως του.

10. «Αλλαγή: Μέθοδος», του Εντουάρ Λουί (μτφρ. Στέλα Ζουμπουλάκη, Αντίποδες, 2022)

Ήμουν κι εγώ εκεί τη μέρα που ο Εντουάρ Λουί ρόκαρε τη Νομική Αθηνών σε μια καταπληκτική συνέντευξη με τον Γιάννη Μπαλαμπανίδη. Είχα πάει ν’ ακούσω μια φοβερά φρέσκια φωνή, νεαρή σε ηλικία, καθόλα ώριμη, περισσότερο επείγουσα παρά λογοτεχνική, μια φωνή που με έπιασε από τα μούτρα από το πρώτο της κιόλας βιβλίο («Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ», 2018) και δεν με άφησε ποτέ. Θα μπορούσα εδώ να μην έχω διαλέξει κανένα του βιβλίο, γιατί στο μυαλό μου ο Λουί γράφει περισσότερο μανιφέστα για μια νέα εργατική τάξη παρά ΛΟΑΤΚΙ+ βιβλία. Όμως, γιατί όχι; Καθόλα αυτοβιογραφικός όπως είναι, αναγκαστικά καθιστά ό,τι κι αν γράφει σταθμό στη ΛΟΑΤΚΙ+ βιβλιογραφία μόνο και μόνο επειδή υπάρχει εντός του. Η «Αλλαγή», λοιπόν, είναι το πιο ολοκληρωμένο αφήγημά του, αυτό που λέει επίτομα ό,τι λένε τα υπόλοιπα αποσπασματικά: πώς είναι να γεννιέσαι γκέι αγόρι στην εργατική τάξη της επαρχιακής Γαλλίας, να ζεις την τοξική αρρενωπότητά της στο πετσί σου, να σε ξεφτιλίζει ο ματαιωμένος πατέρας σου, να βλέπεις τις μάχες που έδωσε η μάνα σου για να επιβιώσει απέναντι στη φτώχεια και τη ματσίλα, να μιλάς για το ξύλο που έφαγες στο σχολείο, τη χαρά του να δραπετεύεις μέσα από τα βιβλία, τη μανία να φύγεις, να ζήσεις, να γίνεις σαν τους «άλλους», τους «κυριλέ», την καύλα και την απογοήτευση όταν τα καταφέρνεις, τη συνειδητοποίηση ότι πρέπει να γεννήσεις μια νέα νοοτροπία για την εργατική τάξη, μια νοοτροπία αλληλεγγύης, συγχώρεσης, αποδοχής στο εσωτερικότης που να χωράει κι εσένα, ώστε να γίνεις δόρυ αιχμηρό και να αλλάξεις όλη τη Γαλλία. Ο Λουί κι εγώ θα συγκρουόμασταν πολιτικά: αυτός δεν πιστεύει στην ατομική ευθύνη – παρ’ όλο που γιορτάζει ειλικρινά κάθε ατομική απόδραση από τα ταξικά κουτιά. Όμως τι χαρά να διαβάζω έναν πολιτικό «αντίπαλο» με τέτοιο βάθος, τέτοιο πάθος, τέτοια αυθεντικότητα – κι ούτε ίχνος λαϊκισμού.

+1. «Κορίτσι, γυναίκα, άλλο», της Bernardine Evaristo (μτφρ. Ρένα Χατχούτ, Gutenberg, 2020)

Δεν μπορούσα να μην αναφέρω το υπέροχο αυτό, βαθυστόχαστο, χορωδιακό τραγούδι της Εβαρίστο για τις σημερινές, έγχρωμες γυναίκες της Βρετανίας. 12 γυναικείοι χαρακτήρες, 12 ζωές. Ένα μη αμιγώς ΛΟΑΤΚΙ+ βιβλίο, ένα καθαρά φεμινιστικό αφήγημα που θίγει όμως ένα φοβερά ακανθώδες και αποσιωπημένο ζήτημα: τη βία εντός των λεσβιακών σχέσεων, τη βία από γυναίκες σε γυναίκες. Ρατσισμός, αποκλεισμοί, προνόμια, υποχωρήσεις· μια λεσβία σοσιαλίστρια που φοβάται μην ξεπουλήσει την τέχνη της, μια νεαρή δασκάλα που την βρίσκει υπερβολικά συγκρουσιακή, μια νεαρή τραπεζίτης που προσπαθεί να επιβιώσει στον αδυσώπητο κόσμο του Σίτυ και των golden boys, μια πεθερά από τη Νιγηρία που δεν μπορεί να δεχθεί λευκό γαμπρό στο σπίτι… Αυτή είναι η σύγχρονη Βρετανία των απογόνων του Windrush, των παιδιών των μεταναστών της κοινοπολιτείας, των ανοιχτών γάμων, των πολλαπλών ταυτοτήτων, των γυναικών που προχωρούν με το βλέμμα μπροστά. Ένα βιβλίο συγκινητικό, ωριμότατο, αντάξιο της τρυφερότητας, της σοφίας και της ισορροπίας της Τόνι Μόρισον – και συνεπώς πανάξια βραβευμένο με το βραβείο Booker.