Βιβλιο

O Άγγελός της - Μέρος 14ο

Μυθιστόρημα - 14ο Μέρος (14/12/23)

Μυρσίνη Ελευθερίου
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μυρσίνη Ελευθερίου: O Άγγελός της - Ένα μυθιστόρημα σε 31+1 καθημερινές συνέχειες, προσφορά από την Athens Voice

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

Είναι εφτάμισι, και μάλλον η ώρα που ξεκινά ο μαζικός περίπατος στον παραθαλάσσιο δρόμο του χωριού. Δεν βλέπω να υπάρχει κάτι άλλο άξιο λόγου εδώ, μια ατραξιόν, ας πούμε, κάποιου είδους κέντρο ψυχαγωγίας, ένα μεγάλο αναψυκτήριο ή ό,τι άλλο γεμίζει συνήθως τις ώρες του κόσμου στα μικρά μέρη, οπότε αφήνομαι κι εγώ σ’ αυτό το πήγαιν’-έλα που δεν έχει κανένα νόημα. Αλλά όχι για παραπάνω από δεκαπέντε λεπτά. Καταρχάς, είναι τρομερά βαρετό. Αλλά, κυρίως, μολονότι υπό φυσιολογικές συνθήκεςμπορεί και να μη με πείραζε τόσο πολύ, το ενοχλητικό με τη βόλτα μας στην προκυμαία είναι τα βλέμματα — τα βλέμματα των άλλων περιπατητών. Κατά τα άλλα, όλοι τους είναι χαμογελαστοί και περπατούν αργά και αμίλητοι, σαν κομπάρσοι σε ταινία, με το ύφος του ανθρώπου που έχει στηθεί για να βγει φωτογραφία. Αλλά όχι σέλφι: φωτογραφία στον φωτογράφο, όπως κάνανε παλιά. Προφανώς είμαστε ό,τι πιο εκκεντρικό συνέβη στο χωριό τον τελευταίο καιρό, αλλά έχω την εντύπωση πως όλοι ξεχνούν για μια στιγμή την πόζα τους και μας κοιτούν με ένα λαίμαργο, αδηφάγο ενδιαφέρον, τινάζοντας το βλέμμα τους καταπάνω μας λες και είναι γλώσσα πεινασμένου βατράχου. Κι αν όλοι κοιτούν ασφαλώς και εμένα, εκείνος που εισπράττει τα περισσότερα και πιο έντονα —και πιο βατραχίσια— βλέμματα είναι ο Ισμαήλ.

Φταίει το ατσαλάκωτο κοστούμι του και ο τρόπος που περπατάει, λες και έχει καταπιεί μπαστούνι; Φταίει πως μοιάζει πολύ με κάτι μυστικούς πράκτορες του FBI που βλέπουμε στις ταινίες; Κάτι τύπους ικανούς να τα βάλουν με μια ολόκληρη συμμορία χωρίς να χυθεί ο καφές που κρατάνε στα χέρια; Μπορεί. Μπορεί. Δεν ξέρω. Πάντως είναι κάπως ενοχλητικό, αλλά και… πώς να το πω; Κυρίως, είναι κάτι που με φοβίζει. Αυτό. Αισθάνομαι πως δεν είναι ασφαλές να βρισκόμαστε στο κέντρο της γενικής προσοχής. Άπαξ και τα πράγματα ξεκίνησαν με μια μεγάλη, με μία ουρανομήκη παραδοξότητα σήμερα, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το πώς θα τελειώσουν. Καλύτερα, επομένως, να μη δίνουμε πολύ στόχο. Καλύτερα να κρυφτούμε κάπου. Να λουφάξουμε. Δεν είναι ανόητο να παίρνει κανείς κάποιες μίνιμουμ προφυλάξεις. Ακόμη και αν είναι άγγελος. Γενικά, οι παραδοξότητες είναι καλές όταν σε σώζουν από τις γέφυρες. Από εκεί και πέρα είναι μάλλον κοφτερές, γλιστερές και γεμάτες μυτερά δόντια.

Κάτι ξέρω από μυτερά δόντια κι εγώ. Κάπως περισσότερο τα έχω μελετήσει από τον μέσο άνθρωπο.

«Πάμε να φύγουμε από δω», του λέω με την άκρη του στόματός μου.

«Γιατί;»

Αν και αυτός το λέει απροκάλυπτα, και σχεδόν δυνατά, επιτέλους αντιδρά σε κάτι.

«Πάμε», επιμένω, «και θα σου πω μετά».

Ευτυχώς με ακολουθεί χωρίς περεταίρω διαμαρτυρίες, και, αφήνοντας το πλήθος των ανθρώπων και των βλεμμάτων τους —εκείνων των κομπάρσων του σινεμά—, μπαίνουμε μαζί σε ένα στενάκι, πολύ κοντά σε εκείνο το εστιατόριο με τις μαγικές ομελέτες και την Κοπελιά. Σταματάω πίσω από έναν κάδο σκουπιδιών. Δεν είναι πλαστικός, ούτε μεγάλος. Είναι ένας μεταλλικός σκουπιδοτενεκές, και μάλιστα με καπάκι. Νόμιζα πως δεν υπήρχαν πια τέτοιοι, ότι τούς έβλεπες μόνο σε κάτι ταινίες.

«Άκου», του λέω. «Δεν ξέρω τι φταίει, αλλά αισθάνομαι κάτι. Κάτι περίεργο και… δεν ξέρω… μάλλον επικίνδυνο. Μπορεί να πέφτω έξω, ή να λέω ανοησίες, αλλά το αισθάνομαι και έπρεπε να σου το πω. Δεν είναι ασφαλές να τριγυρνάμε έξω λες και δεν συμβαίνει τίποτα. Καλύτερα να κρατήσουμε χαμηλό προφίλ».

Ο Ισμαήλ με κοιτάζει και —ω του θαύματος— δεν λέει κάτι. Νομίζω πως είναι ελαττωματικός, και προς στιγμήν σκέφτομαι να του πω ότι θα τον αλλάξω, ότι θα ζητήσω ένα πιο ομιλητικό μοντέλο, ή ένα που να παίρνει πιο γρήγορα στροφές. Κι ας χάνει σε εμφάνιση. Αλλά κρατιέμαι και δεν του το λέω. Αν κάτι λείπει από τους αγγέλους, όπως έτυχε να μάθω τώρα τελευταία, αυτό είναι το χιούμορ.

«Οπότε πάμε πίσω στο σπίτι», συνεχίζω. «Στο δωμάτιο. Εκεί τουλάχιστον θα είμαστε οι δυο μας και…»

«Οι δυο μας», επαναλαμβάνει.

Ένα φως ανάβει μέσα στο κεφάλι μου. Ένα κόκκινο, προειδοποιητικό φως.

«Δεν εννοώ ότι…» Ξεφυσάω. Έχω κοκκινίσει. «Δεν εννοώ ότι», ξαναλέω, και το σταματάω πάλι στο ίδιο σημείο. «Ισμαήλ», προσπαθώ για τρίτη φορά. «Δεν θέλω να σε ξεμοναχιάσω, για όνομα του Θεού. Αν μη τι άλλο, εσύ είσαι αυτός που μπαίνεις μέσα στα ξένα μπάνια όταν ο κόσμος είναι γυμνός».

Τα μάτια του άνοιξαν. Ελάχιστα, αλλά άνοιξαν.

«Φώναξες, και…»

«Δεν έχει σημασία αυτή τη στιγμή!» Είναι πολύ γλύκας, αλλά θα με σκάσει κάποια μέρα. Ή, βασικά, θα με σκάσει σήμερα κιόλας. «Αυτό που εννοώ», του λέω σαν να μιλάω σε παιδί, «είναι ότι θέλω να είμαστε μακριά από την πολυκοσμία. Δεν τους ξέρουμε αυτούς τους ανθρώπους. Δεν είμαστε φίλοι τους. Μπορεί να είναι μπλεγμένοι σε τίποτα βρομοδουλειές οι μισοί από δαύτους. Μπορεί να…»

«Σε βρομοδουλειές;»

Ξεφυσάω. Πάλι δεν το εκφράζω καλά.

«Όχι», του λέω. «Έχεις δίκιο, Ισμαήλ μου καλέ. Ναι. Μάλλον λέω παλαβομάρες. Αλλά κοίτα: έχω την αίσθηση ότι είμαστε τρομερά εκτεθειμένοι εκεί στην παραλία, ανάμεσα σε τόσο κόσμο. Μας κοιτάνε όλοι τόσο… τόσο αχόρταγα. Έχουν κάπως περίεργοβλέμμα, δεν το πρόσεξες κι εσύ; Και, άκου κι αυτό». Στενεύω τα μάτια και κοιτάω πίσω από την πλάτη μου. «Κοίτα», του λέω όσο πιο συνωμοτικά μπορώ. «Γενικά μιλώντας, δεν σου φαίνεται κι εσένα πολύ παράξενο όλο αυτό το χωριό; Σαν να είναι… δεν ξέρω». Στ’ αλήθεια δεν ξέρω. Ή, και να είχα μια κάποια ιδέα, εννοώ μια συγκεκριμένη ιδέα, ή μάλλον μία εικόνα, είναι σαν να έχει σφηνώσει στον λαιμό του μυαλού μου και να μου είναι αδύνατον για την ώρα να την ξεσφηνώσω από εκεί πέρα. «Σαν να είναι όλοι κάπως ψεύτικοι…» του λέω τελικά, με μεγάλη δυσκολία.

Και, ενώ το λέω, καταλαβαίνω πως το γυρόφερνα πολλή ώρα τώρα στο κεφάλι μου. Ίσως από την πρώτη κιόλας στιγμή που βρεθήκαμε εδώ πέρα. Ίσως από τότε ακόμα που έβλεπα το παραθαλάσσιο, απατηλό χωριό από ψηλά, από την πλαγιά. Σαν μια παγίδα που πήγαινα να πέσω μέσα της με το κεφάλι.

Με το κεφάλι. Στο στόμα τους…

Σαν να είναι όλοι κάπως ψεύτικοι. Σαν να παίζουν κάποιο ρόλο

«Σαν να είναι παγίδα», λέω.

«Ποιο;»

«Το χωριό, Ισμαήλ. Το χωριό». Το δέρμα μου ανατριχιάζει. Νομίζω ότι ακούω ξύλινες καμπάνες να χτυπούν πίσω από ένα παραπέτασμα καμωμένο από δέκα στρώσεις βαμβάκι. Και δόντια να κροταλίζουν πίσω από την πλάτη μου. «Όλο το χωριό», συνεχίζω με ακόμη πιο συνωμοτικό ύφος. «Δεν το βλέπεις; Δεν το καταλαβαίνεις; Όλο το απαίσιο αυτό χωριό είναι μια παγίδα, κι εμείς δύο ηλίθιοι που πήγαμε και πέσαμε μέσα της με το κεφάλι».

Με το κεφάλι, και κατευθείαν μέσα στο στόμα τους.

Στο στόμα τους.

Θεέ μου, τώρα το καταλαβαίνω: είναι βρικόλακες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25

Πισωπατάω και πέφτω πάνω στον σκουπιδοτενεκέ, με θόρυβο. Το καπάκι πάει να πέσει κάτω, αλλά ευτυχώς αυτός ο άντρας δίπλα μου είναι άγγελος, και οι άγγελοι γενικά είναι σαν σούπερ-ήρωες, απλώς πιο γρήγοροι και πιο δυνατοί. Υπερήρωες με αναβολικά. Και, βασικά, είναι αθάνατοι. Οπότε, το πιάνει στον αέρα προτού πέσει κάτω και ξεσηκώσει τον τόπο.

Ναι, δεν είναι και κάτι τόσο τρομερό το να πιάσεις ένα καπάκι που πέφτει, και σίγουρα δεν μπορεί να το κάνει μόνο ο Σούπερμαν. Αλλά είμαι πολύ σίγουρη πως ο Ισμαήλ θα μπορούσε να πιάσει ακόμη και μια σφαίρα πυροβόλου όπλου με την ίδια άνεση και την ίδια χάρη που έπιασε το καπάκι πριν πέσει στον δρόμο.

«Τι είναι;» μου λέει βάζοντάς το στη θέση του. «Τι έπαθες;»

«Θεέ μου, Ισμαήλ», λέω και πιάνω το στόμα μου και με τα δυο μου χέρια.

«Τι;» Είναι η πρώτη φορά που επιμένει σε κάτι.

Ξεροκαταπίνω.

«Άκου», του λέω. «Άκου, αλλά μη με διακόψεις. Το ορκίζεσαι;» Το τελευταίο πράγμα που είναι προγραμματισμένος να κάνει ο Ισμαήλ είναι να σε διακόπτει όταν μιλάς, αλλά ήταν πολύ δραματική ατάκα και δεν μπόρεσα να της αντισταθώ. «Άκου, ξαναλέω», κοιτώντας ολόγυρά μας με στενεμένο βλέμμα κατασκόπου. «Πιστεύω πως όλοι εδώ είναι… είναι βρικόλακες». Μία παύση για να κόψω αντιδράσεις. Τίποτε. Ένα κενό βλέμμα. Κλασικά πράγματα. «Βαμπίρ», συνεχίζω, το ίδιο συνωμοτικά. «Το χωριό είναι κάτι σαν φωλιά βρικολάκων». Τον κοιτάζω ξανά. Καμία αντίδραση πάλι. Μα, δεν το καταλαβαίνω. Δεν τρέχει αίμα στις φλέβες του; Ιχώρ, κάτι; «Με καταλαβαίνεις;» του λέω.

Αναστενάζει.

«Με…;»

Δεν συνεχίζω. Έχω μια άλλη ιδέα τώρα. Από τον κινηματογράφο κι αυτή. Είναι κάτι σαν déjà vu. Λες και το έχω ξαναζήσει όλο αυτό στο παρελθόν, αλλά αυτή τη φορά πιο παραστατικά, πιο ζωντανά, πιο σωστά.

Ζω τη στιγμή εκείνη στις ταινίες τρόμου που ο πρωταγωνιστής ξέρει όλη την αλήθεια, προσπαθεί να ειδοποιήσει και τους υπόλοιπους —φίλους, συγγενείς, την αστυνομία, τις Αρχές και ούτω καθεξής—, αλλά κανείς δεν του δίνει την παραμικρή σημασία. Στην καλύτερη περίπτωση, τον περνάνε για τρελό. Στη χειρότερη, για αόρατο.

Από αυτό το δεύτερο υπήρξα μια ζωή. Μήπως όμως είμαι πια και το πρώτο;

Στρέφομαι δεξιά, προς το σοκάκι πίσω από το μαγαζί, και βλέπω μια σκιά να διασχίζει την απόσταση ανάμεσα στους δύο τοίχους. Έτρεξε με την ταχύτητα σαύρας, αλλά ήταν τεράστια. Ήταν ένας… τι; Σκύλος; Ή μήπως άνθρωπος; Η καρδιά μου αρχίζει και χτυπάει σαν τρελή.

«Πάμε να φύγουμε», του λέω. «Τώρα».

Ο Ισμαήλ απλώνει το χέρι του και με πιάνει.

«Ηρέμησε», μου λέει.

Θα τρελαθώ. Ηρέμησε;

ΗΡΕΜΗΣΕ;

«Ισμαήλ, είσαι τυφλός; Είσαι τυφλός που μου λες να ηρεμήσω κι από πάνω; Είσαι και άγγελος,διάολε, έπρεπε να σου κόβει πιο πολύ σ’ αυτά τα πράγματα. Αν είναι δυνατόν. “Ηρέμησε”. Άκου εκεί να ηρεμήσω. Όχι, δεν ηρεμώ! Και δεν χαλαρώνω!»

Κάνω μεταβολή, κλειδώνω στην όρασή μου τον σκουπιδοτενεκέ, σηκώνω το πόδι μου και του δίνω μια τρομερή κλοτσιά με σκοπό να τον πετάξω στην πέρα μεριά του δρόμου. Δεν τα καταφέρνω απολύτως, καθώς ο σκουπιδοτενεκές αρχικά απλώς γέρνει ελαφρά απειλώντας να πέσει κάτω, αλλά τελικά ξανακάθεται στη θέση του αφού αμφιταλαντευτεί μερικές φορές. Όμως το πόδι. Ω Θεέ μου, το πόδι μου. Ίσως να έχω σπάσει το δάχτυλό μου· ίσως και όλα τα δάχτυλα του ποδιού μου. Πονάω πολύ. Ο Ισμαήλ γονατίζει και μου το πιάνει, σφίγγοντάς το στην παλάμη του. Το κοιτά με ένταση, λες και μπορεί να το κάνει καλά με τη ματιά του και μόνο. Πράγμα, βέβαια, που μπορεί να μην απέχει και πολύ από την αλήθεια. Το αφήνει και ανασηκώνεται πάλι. Τώρα πια είναι δίπλα μου, σχεδόν κολλάει επάνω μου, και το στήθος μου φουσκώνει, ενώ η ανάσα μου είναι πιασμένη. Πιασμένη τόσο που ίσως σκάσω. Με θόρυβο.

«Ισμαήλ», λέω.

Το στόμα μου είναι στο ίδιο σημείο με το δικό του, απλώς είκοσι εκατοστά πιο κάτω.

«Συγγνώμη», μου λέει.

Ω! Δεν το πιστεύω. Ο άγγελός μου μου ζητά συγγνώμη. Θέλω να πετάξω πυροτεχνήματα στον ουρανό. Θέλω να στείλω τηλεγραφήματα στις απογευματινές εκδόσεις των εφημερίδων. Stop the press!

«Δεκτή», του λέω, και μια μεγάλη κουταλιά μέλι χύνεται στις φλέβες μου και ταξιδεύει μέχρι το τελευταίο μου νεύρο. «Με πιστεύεις δηλαδή; Πιστεύεις πως… πως έχουμε…» Δεν ξέρω αν είναι, πια, λογικό να τον ρωτήσω αν πιστεύει πως έχουμε πέσει μέσα σε μία φωλιά βρικολάκων. Το γυρίζω στο στόμα μου και μου φαίνεται και μένα βλακεία. Αλλά ας το πω και βλέπουμε. «Πιστεύεις πως έχουμε πέσει μέσα σε μία φωλιά βρικολάκων;»

Το βλέμμα του είναι γεμάτο από τα αστέρια του που ταξιδεύουν ποιος ξέρει πού.

«Όχι», λέει.

«Καλά», του λέω. «Οπότε τι συμβαίνει;»

«Πάμε να κάτσουμε κάπου, αν συμφωνείς».

Αν συμφωνώ. Νομίζω πως το μοντέλο φύλακα-αγγέλου που μου έστειλαν έχει τη σπάνια ικανότητα να αναβαθμίζεται από μόνο του.

«Συμφωνώ», του λέω. «Ξέρεις κανένα καλό μπαρ;»

Πάει να μου απαντήσει σοβαρά, αλλά τελικά καταλαβαίνει ότι κάνω χιούμορ. Αν και δεν είναι ακριβώς χιούμορ, εδώ που τα λέμε.

Με αφήνει. Α, ναι: μέχρι τώρα μού έπιανε τους αγκώνες, πάνω από το καινούργιο μου μπουφάν. Αυτό με τις τσέπες. Έχει τα ωραιότερα δάχτυλα πιανίστα που δεν είναι πιανίστας.

«Έλα», λέει, «πάμε».

«Και να μην ανησυχώ, ε;»

«Όχι. Είναι απλώς… άνθρωποι. Είναι κόσμος», λέει, κι αυτό το τελευταίο ξαναφέρνει στο δέρμα μου μια ανατριχίλα μεγάλη και έντονη και δυσάρεστη.

Κόσμος.

Ανατριχιάζω μέχρι βαθιά μέσα μου, αλλά ο Ισμαήλ δεν μπορεί παρά να έχει δίκιο, και το ξέρω. Απλώς είμαι τόσο ταραγμένη. Τόσο τρομοκρατημένη από τα πάντα. Από… από όλα αυτά τα νέα πράγματα.

Τον ακολουθώ πειθήνια και βγαίνουμε από το στενάκι. Και μπαίνουμε πάλι στον παραλιακό δρόμο. Στον περίπατο όλων αυτών των ανέμελων ανθρώπων. Όλα θα πάνε καλά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26

Τίποτε δεν θα πάει καλά. Η αναπνοή μου πιάνεται μέσα στον κόσμο. Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να τα βγάλω πέρα. Όχι τόσο γρήγορα. Όχι τόσο εύκολα.

Κι ακόμα χειρότερα από αυτό: θυμάμαι.

Μέσα στο λεωφορείο, να θέλω να κατέβω πολλές στάσεις πριν τη στάση μου. Όλα εκείνα τα ανέκφραστα πρόσωπα. Η προσήλωση στα κινητά. Οι ακίνητοι ώμοι.

Στο μετρό, να μην αντέχω δευτερόλεπτο ακόμα. Και έξω από το παράθυρο να φωνάζει το όνομά μου εκείνη η βοή, η τρομακτική βοή. Τα σώματα να με στριμώχνουν από παντού, να με συνθλίβουν, τα άγνωστα χέρια να πιάνουν τους μηρούς μου, να ακουμπάνε το στήθος μου, να μπερδεύονται στα μαλλιά μου. Θα τους τα κόψω.

Όλα εκείνα τα περισσότερο από το κανονικό γελαστά πρόσωπα στα εστιατόρια, στα φτηνά ταβερνάκια, στα ρεστοράν της μόδας, στα καφέ και στα σκοτεινά μπαρ, πρόσωπα που δεν ξέρουν πώς να χορτάσουν ανεμελιά.

Εγώ δεν μπορώ να είμαι ανέμελη, μου είναι αδύνατον, και ούτε το θέλω. Πώς μπορείς να είσαι ανέμελος πια — από τι είσαι φτιαγμένος, τι έχεις πάθει;

Τρέμω τα γεμάτα μαγαζιά, τα πεζοδρόμια που μοιάζουν απροσπέλαστα, τις πλατείες με τα παιδιά που σε κυνηγούν τσιρίζοντας και τον ζητιάνο στη γωνία που σε κοιτάζει με δυο μεγάλα, γουρλωμένα μάτια χαμογελώντας σαρδόνια.

Θεέ μου, να γυρίσω στο σπίτι μου, στο σπίτι μου.

Να γυρίσω στο σπίτι μου και να κλείσω πίσω μου την πόρτα, να γυρίσω το κλειδί, να σπρώξω με δύναμη τον σύρτη μέχρι ν’ ακούσω το μάνταλο να εφαρμόζει με έναν ωραίο, ενθαρρυντικό μεταλλικό ήχο. Σπίτι μου. Να γυρίσω στο σπίτι μου.

Τίποτε δεν είναι τόσο εύκολο όσο φαίνεται στα μάτια κάποιου που δεν έχει το πρόβλημα. Τίποτε, και ποτέ.

Κρατιέμαι από το μπράτσο του Ισμαήλ και τον τραβάω έξω από τον δρόμο, αλλά κάθετα αυτή τη φορά. Προς τη θάλασσα. Το χέρι του είναι γερό, σταθερό, μια άγκυρα από αίμα και σάρκα, και μένει άκαμπτο όπως τον σέρνω μαζί μου.

Εδώ είναι σαφώς καλύτερα. Η άμμος κάτω από τα καινούργια μου παπούτσια. Τα βότσαλα. Ένας οδηγός από στενές, καρφωμένες μεταξύ τους σανίδες που καταλήγουν στη θάλασσα. Ο λιμενοβραχίονας πιο πέρα, σαν ένα μεγάλο L. Μόνο εκείνος κι εγώ είμαστε εδώ.

«Αγοραφοβία», του λέω. «Έχω λίγο απ’ αυτό. Λίγο, όχι κάτι φοβερό. Συγγνώμη».

Με κοιτάζει χωρίς να λέει ή να κάνει τίποτε.

«Καταλαβαίνεις μάλλον, ναι;»

Κουνά ελαφρά το κεφάλι, ή έτσι θέλω να πιστεύω.

«Ωραία», λέω. «Σ’ ευχαριστώ. Αγοραφοβία. Το ’χω κι αυτό, αν και όχι συχνά». Θέλω να πω ότι συνήθως η αγοραφοβία μου εκδηλώνεται σε πολυκαταστήματα, που σπανίως τα επισκέπτομαι, και σε χωριά βρικολάκων, που δεν είχα την πολύτιμη ευκαιρία να επισκεφτώ άλλη φορά στο παρελθόν, αλλά δεν το λέω. Δόξα τω Θεώ. Ευτυχώς, δηλαδή, που δεν εκδηλώνεται μόνο εκεί. «Συνήθως με πιάνει μέσα στα μέσα μαζικής συγκοινωνίας. Αυτό το “μαζικής” δεν μου κάθεται πολύ καλά. Αλλά όχι πάντα. Όχι πάντα. Κανονική κρίση είχα δύο ή τρεις φορές όλες κι όλες. Ξέρεις, με άγχος, αδυναμία αναπνοής, τάσεις λιποθυμίας, έξαψη, τέτοια. Συνήθως καταλαβαίνω ότι έρχεται, γιατί πού και πού δεν χρειάζεται κάποιο ερέθισμα, απλώς και μόνο την ανάμνηση ενός ερεθίσματος, και το γλιτώνω απλώς κάνοντας λίγο διαλογισμό». Κοιτάζω το Lτου λιμενοβραχίονα. Καναδυό άνθρωποι περπατούν επάνω του, και είναι σαν να περπατούν πάνω στη θάλασσα. «Παλιά δεν πίστευα στον διαλογισμό», συνεχίζω απτόητη, «αλλά όταν είδα ότι σε εμένα δουλεύει, άρχισα να κάνω. Είναι κόλπο, αν θες να ξέρεις. Κάπως σαν τις διατάσεις όταν πιανόμαστε από την πολλή δουλειά στο γραφείο. Εμείς οι μεταφραστές κάνουμε συνέχεια διατάσεις, γιατί αλλιώς δεν βγαίνει. Θα πάθουμε όλα τα σύνδρομα του κόσμου. Κι εμείς οι αγοραφοβικοί κάνουμε άλλα. Ο διαλογισμός είναι πολύ καλός, γιατί είναι τσάμπα και συνήθως πιάνει. Και δεν πειράζεις και κανέναν όταν κλείνεις τα μάτια και στρέφεις όλο σου το μυαλό κάπου, ξέρεις τώρα πώς δουλεύει. Το στρέφεις κάπου και σιγά-σιγά όλα τα άλλα σβήνουν, χάνονται, μέχρι που χάνεται και αυτό το “κάπου”. Και έτσι μπορεί να προστατευτείς από κάτι που… Πρόσεχε!»

Προχωράμε στην αμμουδιά και με έχει πιάσει πολυλογία, και τον βλέπω να βαδίζει σαν καλοφτιαγμένο ρομπότ, ή μάλλον ανδροειδές, έτσι αγέρωχα και μηχανικά, και δεν βλέπει ότι μπροστά του κάποιος, μάλλον ένα παιδί, έχει ανοίξει μια βαθιά τρύπα στην άμμο και…

Όχι. Ο Ισμαήλ πέρασε πάνω από την τρύπα χωρίς να πέσει μέσα. Και… και η τρύπα δεν είναι πια εκεί — αν μπορείς να το πεις αυτό για μια τρύπα, για κάτι τέλος πάντων που δεν είναι εκεί, που από τη φύση του λείπει.

Όχι. Δεν υπάρχει τρύπα. Η φρέσκια άμμος που τη γέμισε και τη σκέπασε φαίνεται κανονικά, είναι πασπαλισμένη ακόμη και γύρω από το χείλος της. Η τρύπα καλύφτηκε με άμμο. Γέμισε. Θεέ μου.

«Τώρα αυτό ήταν πάλι ένα θαύμα, ε;» ρωτάω. «Από αυτά τα εύκολα, τα μικρά, που δεν τα πιάνει το μάτι; Αν και το δικό μου το έπιασε», συμπληρώνω, με ένα γρήγορο, συνωμοτικό κλείσιμο του ματιού. Έχω γίνει εξπέρ στους συνωμοτικούς κώδικες.

Ο Ισμαήλ με κοιτάζει με ένα ύφος που αντιστοιχεί σε ανασήκωμα των ώμων.

Δίνω τόπο στην οργή και συνεχίζω να προχωρώ μαζί του μακριά από το πλήθος. Αλήθεια: δεν είναι ακριβώς πλήθος, αλλά οι ντόπιοι και οι τουρίστες, ή μάλλον οι παραθεριστές, είναι πολύ περισσότεροι από όσους θα περίμενε να δει κανείς στην απογευματινή τους περαντζάδα, κρίνοντας από το μέγεθος του χωριού. Εκτός και αν δεν είχα δει όλο το χωριό από εκεί ψηλά το μεσημέρι, όταν φτάναμε. Εκτός κι αν υπήρχαν και άλλα σπίτια, κρυμμένα στη βλάστηση πιο πέρα, ή πέρα από τους χαμηλούς, πράσινους λόφους στο τέρμα του δρόμου. Εκτός και αν ήταν ένα χωριό… ένα χωριό κάπως μαγικό.

Ξέρω πως κάνω παρανοϊκές σκέψεις, και το γεγονός πως ζω ήδη σε μία μη ορθολογική περίοδο της ζωής μου —το σώσιμο από μία υπερβατική ύπαρξη δεν είναι νορμάλ, όλοι το ξέρουν αυτό— δεν μου δίνει συγχωροχάρτι. Πρέπει να επικεντρωθώ στο εδώ και το τώρα. Και να δω τι θα κάνω με τη συνέχεια. Ανορθολογική ή μη, αυτή εξακολουθεί να είναι η ζωή μου, η δική μου ζωή και όχι κάποιου άλλου, και πρέπει να τη ζήσω με όσο λιγότερες ελλείψεις μπορώ. Είναι στο χέρι μου, δεν είναι;

Πριν απαντήσω αρνητικά στον εαυτό μου —γιατί είναι μεγάλη αφέλεια να πιστεύει κανείς πως κάτι είναι στο χέρι του—, βλέπω τη φωτεινή επιγραφή που μόλις έχει ανάψει πάνω από την πύλη στην αυλή ενός χαμηλού κτίσματος εδώ στην αριστερή άκρη του χωριού. Είναι τρία γράμματα όλα κι όλα, εντελώς ξεκάθαρα στην απλότητά τους: BAR. Το έχουν συνήθειο φαίνεται σ’ αυτό τον τόπο να είναι λακωνικοί σε βαθμό έως και κωμικό. Ξενοδοχείο, Μπαρ, Τοίχος Εκτέλεσης, Άντρο Βρικολάκων κ.ο.κ.

Μπαρ λοιπόν. Μάλιστα…

Κοιτάζω πρώτα το ρολόι μου, και μετά τον Ισμαήλ.

«Πάει οχτώ», τον πληροφορώ.

Δεν μου απαντά. Κλασικός Ισμαήλ.

«Κερνάω ποτό», του λέω και του δείχνω με το πιγούνι το βαμμένο σομόν μονώροφο κτίριο που διακρίνεται πίσω από τη μάντρα.

«Δεν θα σε ενοχλήσει ο κόσμος εκεί;» λέει.

Το λέει και στέκεται ήσυχος, κορδωμένος με το ένα ενενήντα του, να με κοιτάει. Ώστε έτσι λοιπόν. Ξέρει. Και ξέρει ότι ξέρω. Και με προσέχει.

Μα τι λέω; Φυσικά και με προσέχει. Είναι ο φύλακας-άγγελός μου. Πρόκειται περί ταυτολογίας.

Του χαμογελώ. Κάτι σκιρτά όμορφα μέσα μου. Η κρίση πέρασε, και αισθάνομαι την αύρα από τη θάλασσα να με ανατριχιάζει σαν αιθερικά ακροδάχτυλα που χώνονται στα μαλλιά μου και με χαϊδεύουν πάνω από το σβέρκο.

«Όχι», λέω, «δεν υπάρχει πρόβλημα. Θα είμαστε στην αυλή. Δεν έχω πρόβλημα με τις αυλές. Όλα καλά».

Κουνάει ανεπαίσθητα το κεφάλι. Γι’ αυτόν, πρόκειται μάλλον για εκδήλωση ενθουσιασμού.

Ωραία. Πολύ ωραία. Τέλεια. Πάμε για ποτό λοιπόν. Στο Μπαρ.

Μυρσίνη Ελευθερίου – «Ο Άγγελός της»: Διαβάστε εδώ το μυθιστόρημα σε 31+1 καθημερινές συνέχειες που θα ολοκληρωθεί την Πρωτοχρονιά.