Βιβλιο

Ο Βασίλης Βασιλικός, η ΕΡΤ3, η βέσπα μου και η Θεσσαλονίκη

Ένα τελευταίο αντίο κι ένα δημόσιο ευχαριστώ

Επιστήμη Μπινάζη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Βασίλης Βασιλικός (1933 - 2023): Αναμνήσεις από τη ζωή ενός από τα πιο σημαντικά πρόσωπα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και λογοτεχνίας 

Πετούσε μια φορά τον μήνα από το Παρίσι, όπου ζούσε ως πρέσβης της Unesco, για Θεσσαλονίκη για να γράψουμε τέσσερις εκπομπές Άξιον Εστί. Η μακροβιότερη ελληνική εκπομπή για το βιβλίο. Βρέθηκα στην ΕΡΤ3 ως αρχισυντάκτριά του και ούτε που καταλάβαινα στην τρυφερή ηλικία των 20 και κάτι χρόνων μου ότι για κάποια χρόνια και με συχνότητα θα συνομιλούσα και θα συναναστρεφόμουν στενά ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και λογοτεχνίας.

Όλο το προηγούμενο διάστημα κάναμε τις συνεννοήσεις μας τηλεφωνικά. Για τους καλεσμένους και τα βιβλία. «Διαβαζόταν, βρε Επιστημάκι, το βιβλίο ή σε ταλαιπώρησε; Μπα, αποκλείεται να σε ταλαιπώρησε περισσότερο από όσο σε ταλαιπωρεί το αγόρι σου, αυτός ο Αύγουστος Κορτώ». Όσες φορές και να του εξηγούσα ότι ο Κορτώ είναι φίλος και όχι σχέση μου, χαμογελούσε δύσπιστα: «Οι διάνοιες ταλαιπωρούν, αλλά ξέρουν να αγαπούν». Πριν το γύρισμα έψαχνε στα χέρια μου δαχτυλίδια. «Δώσε μου όσα έχεις να τα βάλω. Δεν ακούνε οι τηλεθεατές τι λέμε. Όταν κάνει η σκηνοθέτης κοντινό στα χέρια μου την ώρα που δείχνω το εξώφυλλο, θα λένε “κοίτα, κοίτα τον παλιόγερο πόσα δαχτυλίδια φοράει στα δάχτυλα”. Αυτή είναι η τηλεόραση, Επιστημάκι. Μια εικόνα. Περπατώ στη λαϊκή του Παλαιού Φαλήρου με την πίπα και το καπέλο, με αναγνωρίζουν όλοι. Τα βγάζω και γίνομαι αόρατος».

Τελειώναμε μεσημέρι. Αποκαμωμένοι ανεβαίναμε στη βέσπα μου για μια βόλτα απ’ την Αγγελάκη στην Τσιμισκή για πλατεία Αριστοτέλους κι από κει απ’ την παλιά παραλιακή με κατεύθυνση τον Λευκό Πύργο, τη Νέα Παραλία με προορισμό το πατρικό μου στην Καλαμαριά. Με το αριστερό κρατούσε το καπέλο μην το πάρει ο αέρας, με το δεξί βασταζόταν κύριος, με διακριτικότητα, από τον ώμο μου κι όχι απ’ την μέση μου.

Χάζευε αριστερά τα κτίρια. Ποτέ τη θάλασσα όπως κάνουν οι περισσότεροι επισκέπτες. Μόνο που εκείνος δεν ήταν επισκέπτης. Αποφοίτησε από το σχολείο και το πανεπιστήμιο σε αυτή την πόλη. Εξάλλου εκείνον τον ενδιέφεραν οι άνθρωποι. Αυτοί ήταν ο ορίζοντας.

Εκτός κι αν η βέσπα μου του θυμίζει το τρίκυκλο του Κοτζαμάνη. Η Θεσσαλονίκη ήταν ο τόπος δολοφονίας του Λαμπράκη. Το «Ζ» της ζωής του ξεπηδούσε απ’ όλες τις γωνιές. «Η μητέρα σου μαγειρεύει σπιτικά; Μου λείπει το σπιτικό φαγητό. Δώσ’ μου το τηλέφωνο. Άρτεμις, να έρθουμε;» τη ρωτούσε ρητορικά στο τηλέφωνο. Δεν ήταν το σπιτικό φαγητό. Ήταν η ανάγκη του να βρίσκεται μέσα σε αληθινές, ανθρώπινες και κυρίως λαϊκές φωλιές. Να παρατηρεί τους ανθρώπους, τα σύνεργα της καθημερινότητάς τους, να ακούει τους ψιθύρους της καρδιάς τους, να παίρνει στα χέρια του κορνίζες με ξεθωριασμένες φωτογραφίες που αιχμαλώτιζαν σημαντικές στιγμές της ζωής τους. Να ρωτάει. Ο αρραβώνας της αδερφής μου. Το περήφανο ζεϊμπέκικο του παππού μου ένα Πάσχα στην Καβάλα. «Κι εγώ Καβαλιώτης είμαι, Πρόδρομε. Τίποτα δεν μας χωρίζει» έλεγε στον πατέρα μου.

Κάποια βράδια δειπνούσαμε στο Ντορέ, απέναντι από τον Λευκό Πύργο. Αν είχα την ευκολία της σημερινής ηχογράφησης στο κινητό τώρα, θα απομαγνητοφωνούσα. Δεν θα πάλευα να ανασύρω απ’ την μνήμη μου δεκάδες ιστορίες από... την Ιταλία, το Παρίσι, τον Καζαντζίδη, τον Μαστρογιάννη και την Ντενέβ, τον Κώστα Γαβρά και την πολύτιμη σύζυγό του, τον αγαπημένο του Ανδρέα Παπανδρέου, τη Σοφία Μινέικο να μαγειρεύει στο ξύλινο σκανδιναβικό σπίτι στη Σουηδία, για την νύχτα της νίκης του 1981 και τη μικρή γιορτή με ελάχιστους στο Καστρί...

«Βασίλη, αναλαμβάνεις την ΕΡΤ. Τη σπούδασες την τηλεόραση».

Άλλες φορές δεν μιλούσαμε. Ήταν η στιγμή που γινόταν ο άγγελος στα Φτερά του Έρωτα του Βιμ Βέντερς. Εκείνος που έσκυβε και άκουγε τις σκέψεις των ανθρώπων. Η ώρα της εμπεριστατωμένης, πολλές φορές αδιάκριτης παρατήρησης των ανθρώπων στα διπλανά τραπέζια. Δεν έχω συναντήσει ποτέ άλλον άνθρωπο να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη σκέψη, τον τρόπο και την ζωή των άλλων γύρω του. Ήταν ο άνθρωπος που μέσα στο συρμό του μετρό δεν θα κρατούσε βιβλίο, θα διάβαζε τους συνεπιβάτες του έναν προς έναν. Τι να σημαίνει ο τρόπος που γέρνουν το σώμα στο κάθισμα; Ποια κούραση τους σφαλίζει τα μάτια; Θα κρατούσε την ανάσα να ακούσει τη σκέψη τους. Έτσι κάναμε στον Ντορέ όταν δεν ήμασταν αναγκασμένοι να φιλοξενούμε στο τραπέζι μας κάποιον επώνυμο καλεσμένο που ερχόταν από μακριά. Από την Αθήνα δηλαδή, μην φανταστείτε… Όταν βγαίναμε μόνοι, σωπαίναμε μέχρι να ξεκινήσουμε το παιχνίδι των ερωτήσεων:

«Το ζευγάρι στο απέναντι τραπέζι.
-Παντρεμένοι;
-Ναι, αλλά χωρίς παιδιά.
-Αυτός δεν τα θέλει. Εκείνη όμως τα θέλει. Τον αγαπάει με ένα υστερόγραφο.
-Βγήκαν να του πει επισήμως πως προτιμά να εγκαταλείψει αυτόν παρά την ιδέα να μην γίνει ποτέ μητέρα.
-Μα δεν λέγονται αυτά παραγγέλνοντας λουκάνικο και μπίρα. Άσε που αυτοί καθάρισαν το πιάτο τους. Τέτοια θέματα σου κόβουν την όρεξη.
-Πάμε πάλι απ’ την αρχή… Δεν είναι εραστές. Μόνο φίλοι. Αιώνια ερωτευμένοι. Χωρίς παραδοχή όμως…»

Ιστορίες μυθοπλασίας. Μικρά προφορικά διηγήματα. Αριστουργήματα. Με το ένα μάτι χάζευα εκείνον, με το άλλο τον Λευκό Πύργο που ξεπρόβαλε από την θάλασσα και ήξερα ότι αυτή είναι η προίκα της πόλης που με γέννησε - κι ας την εγκατέλειπα κάποτε. Οι θρύλοι της λογοτεχνίας. Να μπορούσα να ακούσω τις κουβέντες της λογοτεχνικής Διαγωνίου. Πεντζίκης, Ιωάννου, Χριστιανόπουλος, Πετρόπουλος… Τους απασχολούσε η Θεσσαλονίκη ως βασική ηρωίδα στα κείμενά τους. Αλλά αυτός που είχα απέναντί μου την έφτασε μέχρι το Hollywood με το «Ζ» και της χάρισε ένα Όσκαρ.

Τις μέρες που η Μαλβίνα πάλευε με τον καρκίνο, φιλοξενούσαμε στην εκπομπή τον Διονύση Χαριτόπουλο. Είχε εκδώσει τους δύο τόμους για τη ζωή του Άρη Βελουχιώτη. Το βράδυ στο τραπέζι ο Βασιλικός δεν άντεχε άλλο να ακούει για τον Βελουχιώτη. Ήξερε ότι ο άντρας που είχαμε απέναντί μας ήταν ο τελευταίος έρωτας της ζωής της Μαλβίνας. Το συζητούσε όλη η Ελλάδα. Διέκοψε απότομα τον οίστρο της Βελουχιάδας για να τον ρωτήσει ευθέως και με αληθινό ενδιαφέρον για τη Μαλβίνα. «Πες μας για τη Μαλβίνα. Πώς είναι; Τι κάνει; Θα τα καταφέρει; Την βλέπεις;».

Μέχρι σήμερα επιστρέφω στη διήγησή του για το βράδυ που η Μιμή, η πρώτη του γυναίκα, πέθανε ήρεμα στο κρεβάτι τους μετά από ένα δείπνο με φίλους. «Δεν κατάλαβα ότι πέθανε. Φαινόταν σαν να κοιμάται. Εκείνη με έκανε συγγραφέα. Της συστήθηκα ως συγγραφέας βλέπεις. Μου λέει έτσι είσαι; Θα κάτσεις να γράφεις τα βιβλία σου τότε. Κι εκείνη παρέδιδε μαθήματα αγγλικών τα πρώτα χρόνια και μας ζούσε όσο έγραφα ασταμάτητα για να αποδείξω πως είμαι κανονικός συγγραφέας… Κι όταν πέθανε… αν δεν ερχόταν η Ειρήνη Παπά να με βγάλει απ’ την άβυσσο της θλίψης, ακόμη εκεί θα ήμουν βυθισμένος. Σε εκείνο το δωμάτιο στο σπίτι της Ιταλίας. Συγκατοικούσα με έναν φίλο μου. Για πολλά χρόνια. Ένα σωστό ράκος. Και ήρθε με το έτσι θέλω η Ειρήνη Παπά και μου λέει “α να σου πω, όσο θρήνησες, θρήνησες. Τέρμα. Μπρος. Φτιάχνεις βαλίτσες επιστρέφουμε Ελλάδα”. Αυτή με γύρισε πίσω».

Μια άλλη φορά. σε ένα εξαιρετικά επίσημο δείπνο που μας παρέθεσε η κυρία Αλεξάνδρα Βοβολίνη, η εκδότρια της ιστορικής οικονομικής επιθεώρησης και πρώην σύζυγος Λασκαρίδη σε έναν ιδιαίτερο χώρο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου, μας σέρβιραν για επιδόρπιο μεταξύ άλλων εδεσμάτων μήλο και πορτοκάλι τα οποία έπρεπε να καθαρίσουμε με το μαχαίρι και το πιρούνι του φρούτου. Μου φάνηκε βουνό η ιδέα να κάνω την απόπειρα δίχως τον φόβο να προσγειώσω κατά λάθος ένα κουκούτσι ή το ίδιο το πιάτο σε κάποιον από τους συνδαιτυμόνες μου. Παρατηρώντας ακαριαία την αμηχανία μου, αρπάζει το μήλο και το φέρνει στο στόμα για μια μεγάλη δαγκωματιά. «Ένα εξαιρετικό κίνητρο να γίνεις συγγραφέας πετυχημένη είναι ότι θα μπορείς να τρως σε επίσημα τραπέζια όπως θέλεις. Ακόμη και με τα χέρια. Κανείς δεν θα σε κακολογήσει. Στρώσου στο γράψιμο λοιπόν» μου λέει χαμηλόφωνα και μου κλείνει το μάτι.

Μπορεί να μην έγινα συγγραφέας αλλά πήρα κοντά του μερικά από τα πιο χρήσιμα μαθήματα δημιουργικής γραφής και ζωής. Θα τον θυμάμαι πάντα με τρυφερότητα και ευγνωμοσύνη. Θα μπορούσε να απαιτήσει κάποιον εμπειρότερο στη θέση της αρχισυνταξίας. Να μην απολαμβάνει την παρέα μιας άγουρης κοπέλας που τον περιφέρει από το στούντιο για φαγητό και πίσω πάνω σε μια βέσπα, γράφοντάς του μνημόνια για βιβλία που πάντα μα πάντα έβρισκε χρόνο να διαβάσει έστω και διαγωνίως. Σε όλους έβρισκε αρετές. Ποτέ δεν πρόσβαλε καλεσμένο, ακόμη κι όταν το βιβλίο του ήταν για την ανακύκλωση.

άνθρωποι στα σκοτάδια, πίσω από τις κάμερες, δεν ήταν αόρατοι γι’ αυτόν. «Όταν βλέπω τον Σάββα να κοιμάται πάνω στην κάμερα, ρίχνω ένα αστείο να ισιώσει η εκπομπή. Αυτοί είναι το βαρόμετρο, Επιστημάκι».

Δεν ήταν κακότροπος. Κι αν κάποιες φορές τού έβγαινε η κούραση της πτήσης, του πρωινού ξυπνήματος, η ταλαιπωρία του μακιγιάζ, των τεχνικών προβλημάτων, χαλάρωνε στο λεπτό. Βυθιζόταν στις σελίδες ενός βιβλίου. «Να σου πω, καλά γράφει αυτός ε; Να σου πω; Να τον ρωτήσω κάτι πιο πιπεράτο ή θα εκνευριστεί; Ε και να εκνευριστεί το κόβουμε στο μοντάζ».

Δεν ξέρω τι γεύση έχει ο θάνατος. Ξέρω ότι η απώλεια των ανθρώπων που μας βοήθησαν να ανοίξουμε τα μάτια του μυαλού και της καρδιάς μας κάνουν το πέρασμα αυτό λιγότερο τρομακτικό.

Ένα τελευταίο αντίο κι ένα δημόσιο ευχαριστώ!