Βιβλιο

Γιατί δεν αγαπώ τα e-book (αν και διαβάζω πολλά)

Ψηφιακά vs χάρτινα βιβλία

Κυριάκος Αθανασιάδης
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ομοιότητες και διαφορές των e-book με τα «φυσικά» βιβλία

Τα ψηφιακά βιβλία στην Ελλάδα δεν έχουν πιάσει. Όχι ακόμη τουλάχιστον. Βρίσκονται λίγο κάτω από το 1%, μόλις, των συνολικών πωλήσεων. Σε άλλες χώρες, το ποσοστό αυτό είναι αρκετά έως πολύ υψηλότερο — σε άλλες είναι το 5%, σε άλλες το 10%, ενώ στις ΗΠΑ φτάνει κοντά στο 20%. Η αλήθεια όμως είναι ότι επίσης πολύ μεγάλο μέρος αυτού του υψηλού ποσοστού (κοντά στο 45%, ή σχεδόν το 1 στα 2 βιβλία) καταλαμβάνουν αυτοεκδόσεις genre συγγραφέων, που στη δική μας εξαιρετικά μικρή αγορά θα καταποντίζονταν: δεν έχουμε τόσο πολλούς αναγνώστες. Επίσης, το ένα στα τέσσερα e-book που διατίθενται στα μεγάλα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία (Amazon, Apple, Barnes & Noble) ανήκουν στην κατηγορία Romance/Erotica, που στην Ελλάδα οι αναγνώστριές τους είναι μεν μερικές χιλιάδες αλλά καλύπτονται ήδη από τη σχετική κυκλοφορία των χάρτινων βιβλίων. Τέλος, τα συγκεκριμένα ψηφιακά βιβλία (και όχι όσα εκδίδουν ταυτόχρονα με τα χάρτινα οι παραδοσιακοί μέινστριμ οίκοι, τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού) προσφέρονται σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Μπορείς να βρεις μερικές χιλιάδες τίτλους πρόσφατης κυκλοφορίας με 1 δολάριο, ή άντε μέχρι 2 ή 3. Μερικές χιλιάδες ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ βιβλία. Πρόκειται με άλλα λόγια για μία αγορά-μέσα-στην-αγορά, μια αγορά απολύτως φανερή αλλά και κρυμμένη ταυτόχρονα, και μια αγορά βέβαια που απευθύνεται σε ένα πολυπληθές κοινό: π.χ., σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο. Δεν τα πηγαίνουν όλα τους εξίσου καλά (προφανώς), αλλά πολλοί τίτλοι γράφουν πολλά-πολλά κατεβάσματα. Ο ανταγωνισμός είναι και εκεί σκληρός. Υπάρχουν, για να το πούμε κι αυτό, πολλοί οίκοι ψηφιακών βιβλίων που προσφέρουν δωρεάν μία μεγάλη ποσότητα βιβλίων στους αναγνώστες τους, ένα ολόκληρο ράφι, μόνο και μόνο για να τους δελεάσουν να αγοράσουν κάποια από τα υπόλοιπα των σειρών στις οποίες ανήκουν. Αυτό δεν μπορεί να γίνει σε μια πληθυσμιακά μικρή αγορά, ουσιαστικά γίνεται μόνο στην αγγλόφωνη.

Τώρα, προσωπικά διαβάζω αρκετά e-book, και έχω αποκτήσει τα τελευταία ένα-δυο χρόνια μια σχετική ευχέρεια. (Την οποία τον πρώτο χρόνο δεν είχα). Έμαθα να οργανώνω την ψηφιακή βιβλιοθήκη μου, να ελέγχω το ξεφύλλισμα των βιβλίων, και ούτω καθεξής. Διαβάζω όμως κυρίως ξένους τίτλους, και συνήθως βιβλία που θέλω να «καταναλώσω», να τελειώσω γρήγορα μαζί τους, να πάω παρακάτω. Διαβάζω επίσης αρκετά ΜΙΚΡΑ βιβλία: μικρά μυθιστορήματα, νουβέλες, και διηγήματα. Στην Ελλάδα δεν γίνονται ακόμη τέτοιες εκδόσεις, αλλά μέσα σε ένα-δυο χρόνια το πολύ θα ξεκινήσουν. (Και μάλλον θα πιάσουν). Παρεμπιπτόντως, το βιβλίο του μέλλοντος θα είναι «μεσαίου» μεγέθους. Τα ογκώδη μυθιστορήματα θα περάσουν σιγά-σιγά σε δεύτερη μοίρα — πάντα με εξαιρέσεις μεν, αλλά ο κανόνας θα είναι αυτός.

Όμως είναι και κάτι άλλο με μένα (και με άλλους). Δεν είναι που «αγαπώ» πιο πολύ τα χάρτινα, παραδοσιακά βιβλία από τα ψηφιακά. Δεν θα το έλεγα έτσι. Είναι που, έτσι κι αλλιώς, βρίσκομαι πιο κοντά τους. Από την κατασκευή μου. Δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας αυτό. Μεγάλωσα πιάνοντας, ξεφυλλίζοντας και διαβάζοντας χάρτινα βιβλία. (Και όλα τα παιδάκια προσχολικής ηλικίας σήμερα, ΠΑΛΙ έτσι έρχονται σε επαφή με το βιβλίο: πιάνουν, ξεφυλλίζουν και τους διαβάζουν χάρτινα βιβλία). Κάποια στιγμή, από την προεφηβική ηλικία και μετά, και για κάπου δεκαπέντε χρόνια —όπως κάνουν όλοι οι σκληροπυρηνικοί αναγνώστες—, αυτό που κυρίως έκανα όσο ήμουν μόνος ήταν να διαβάζω (και να βλέπω σινεμά). Δεν μου είναι λοιπόν απλώς οικείο το διάβασμα, ή το βιβλίο: είναι κομμάτι της ζωής μου. Έχω μάθει να το πιάνω, να το τσαλακώνω, να το διπλώνω, να το φροντίζω, να προσέχω μην τσακίσει η ράχη του και τα λοιπά και τα λοιπά, όπως μαθαίνουμε όλα τα καθημερινά πράγματα που κάνουμε στη ζωή μας. Είναι σαν να πλένεις τα δόντια σου. Ή, ας πούμε, έμαθα να σημειώνω επάνω του, να υπογραμμίζω φράσεις, παραγράφους, ή σελίδες ολόκληρες. Αυτά ΔΕΝ τα κάνεις σε ένα e-book. Όσα εργαλεία υπογράμμισης και να έχουν βγει, όσα ηλεκτρονικά ποστ-ιτ και να κολλάς επάνω τους, ξέρεις πως, αφενός μεν είναι όλα τους σχεδόν άχρηστα, τα κάνεις για να τα κάνεις, αφετέρου δε είναι —πώς να το πω— άψυχα, κρύα: σαν να προσποιείσαι πως κάνεις σεξ με μια ψεύτικη κούκλα — και δεν εννοώ την Πρις από το Blade Runner. Ένας ανεκπαίδευτος αναγνώστης μπορεί να το θεωρεί τρομερό, αλλά ένας κανονικός, μάχιμος αναγνώστης όχι. Θέλω να πω, ναι, στα e-book που διαβάζω (τα 9 στα 10 είναι παλπ πεζογραφία είδους βέβαια, δεν είναι βιβλία που μπαίνουν στη μακρά λίστα τού Booker) βλέπεις ότι την τάδε φράση την έχουν υπογραμμίσει 100 αναγνώστες πριν από σένα. Τη διαβάζεις και λέει κάτι σαν, «Δεν πρέπει να χάνεις το θάρρος σου με την πρώτη αναποδιά. Ούτε με τη δεύτερη. Γενικά, είναι καλό να μη μετράς τις αναποδιές». Wow, αλήθεια; Τι μου λέτε.

Εν πάση περιπτώσει, όλοι ξέρουμε πως στα φυσικά βιβλία που έχουμε διαβάσει (και μας άρεσαν), σε μία ΑΡΙΣΤΕΡΗ σελίδα, πάνω-πάνω, κάπου κοντά στην 80ή μάλλον, κάποιος είπε ή έκανε κάτι που μας εντυπώθηκε. Γενικά θυμόμαστε τόσο πολλές λεπτομέρειες, που είναι να μην πιστεύεις στα μάτια σου. Όπως θυμόμαστε πώς ήταν το εξώφυλλο του τάδε βιβλίου του Κινγκ —λέω ένα όνομα στην τύχη— που διαβάσαμε πριν από 30 χρόνια, ή πού ήμασταν όταν το ξεκινήσαμε, ή σε ποιο βιβλιοπωλείο το πρωτοείδαμε και το αγοράσαμε. Όλα αυτά, και άλλα πολλά παρόμοια, δυστυχώς δεν ισχύουν για τα e-book. Εκεί όλα είναι ίδια, όλα είναι στο ίδιο σημείο, και κανένα τους δεν έχει εξώφυλλο. Ψέματα! Έχουν. Αλλά κανείς δεν το βλέπει. Ποτέ, κανείς. Σε ένα χάρτινο βιβλίο μπορούμε να το δούμε ανά πάσα στιγμή. Και πράγματι το κάνουμε. Και όποτε το αφήνουμε για να πάμε να πιούμε νερό στην κουζίνα, το βλέπουμε πάλι. Και μετά ξανά. Και μετά βλέπουμε για μια ζωή τη ράχη του στη βιβλιοθήκη. Δεν μπορείς να συλλέξεις ψηφιακά βιβλία. Δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες για e-book. Τα e-book δεν έχουν ράχη. Δεν έχουν «ντύμα», ρούχο. Είναι ένα κείμενο γυμνό, σαν ένας γυμνός άνθρωπος. Ποτέ δεν έχουμε κάτσει να συζητήσουμε «σοβαρά» δίπλα σε έναν γυμνό άνθρωπο. Θα μας έριχνε φάπα, και με το δίκιο του.

Διαβάζω κάθε μήνα περισσότερες σελίδες από e-book παρά από χάρτινο βιβλίο. Γιατί έτσι μ’ αρέσει, και έτσι γίνεται πια: έτσι με συμφέρει. Είμαι καταναλωτής. Έχω δυο-τρεις εκπληκτικές συσκευές που είναι γεμάτες βιβλία, άλλα διαβασμένα άλλα όχι, που συνδέονται με όποιο βιβλιοπωλείο θέλω μέσα σε μισό δευτερόλεπτο, μου βρίσκουν αυτό που ζητώ και μου το κατεβάζουν ΟΣΕΣ σελίδες κι αν είναι, πριν πω τα ονόματα των αμυντικών της ομάδας μου. Αλλά ξέρω πως δεν μπορώ να πηγαίνω μπροστά παρά τις φήμες περί τού αντιθέτου, δεν μπορώ να γυρίζω πίσω, να χώνω το δάχτυλό μου στη σελίδα που ήμουν, ή να χρησιμοποιώ μια χαρτοπετσέτα, ένα σουβέρ ή την ουρά της γάτας μου για σελιδοδείκτη. Προφανώς και, ΝΑΙ, με βοηθούν σε χίλια δυο άλλα. Και τα αγαπώ — ορίστε που το είπα. Και τα καταναλώνω σε μεγάλες ποσότητες, ενώ παλιά —δεν το κρύβω— με απωθούσαν κάπως: όχι, όσο πιο πολλά e-book διαβάζεις, τόσο πιο πολύ εξοικειώνεσαι μαζί τους. Αλλά το κάνω κάπως όπως το κάνω και με τα σίριαλ. Όπως το κάνουμε όλοι με τα σίριαλ. «Α, είδα μια τέλεια σειρά». «Ποια;» «Έεε… δεν θυμάμαι. Είδα πολλές. Κάποια με Κινέζους, νομίζω. Πολύ καλή». «Κινέζους ή Γιαπωνέζους;» «Νομίζω Κορεάτες».

Κάπως έτσι.

ΥΓ. Το 1% θα μεγαλώσει σταδιακά, κι αυτό θα είναι καλό για όλους μας. Και γενικώς όλα θα πάνε καλά. Ας μην ανησυχούμε. Ας διαβάζουμε όμως.

H εικόνα είναι φτιαγμένη με το πρόγραμμα ΤΝ Tome.