Βιβλιο

Εξολοθρευτής τεράτων

Καλοκαιρινές ιστορίες (VIII)

Ελένη Σταματούκου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Φωνές στην Πατησίων στις 6 το πρωί. Τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Κρύβομαι για λίγο στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Επιχειρώ να μπω μέσα, αλλά η πόρτα είναι κλειδωμένη. Πατάω τα θυροτηλέφωνα, καμία απάντηση. Είμαι άοπλη και αυτός πλησιάζει, ακούω τα βήματα του. Αυτό ήταν έχει έρθει το τέλος μου, σκέφτομαι και μπήγω τα νύχια μου μέσα στην παλάμη μου. Και εκεί που έχω χάσει τις ελπίδες μου, περνάει ξαφνικά από μπροστά μου ένα πράσινο ταξί. Κάνω νόημα στον οδηγό και εκείνος φρενάρει απότομα, μπαίνω γρήγορα μέσα και κλείνω την πόρτα. Ανοίγω το παράθυρο και κοιτάζω το δρόμο, ο μεθυσμένος βρικόλακας είναι ακόμα εκεί.

«Τι κάνεις τέτοια ώρα εκεί έξω;» με ρωτάει ο ταξιτζής απορημένος. «Ήταν από αυτά τα σουρεάλ βράδια της Αθήνας», του απαντάω. Ακόμα μια ιστορία στο βιογραφικό μου να διηγηθώ. Με λένε Μυρτώ και είμαι εξολοθρευτής τεράτων. Τις νύχτες φοράω τη στολή μου και προσπαθώ να σώσω την πόλη από το κακό. Θα ήθελα πολύ να είμαι σούπερ ήρωας. Κάθε βράδυ θα πέταγα με την κόκκινη μπέρτα μου και το ξύλινο σπαθί μου πάνω από τις πολυκατοικίες της Αθήνας, θα έσωζα τους δειλούς κεραμιδόγατους που θα φοβούνταν να κατέβουν από τα δένδρα και θα βοηθούσα τις γιαγιάδες και τους παππούδες να περάσουν το δρόμο.

Δυστυχώς όμως δεν κάνω τίποτα από αυτά, απλά τα πρωινά δουλεύω ως σερβιτόρα στο μικρό καφέ της γειτονιάς μου και τα απογεύματα σχεδιάζω κόμικς και στέλνω βιογραφικά σε δημιουργικά γραφεία, κανείς όμως δε θέλει να προσλάβει κάποια που σχεδιάζει σούπερ ήρωες. Πριν λίγα λεπτά γλύτωσα από ένα αποτυχημένο ραντεβού στα τυφλά που μου κανόνισε η φίλη μου η Κατερίνα.

«Γιατί έτρεχες έτσι;» με ρώτησε ο ταξιτζής. «Γλύτωσα από έναν βρικόλακα» του απάντησα χαμογελώντας. Εκείνος αφού με επεξεργάστηκε καλά μέσα από τον καθρέπτη, και βεβαιώθηκε ότι δεν απειλείται η ζωή του χαλάρωσε και άνοιξε το ραδιόφωνο. «Με λένε Πέτρο», μου συστήθηκε και με κέρασε ένα τσιγάρο από την άσπρη κασετίνα του. «Χάρηκα κ. Πέτρο. Εμένα με λένε Μυρτώ» του είπα. «Ωραίο όνομα έχεις» είπε εκείνος και άρχισε να μου μιλάει για τη ζωή του, τη γυναίκα του την Πηνελόπη που τη γνώρισε στα 16 και το γιό τους τον Ορέστη που πηγαίνει Τετάρτη Δημοτικού.

Πριν γίνει ταξιτζής, ήταν νοσηλευτής, μετά έγινε μεσίτης και πριν τρία χρόνια που έχασε τη δουλειά του αποφάσισε να δουλέψει το ταξί του πεθερού του. «Δύσκολα τα πράγματα στην Ελλάδα τώρα με την Κρίση» μου λέει κοιτώντας με μέσα από τον καθρέπτη. Εγώ του χαμογελώ και εκείνος παίρνει θάρρος και μου μιλάει περισσότερο. Όσο μου λέει για την Κρίση, τους απλήρωτους λογαριασμούς και τους παράξενους αθηναίους επιβάτες, εγώ κοιτάζω την πόλη μέσα από το παράθυρο. Η Αθήνα λίγο πριν το ξημέρωμα είναι όμορφη, δε θυμίζει σε τίποτα το τέρας της Κρίσης.

Το ταξί περνάει μέσα από τα στενά της Κυψέλης. Η συνοικία αυτή κάποτε ήταν γεμάτη νεοκλασικά σπίτια με αυλές φυτεμένες με λεμονιές που την άνοιξη γέμιζαν άσπρα ανθάκια και το καλοκαίρι τζιτζίκια που τραγουδούσαν το σκοπό τους. Έχω καιρό να ακούσω τζιτζίκια στην Αθήνα, ένας φίλος μου είπε ότι στην Αθήνα τα τζιτζίκια πέθαναν.

Ο κύριος Πέτρος αναφέρει κάτι για το καλοκαίρι. Φέτος πήγαν οικογενειακώς στη Νάξο, από εκεί κατάγεται η γυναίκα του. Εκείνη θέλει να μετακομίσουν μόνιμα στο νησί για να μεγαλώσουν το παιδί τους στη φύση. «Οι συμμαθητές του δεν έχουν δει ποτέ κατσίκα. Ευτυχώς ο Ορέστης, έχει το όνομα του πατέρα μου, ξέρει όλα τα ζώα, καθώς πηγαίνουμε στο χωριό κάθε Πάσχα και κάθε καλοκαίρι. Μα είναι δυνατόν να μην έχουν δει κατσίκα τα παιδιά στην Αθήνα;» με ρώτησε καθώς προσπερνάγαμε έναν άστεγο που κοιμόταν αγκαλιά με τον σκύλο του. «Λες η ευτυχία να κρύβεται στα απλά πράγματα;» αναρωτήθηκα από μέσα μου. Και όσο ο κύριος Πέτρος μου μιλούσε για τη Νάξο και το καλοκαίρι, εγώ αφαιρούμουν στις δικές μου σκέψεις.

Κάποτε πριν χρόνια όταν έμενα στην Πανόρμου, σε μια άτσαλη πολυκατοικία, με είχε επισκεφθεί μια φίλη Νορβηγίδα. Θα έμενε ένα βράδυ σπίτι μου και την επόμενη μέρα θα φεύγαμε μαζί για κάποιο νησί του Αιγαίου. Θυμάμαι μέσα σε μια νύχτα γυρίσαμε όλη την πόλη. Τότε ακόμα όλοι ήταν χαρούμενοι, τα κορίτσια είχαν λιτά τα μαλλιά και φορούσαν φορέματα με λουλούδια που τα φύλλα τους κρύβονταν μέσα στα πόδια τους. Τα αγόρια με τα άσπρα μακό σου έπιαναν την κουβέντα και σε καλούσαν να πας μαζί τους στο επόμενο μαγαζί και εσύ παράγγελνες το τελευταίο ποτό και πίσω σου ξημέρωνε, να όπως τώρα. Η Νορβηγίδα φίλη γυρνώντας σπίτι εξουθενωμένη άρχισε να παραμιλά για την πόλη και το πόσο αλλόκοτα όμορφη είναι.

Ήθελα να διηγηθώ την ιστορία μου στον κύριο ταξιτζή, να του πω για εκείνο το βράδυ του καλοκαιριού, για το αγόρι που μου άρεσε και δεν τον είδα ποτέ ξανά, για τα τέρατα που πολεμώ κάθε πρωί στη δουλειά και εκείνα που συναντώ τα βράδια στα μπαρ, για τις διακοπές που δεν πήγα, για το χωριό μου, για τον πατέρα μου και τη μάνα μου, για το γύρω του κόσμου που θέλω να κάνω, για τους σούπερ ήρωες που σχεδιάζω, για τα πράσινα ταξί που δεν υπάρχουν στην Αθήνα, για τα τρόλεϊ, τις στάσεις των λεωφορείων, τα τρένα, τα πλοία.

Ήθελα για λίγο να ελαφρύνω το μέσα μου, να βάλω τα κλάματα και να του εξομολογηθώ πως φοβάμαι για το τώρα και το μετά και στο τέλος να γελάσω και να καπνίσω μαζί του ατέλειωτα τσιγάρα, αλλά τον άφησα εκεί στην πρώτη θέση του οδηγού να μου λέει τα δικά του. Πίσω από το κάθισμα του οδηγού θα έπρεπε να υπήρχε κολλημένη μια πινακίδα με οδηγίες που θα έγραφε τα εξής: «Μην ενοχλείτε τον οδηγό είναι απασχολημένος, σκέφτεται το καλοκαίρι. Μην τον ενοχλείτε, έχει τα δικά του. Καπνίστε μαζί του ένα τσιγάρο και πείτε του να δυναμώσει τη φωνή του ραδιοφώνου. Τραγουδήστε μαζί του, πιάστε του την κουβέντα. Ρωτήστε τον, ποια εποχή προτιμά. Να δείτε, θα σας πει για το καλοκαίρι. Μην αγχωθείτε αν χαθείτε. Ας ξεχαστείτε μια φορά. Αυτός μια ζωή προσπερνάει στάσεις και τώρα θέλει να κατέβει».

Με λένε Μυρτώ και είμαι εξολοθρευτής τεράτων, το καλοκαίρι αυτό θα μείνω εδώ να φυλάω την πόλη.