Βιβλιο

Προδημοσίευση: «Καμένη ζάχαρη» της Άβνι Ντόσι

Μια ιστορία αγάπης μάνας-κόρης αιχμηρή σαν λεπίδα, μια διαφορετική οπτική πάνω στην πιο θεμελιώδη σχέση της ζωής μας από τις εκδ. Κλειδάριθμος

A.V. Team
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Προδημοσίευση - «Καμένη ζάχαρη» της Άβνι Ντόσι: Διαβάστε ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα που θα κυκλοφορήσει στις 13 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Το νέο βιβλίο της Άβνι Ντόσι με τίτλο «Καμένη ζάχαρη» έχει κερδίσει το Βραβείο Sushila Devi Award 2021 και είναι υποψήφιο για το Man Booker 2020 και το Women’s Prize for Fiction 2021. Μεταφράζεται σε 25 χώρες, ενώ στην Ελλάδα αναμένεται να κυκλοφορήσεις από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος στις 13 Οκτωβρίου, σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ.

Περίληψη του βιβλίου
«Θα έλεγα ψέματα αν ισχυριζόμουν ότι η δυστυχία της μητέρας μου δεν μου έχει προκαλέσει ποτέ ευχαρίστηση».
Η Τάρα θυμάται το παρελθόν με συγκεκριμένο τρόπο· η Αντάρα το θυμάται εντελώς διαφορετικά. Η κάθε γυναίκα έχει τραύματα που της προξένησε η άλλη. Η καθεμιά φροντίζει τις πληγές της με τη ζηλόφθονη απόλαυση ενός εραστή.
Στα νιάτα της, η Τάρα ήταν ατίθαση. Εγκατέλειψε έναν γάμο χωρίς έρωτα για να πάει σ’ ένα άσραμ, έζησε για λίγο καιρό σαν ζητιάνα (κυρίως για να πικάρει τους εύπορους γονείς της) και πέρασε μερικά χρόνια κυνηγώντας έναν ατημέλητο, άστεγο «καλλιτέχνη» –κι όλα αυτά με την κόρη της μαζί. Τώρα ξεχνάει πράγματα, μπερδεύει τους μισθούς της υπηρέτριάς της, αφήνει όλη νύχτα το γκάζι αναμμένο, και η Αντάρα βρίσκεται αντιμέτωπη με την υποχρέωση να φροντίσει μια γυναίκα που ποτέ της δεν τη φρόντισε.
Ένα βιβλίο για τη μνήμη και τον μύθο, για το πώς οι ιστορίες που λες στον εαυτό σου γίνονται με τον καιρό πιο αληθινές από το ίδιο το πρόσωπό σου στον καθρέφτη. Μια διερεύνηση της ζήλιας, της εμμονής, της προδοσίας, μια ιστορία αγάπης –όχι μεταξύ εραστών, αλλά μεταξύ μητέρας και κόρης. Γεμάτη καυστικό πνεύμα, η Καμένη ζάχαρη ρωτάει πόσα πραγματικά γνωρίζουμε για τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους και, κατ’ επέκταση, για τον εαυτό μας.

Προδημοσίευση: «Καμένη ζάχαρη» της Άβνι Ντόσι (εκδ. Κλειδάριθμος)

Παίρνω την απόφαση να δω τον πατέρα μου, να τον ενημερώσω για τη διάγνωση της μαμάς. Δέντρα κι ενοχλητικοί σκίουροι περικυκλώνουν τη χαμηλή του μονοκατοικία στο Αούντ, στην άλλη άκρη της Πούνε, και τα αεροπορικά γυμνάσια πάνω από το κεφάλι μας κάνουν τα παράθυρα να κροταλίζουν. Στο σαλόνι, ένα μεγάλο επιδαπέδιο ρολόι φτύνει ένα πουλί μαζί με ένα γερμανικό παιδικό τραγουδάκι κάθε φορά που σημαίνει την ώρα.

Τα φρύδια του πατέρα μου ενώνονται στο μέτωπό του λες κι είναι ραμμένα με χοντρή μαύρη κλωστή. «Τηλεφώνησα πέντε έξι φορές χθες.»

Γνέφω καταφατικά. Έχω συνηθίσει τέτοιου είδους επιπλήξεις απ’ αυτόν και πέντε έξι φορές μπορεί να σημαίνουν οποιονδήποτε αριθμό. Δεν ακούω με προσοχή τις λεπτομέρειες όσων λέει. Συνήθως περιορίζομαι σ’ αυτές τις σύντομες επισκέψεις και ξαποστέλνω το πρόσωπό του σε μια γωνία της ψυχής μου.

Καμιά ερώτηση δεν γίνεται ξεκάθαρα. Απαντάω στην επίπληξη της φωνής του: «Ήμουν στον γιατρό με τη μαμά.»

Οι καναπέδες στο σαλόνι είναι τοποθετημένοι όπως σε αίθουσα αναμονής σιδηροδρομικού σταθμού και καθόμαστε ο ένας απέναντι από τον άλλον. Χτυπάει τα χέρια του, περιμένοντας να του πω περισσότερα, κι εγώ σκύβω μπροστά και του δίνω τη γνωμάτευση του γιατρού. Την ανοίγει αργά, χασο μερώντας χωρίς κανένα λόγο με τον εξωτερικό πλαστικό φάκελο, και ξεχωρίζει προσεκτικά τις κολλημένες πλευρές του φακέλου. Όταν ο φάκελος σκίζεται λίγο, αφήνει μια πνιχτή κραυγή σαν να κόπηκε και εξετάζει με πόνο το σκίσιμο. Έπειτα διαβάζει τις σελίδες, κρατώντας το χαρτί μακριά του και προφέροντας άηχα τις λέξεις.

«Θλιβερό, πολύ θλιβερό», αποφαίνεται όταν τελειώνει. «Πρέπει να μου πεις τι μπορώ να κάνω, ή αν χρειάζεται να τηλεφωνήσω κάπου.»

Πετάει τα χαρτιά στο τραπεζάκι δίπλα του και ρωτάει αν θα πιω άλλο λίγο τσάι. Γνέφω αρνητικά και διαλύω με το κουτάλι την πέτσα στο χρώμα της καραμέλας που σχηματίζεται στο φλιτζάνι μου.

«Είναι κρίμα», συνέχισε. «Θα ήθελα να βοηθήσω. Όμως τίποτε απ’ αυτά δεν ήταν δική μου ιδέα.»

Αυτό είναι κάτι σύνηθες και πάντα συνοδεύει μια μομφή –οποιαδήποτε συζήτηση κι αν κάνουμε, απαλλάσσει εξαρχής τον εαυτό του από κάθε ευθύνη ή επιλογή για όλες τις παρελθούσες, παρούσες ή μελλοντικές καταστάσεις. Βασικά, θέλει να αποκρούσει οποιαδήποτε κατηγορία ενδέχεται να του πετάξω. Δεν ξέρει ότι πάντα αδειάζω τις τσέπες μου απ’ όλα αυτά προτού διαβώ το κατώφλι του σπιτιού του και πως, ακόμα κι όταν βρίσκομαι μέσα, ξέρω ότι μια πόρτα άλλου είδους παραμένει κλειστή μπροστά μου.

Αναρωτιέμαι αν πιστεύει στ’ αλήθεια πως δεν είχε επιλογή, αν υπάρχει κάποια απόφαση στη ζωή του για την οποία θα δεχτεί την ευθύνη. Αυτή η μονόπλευρη εξιστόρηση πάντα μου φαινόταν οδυνηρή κι ενδιαφέρουσα, όπως κι η ιδιαίτερη χροιά της φωνής του όταν μιλάει σ’ εμένα. Αναρωτιέμαι ποια φωνή μιλάει μέσα στο κεφάλι του.

Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο δωμάτιο η σύζυγος του πατέρα μου κι εκείνος σταματάει την κουβέντα. Η γυναίκα με αγκαλιάζει και με χτυπάει τρυφερά στην πλάτη. Έρχεται κι ο γιος τους και κάθεται απέναντί μου.

Τα μπράτσα της γυναίκας κρέμονται στα πλευρά της σαν παραμάνες. Το αγόρι δεν είναι πλέον μωρό, όπως τον σκέφτομαι μονίμως, αλλά ένας έφηβος σε μια απροσδιόριστη ηλικία. Δεν μοιάζουμε, εκτός ίσως από τα χρώματά μας. Πάντα πίστευα πως ο πατέρας μου κι η καινούργια του σύζυγος μοιάζουν, είναι κι οι δυο αδύνατοι και μαλλιαροί, σαν λεπτοπλεγμένα πουλόβερ. Χαμογελάω στα τρία εναλλάξιμα πρόσωπα.

Ρωτάω τον αδελφό μου για το κολέγιο και, καθώς απαντάει, παρατηρώ πως βγάζει τρίχες στο πιγούνι του. Σπάνια τον λαμβάνω υπόψη, εστιάζω κυρίως στον πατέρα μου. Και στη σύζυγο. Με δυσκολία βλέπω τα μάτια της μέσα από τα χοντρά πολυεστιακά γυαλιά της.

Καθώς φεύγω, ο πατέρας μου θρηνεί άλλη μια φορά για το στενόχωρο πρόβλημα της μητέρας μου και μου λέει να τον βλέπω πιο συχνά. Το λέει αυτό κάθε φορά που χωρίζουμε, μολονότι περνάνε αναπόφευκτα έξι μήνες πριν από την επόμενη συνάντησή μας.

Επιστρέφοντας στο σπίτι, περνάω από την Μπόουτ Κλαμπ Ρόουντ. Το κουδούνι ηχεί σαν τερέτισμα πουλιών κι ακούω τα παπούτσια μάρκας Bata της γριάς Τσάντα-μπάι να πλαταγίζουν όμοια με λαστιχένιες πάπιες, καθώς έρχεται στην πόρτα. Χαμογελάει με το τρεμουλιαστό σαγόνι της κι ακουμπάει το χέρι της στο μάγουλό μου.

«Φαίνεσαι πολύ κουρασμένη», λέει.

Πηγαίνω στο μπάνιο και πλένω το πρόσωπό μου στον νιπτήρα. Έχει κλίση κι είναι συνδεδεμένος με έναν λοξό σωλήνα –μια μικρή πορσελάνινη δεύτερη σκέψη. Η βρύση πιτσιλάει πολύ και μου βρέχει τα πόδια. Η επένδυση του τοίχου με τα λουλουδάτα πλακάκια είναι τώρα ξεθωριασμένη, γεμάτη γλί τσα κι υγρασία. Γκρίζο νερό κυκλώνει το σιφόνι της αποχέτευσης.

Η Νάνι κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα ντιβάνι, με τρία ασύρματα τηλέφωνα μπροστά της. Με βλέπει και σηκώνει το χέρι της για να με χαιρετήσει. Μοιάζουμε οι τρεις μας, η μητέρα μου, η γιαγιά μου κι εγώ, αν εξαιρέσεις τις διαφορές που έχει χαράξει ο χρόνος. Οι άλλες διαφοροποιήσεις είναι διακριτικές: η γιαγιά μου έχει χοντρούς αστραγάλους και τα μαλλιά της είναι λεία πάνω στο κεφάλι της, με τη χωρίστρα να γυαλίζει σαν λιπαρός παραπόταμος. Η μητέρα μου έχει ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα και βγάζει ένα σωρό μαύρες τρίχες σαν σπόρους μουστάρδας πίσω από τις γάμπες της. Εγώ είμαι η πιο μελαχρινή, με μπούκλες που λασκάρουν μόνο όταν είναι βρεγμένες.

Μόλις κάθομαι, η Νάνι παραπονιέται που σκάβουν το μονοπάτι απ’ έξω για να εγκαταστήσουν μια γραμμή ηλεκτρικού ρεύματος. Λέει ότι είναι απάτη της δημοτικής εταιρείας. Όταν της ζητάω να μου εξηγήσει για τι είδους διαφθορά είναι ένοχη η τοπική κυβέρνηση, κουνάει το κεφάλι της και κοιτάζει αλλού.

«Μεγάλωσα ανασαίνοντας τον αέρα του Γκάντι», ισχυρίζεται. «Δεν μπορώ να φανταστώ τι έχουν οι πληρωμένοι κακοποιοί μέσα στο μυαλό τους.» Τα αγγλικά της είναι διστακτικά, απ’ αυτά που μαθαίνει κανείς από την τηλεόραση κι όχι από τα βιβλία.

Το βλέμμα μου ακολουθεί το δικό της που εστιάζει στο παράθυρο. Ο δρόμος είναι γεμάτος από κακοφτιαγμένες διώροφες μονοκατοικίες και ανθισμένα φλογόδεντρα. Ο ήλιος μπαίνει λαμπερός μέσα στο σπίτι, όπως τις περισσότερες μέρες, ρουφώντας χρώμα από το μπλε κεραμικό πάτωμα.

Αγόρασαν με τον παππού μου αυτό το σπίτι πριν από είκοσι χρόνια από μια ηλικιωμένη γεροντοκόρη παρσίστρια με κρεμασμένα μπράτσα. Η γεροντοκόρη δεν ήθελε να το πουλήσει σε ινδουιστές, μα δεν υπήρχαν άλλες προσφορές. Οι παππούδες μου έφτασαν με τα παλιά τους έπιπλα: τις καρέκλες της γιαγιάς μου φτιαγμένες από έβενο και μεγάλα ντουλάπια της εταιρείας Godrej που ήταν ασφαλή σαν τάφοι (ακόμη κρεμάει τα κλειδιά από ένα σχοινί δεμένο στη μέση της).

Ο Νάνα κι η Νάνι ανυπομονούσαν να μετακομίσουν· στο παλιό τους διαμέρισμα εξακολουθούσαν να κατοικοεδρεύουν φαντάσματα από τις εξωσυζυγικές σχέσεις του παππού μου και τα πολλά παιδιά της Νάνι που γεννήθηκαν νεκρά, κι ήταν καθημερινή δουλειά να ξεφορτώνονται αυτό το συναισθηματικό βάρος. Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι πήγαν σ’ ένα σπίτι που το ένιωθαν στοιχειωμένο από τους νεκρούς προγόνους της προηγούμενης ιδιοκτήτριας –η μητέρα μου είπε ότι αντάλλαζαν τις άσχημες αναμνήσεις τους με μιας ξένης.

Τη μέρα που μπήκαν στο σπίτι, εγώ παρακολουθούσα τους μεταφορείς να διπλώνουν τα δαντελένια τραπεζομάντιλα και μετά να τα πακετάρουν –μια ντουζίνα άντρες που ήρθαν μ’ ένα βαν Tempo Traveller για να μεταφέρουν τις κούτες. Τα ανοιχτά ντουλάπια αποκάλυψαν περιεχόμενα πολλών γενεών: παλιές λάμπες που δεν μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιηθούν, μαυρισμένα ασημένια αντικείμενα, πορσελάνινα σερβίτσια τσαγιού ακόμη στα κουτιά τους. Μια ομίχλη από ιστούς αράχνης σκέπαζε τους γυάλινους πολυελαίους. Οι άντρες σήκωσαν έναν λουλουδάτο καναπέ με βουλιαγμένα μαξιλάρια που μου θύμισε την γκρίζα βαμβακερή φανέλα που φορούσα κάτω από τη σχολική μου στολή. Άφησαν πίσω τη μυρωδιά των σωμάτων τους καθώς τύλιγαν τα έπιπλα σε παλιές κουβέρτες και η ξεχασμένη παρσίστρια ιδιοκτήτρια καθόταν στην αναπηρική της πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο, περιμένοντας τη νοσοκόμα της.

Αυτό συνέβη πολλά χρόνια πριν, ωστόσο το σπίτι έχει την ίδια αίσθηση, με μια ανοίκεια μπόχα κι ένα στρώμα σκόνης.

«Πρέπει να σου μιλήσω για τη μαμά», λέω.
«Τι τρέχει;» ρωτάει η Νάνι.
«Πήγαμε στον γιατρό. Ξεχνάει πράγματα.»
«Επειδή δεν είναι παντρεμένη. Οι γυναίκες ξεχνάνε πράγματα όταν είναι ανύπαντρες.» Έπειτα, η γιαγιά προσθέτει: «Κι άλλωστε, όλοι στην οικογένεια το ’χουμε αυτό. Ο πατέρας της ήταν ξεχασιάρης.»

Ανασηκώνω τους ώμους χωρίς να συμφωνήσω, παρόλο που θυμάμαι τον παππού μου κατά καιρούς να δίνει αφηρημένος την εφημερίδα του στη Νάνι, ξεχνώντας ότι δεν ήξερε να διαβάζει, κι αυτή, θεωρώντας πάντα πως την κορόιδευε, του χτυπούσε το χέρι και έβγαινε θυμωμένη από το δωμάτιο.

«Αυτό είναι διαφορετικό», της εξηγώ. «Τις προάλλες ξέχασε ποια ήμουν.»

Γνέφει και γνέφω κι εγώ, και μοιάζουμε να υπονοούμε πως κάτι έγινε κατανοητό, αν και δεν είμαι σίγουρη τι. Η κακή επικοινωνία προέρχεται από τη λανθασμένη βεβαιότητα. Προβληματίζομαι αν είπα όλη την αλήθεια, ή αν έδωσα σε κάτι ένα νόημα που δεν υπήρξε ποτέ –αν, με δυο τρεις κουβέντες κι ένα νεύμα, έκανα τη μητέρα μου πιο άρρωστη απ’ όσο πραγματικά είναι. Ίσως και να μην είναι κακό αυτό. Ίσως όλοι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, σε εγρήγορση.

Σκέφτομαι αν πρέπει να της πω τι έγινε στο γραφείο του γιατρού, να της ζωγραφίσω την εικόνα του σύννεφου και της αμυλοειδικής πλάκας.

Η Νάνι ακουμπάει το χέρι της στο μάγουλό της. «Έχει παχύνει πάρα πολύ η μάνα σου. Οι κόμποι στα δάχτυλά της πρήστηκαν, έγιναν διπλοί. Πώς θα της βγάλουμε τα χρυσαφικά της όταν πεθάνει;».


Ποια είναι η Άβνι Ντόσι

Η Άβνι Ντόσι γεννήθηκε το 1982 στο Νιου Τζέρσεϊ και τώρα έχει ως βάση της το Ντουµπάι. Το 2013 κέρδισε το Βραβείο Tibor Jones South Asia και το 2014 την υποτροφία Charles Pick στο πανεπιστήµιο East Anglia. Το Καµένη ζάχαρη είναι το πρώτο της µυθιστόρηµα και µεταφρά-ζεται ήδη σε 25 χώρες. Ήταν φαβορί στη βραχεία λίστα του Man Book Prize το 2020, υποψήφιο για το Women’s Prize for Fiction το 2021 και απέσπασε το βραβείο Sushila Devi το 2021. Περισσότερες πληρο-φορίες µπορείτε να βρείτε στο avnidoshi.com.

Η συγγραφέας Άβνι Ντόσι