Βιβλιο

Ο Φόνος του Φεγγαριού: Μία επίκαιρη ιστορία

Με αφορμή την υπερ-πανσέληνο του Μαΐου αλλά και την πρόσφατη καταστρεπτική πυρκαγιά του Σχίνου

Θανάσης Δρίτσας
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο καρδιολόγος, συνθέτης και συγγραφέας Θανάσης Δρίτσας μοιράζεται μια επίκαιρη ιστορία για το ζήτημα της οικολογικής καταστροφής.

Με αφορμή την υπερ-πανσέληνο του Μαΐου αλλά και την πρόσφατη καταστρεπτική πυρκαγιά του Σχίνου που αποτέφρωσε πολλές χιλιάδες στρέμματα ο Θανάσης Δρίτσας παρουσιάζει αποσπάσματα της επίκαιρης μυθιστορίας του που βασίζεται στο θλιβερό ζήτημα της οικολογικής καταστροφής. Η ιστορία με τίτλο «Ο φόνος του φεγγαριού» είχε γραφτεί παλαιότερα πάλι με αφορμή τις καταστρεπτικές πυρκαγιές του 2007. Δυστυχώς ο συνδυασμός ανθρώπινης βλακείας και έλλειψης προληπτικής φροντίδας με διαχρονικές κερδοσκοπικές βλέψεις έχει οδηγήσει σε τακτική επανάληψη εθνικής τραγωδίας.

© Γιώργος Μπούτλας

Είναι νύχτα καλοκαιριού. Πολύ αργά μετά τα μεσάνυχτα, σχεδόν ξημέρωμα, ξύπνησα απρόσμενα, πιθανά από μια ανεπαίσθητη σεισμική δόνηση. Οι αισθήσεις μου όλες ήσαν περίεργα τεταμένες παρά τον βαθύ ύπνο στον οποίο είχα νωρίτερα παραδοθεί. Είχε αρχίσει να δροσίζει μετά από μια πύρινη μέρα του Ιουλίου.

Τότε είδα το φεγγάρι να βυθίζεται αργά στη θάλασσα. Λίγο πρίν ήταν πανσέληνος και το ολογέμιστο στρογγυλό φεγγάρι ήταν αιματοβαμμένο, είχε πάρει ένα βαθύ κόκκινο χρώμα που έμοιαζε και με ώριμη φέτα καρπουζιού. Είδα όμως ξεκάθαρα πάνω στο σώμα του φεγγαριού το ίχνος μιας βαθειάς μαχαιριάς. Ποιός είχε άραγε τολμήσει να μαχαιρώσει το φεγγάρι; Ποιός αδίστακτος φονιάς έβαλε στο νού του και εκτέλεσε το φριχτό αυτό σχέδιο; Κανένας δεν μπόρεσε να βρεί έστω και ένα μάρτυρα του μεγαλύτερου και τραγικώτερου φόνου που έγινε ποτέ. Όλοι εμείς, αδύναμοι, ζητήσαμε βοήθεια στ’ αστέρια που σιωπούσαν προκλητικά.

Τεράστια απώλεια ο χαμός του φεγγαριού γιατί είναι εντελώς αδύνατο να βρεθεί ένα ολόιδιο και νέο φεγγάρι, άλλωστε για το φεγγάρι δεν ισχύει το ουδείς αναντικατάστατος. Το πένθος που γέννησε ο αιφνίδιος θάνατος του φεγγαριού ήταν απερίγραπτο. Αγρότες, ψαράδες, αστρονόμοι και αστρολόγοι, ποιητές, ζωγράφοι και μουσικοί  έκλαιγαν ασταμάτητα για σαράντα μέρες και βάλε. Ποιός είχε άραγε τολμήσει να δολοφονήσει το φεγγάρι ήταν η απορία όλων αλλά κανείς, κανείς δεν μπορούσε να διατυπώσει έστω και μία λογική υπόθεση.

Το αίμα του φεγγαριού είχε χυθεί στη θάλασσα και ο κόσμος βάλθηκε να το μαζέψει επιστρατεύοντας βάρκες και κάθε είδους σκάφος. Ρουφούσαν άπληστα το αίμα του φεγγαριού μέσα από θεόρατες τρόμπες, όπως ακριβώς καθαρίζουν και τις πετρελαιοκηλίδες. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Και το έπαιρναν στα σπίτια για να το μοιράσουν σαν αγιασμό. Το μοίρασαν και στους αρρώστους, που ήσαν πάρα πολλοί και σχεδόν κάθε σπίτι είχε τότε και έναν βαρειά άρρωστο άνθρωπο, για να γίνουν καλά. Έτσι καθώς το αχαλίνωτο πλήθος μάζευε το αίμα, η αρμύρα της θάλασσας ανακατεύτηκε με το φεγγαρίσιο αίμα και τα δάκρυα του όχλου που θρηνούσε για το φεγγάρι. Τότε σαν από ξανακερδισμένο παλιό ένστικτο που είχε ατροφήσει γιά πολλά χρόνια ένα μαζικό τραγούδι, σαν χορωδιακό νέγρικο σπιρίτουαλ, βγήκε από τη ψυχή του μαυρισμένου όχλου και αντήχησε στο νυχτερινό ουρανό:

«Είδα χθες βράδυ το φεγγάρι πληγωμένο να γέρνει ανήμπορο στη θάλασσα του νου,
Είδα το αίμα του στο πέλαγο χυμένο κόκκινη θάλασσα από κόκκινο ουρανό,
Ποιός είναι ο φονιάς που τόλμησε με το μαχαίρι του πληγή ν’ ανοίξει
στο σώμα το αμάραντο του φεγγαριού;
Είδα χθες βράδυ το φεγγάρι ματωμένο να ξεψυχάει περήφανο στην άκρη τ’ουρανού»

Μέρα με τη μέρα μετά το θάνατο του φεγγαριού άρχισαν από τη φύση να ξεφτίζουν τα χρώματα γαλάζιο και πράσινο και κυριάρχησε το βαθύ κόκκινο και ένα επιθετικό κίτρινο. Άρχισαν να κουράζονται τα μάτια των ανθρώπων και έτσι συνέχεια δάκρυζαν γιατί έλειπε το μπλέ και το πράσινο που γαλήνευε το βλέμμα. Ακόμη σιγά σιγά χάθηκαν οι όμορφες μυρωδιές και η ανάσα των ανθρώπων και των ζώων έγινε βαρειά και δύσκολη. Ο αέρας μύριζε βρώμικα και υπήρχε μιά διάχυτη αίσθηση καπνού που πύκνωνε μέρα με τη μέρα. Η αναπνοή όλων δυσκόλεψε αφάνταστα και άρχισαν να φεύγουν από τη ζωή οι άρρωστοι και οι πιό ηλικιωμένοι για τους οποίους δεν υπήρχε καμμιά ελπίδα. Οι νεαρότεροι και οι μεσήλικες άρχισαν και κείνοι να απελπίζονται χωρίς να βρούν καν το κουράγιο να σκεφτούν πως θα αντιδράσουν. Φοβήθηκαν όλοι και για την τύχη του ήλιου και σκέφτηκαν σε μιά στιγμή-αφού τους διαπέρασε μια ανατριχίλα στη σκέψη αυτή-ότι ο αδίστακτος φονιάς του φεγγαριού ίσως προσπαθήσει να σκοτώσει και τον ήλιο η κάποιο από τα μεγάλα αστέρια.

Ψάχνοντας τα αρχαία βιβλία και αφού βυθίστηκαν βαθειά στο νόημα των λέξεων κατάλαβαν οι πιο σοφοί ότι οι  άνθρωποι είχαν ξεχάσει να ζούν μαζί επειδή ο καθένας ακολουθούσε τον δικό του τρόπο και αυτό ήταν η αιτία που έφυγε από τη ζωή τους το Όν. Είχαν καταφέρει να φτιάξουν μηχανές που σκέφτονταν πιό γρήγορα από το ανθρώπινο μυαλό αλλά με τις μηχανές αυτές αυτό που πέτυχαν ήταν να βοηθήσουν κάποιους να πλουτίσουν πολύ γρήγορα και αυτό έκανε βέβαια τους περισσότερους να φτωχύνουν πολύ γρήγορα. Και βέβαια οι πολύ πλούσιοι ήσαν μιά αράδα ενώ οι πολύ φτωχοί αναρίθμητοι. Ετσι η περηφάνεια που φέρνει το χρήμα έκανε τους πλούσιους να σκεφτούν ότι  ήσαν σπουδαίοι και μίλαγαν συνέχεια στον εαυτό τους. Και μιλώντας με τον εαυτό τους κατάληξαν στο συμπέρασμα ότι χρειάζονται μοναχά δυό λέξεις για να γίνουν απόλυτοι άρχοντες του κόσμου, μόνο οι λέξεις Πουλάω και Αγοράζω. Καμμία άλλη λέξη δεν φάνηκε χρήσιμη στους ισχυρούς προκειμένου να κυβερνήσουν τον κόσμο. Και έδωσαν εντολές να εξαφανίσουν τις υπόλοιπες λέξεις από τα λεξικά και απαγόρευσαν στούς πολλούς να προφέρουν ακόμη και να σκέπτονται άλλες λέξεις εκτός από τις αυτές τις δύο: Πουλάω και Αγοράζω.

© Γιώργος Μπούτλας

Έτσι ξέχασαν όλοι σιγά-σιγά τις περισσότερες λέξεις και χάθηκε η δύναμη των λέξεων που γεννά όλες τις αληθινές γλώσσες. Επειδή χάθηκαν οι λέξεις, χάθηκαν τα νοήματα, τα χρώματα, οι μυρωδιές και οι άνθρωποι ξέχασαν ακόμη και το πρόσωπο τους. Κοίταζαν τις φωτογραφίες τους και δεν γνώριζαν ούτε τους εαυτούς τους ούτε τους άλλους.

Μιά βαρειά αρρώστια της μνημοσύνης είχε απλωθεί σ’ολόκληρη τη γή. Οι σοφότεροι, όπως οι Προφήτες και οι Μύστες, είχαν καταδικαστεί στην εξορία και τη μοναξιά που βίωναν όσοι είχαν γνωρίσει την αλήθεια και την ανιδιοτελή αγάπη του Όντος για τον πλανήτη. Ξεψαχνίζοντας τα λεξικά ταξίδεψαν χιλιάδες χρόνια πίσω και με τη βοήθεια των  αρχαίων σοφών ξανακατάλαβαν πως έφυγαν από την αληθινή τους φύση και ακόμη ότι ο φόνος του φεγγαριού ήταν αποτέλεσμα λήθης και αλλαζονείας. Κατάλαβαν ότι δεν είχε σημασία να βρούν και να τιμωρήσουν το δολοφόνο του φεγγαριού γιατί όλοι τους είχαν κατρακυλήσει σε τέτοιο σημείο ώστε με τη βοήθεια μόνο των δύο λέξεων, Πουλάω και Αγοράζω, οποιοσδήποτε θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει σκοτώσει το φεγγάρι.

Είχε όμως περάσει τόσος χρόνος και είχε απλωθεί τόσο πολύ η επιδημία της αρρώστιας της μνημοσύνης ώστε θα τους ήταν εξαιρετικά δύσκολο να μάθουν πάλι να καταλαβαίνουν και να αρθρώνουν τις λέξεις. Η αρρώστια της μνημοσύνης ήταν άμεσα συνδεδεμένη, σε ένα φαύλο κύκλο, πρώτα με την αρρώστια του Εγώ και μετά με την αρρώστια των δύο λέξεων Πουλάω και Αγοράζω. Αν κάποιος έπασχε απο την μια αρρώστια τότε κάποια στιγμή θα εμφάνιζε και τις άλλες δύο και αντίστροφα. Οι γιατροί-οι Αργυροί όπως τους φώναζαν- ήσαν πολύ αδύναμοι και δεν μπορούσαν να κάνουν καλά κανένα άρρωστο γιατί εκείνοι είχαν αρρωστήσει βαρύτερα απ’ όλους από την αρρώστια του «Πουλάω και Αγοράζω» και έτσι τους άλλαξαν το όνομα από Ανάργυρουςκαι τους φώναζαν πλέον Αργυρούς.

Κατάλαβαν όλοι ότι έπρεπε να προσπαθήσουν να γυρίσουν το ρολόι πίσω στο εμβρυικό στάδιο της ανθρώπινης ύπαρξης, εκεί όπου άρχισαν να γεννιώνται οι λέξεις, για να κατανοήσουν την αλήθεια που είπε το Ον. Έπρεπε να μάθουν να συλλαβίζουν από την αρχή τις λέξεις, όπως τα νήπια, για να νοιώσουν τη σημασία που είχαν οι λέξεις για τη ζωή τους. Έπρεπε ν’αρχίσουν πάλι απ’ την αρχή, αν ήθελαν να σώσουν τον ήλιο, τ’ αστέρια, τους ωκεανούς και τα μεγάλα δάση από τον ίδιο η έναν άλλο δολοφόνο. Ακόμη είχαν απόλυτα καταλάβει ότι έπρεπε να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με το Ον. Ο γυρισμός πίσω στο δρόμο που τους είχε δείξει το Ον θα ήταν πολύ αργός και δύσκολος και αν πραγματικά  ήθελαν να επιβιώσουν έπρεπε να τον ακολουθήσουν για να ξαναβρούν τη δύναμη του λόγου.

© Γιώργος Μπούτλας

(ΥΓ): Οι τρείς εικόνες που πλαισιώνουν το παρόν κείμενο αποτελούν πρωτότυπα εικαστικά έργα του Γιώργου Μπούτλα για την εικονογράφηση της ιστορίας του Θανάση Δρίτσα. Η πλήρης έκδοση της ιστορίας «Ο φόνος του φεγγαριού» περιέχεται στο βιβλίο του Θανάση Δρίτσα με τίτλο «Κωδικός Μπλέ: ιστορίες στα όρια ζωής και θανάτου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος.