Βιβλιο

«Ο σκύλος μου ο ηλίθιος» του Τζον Φάντε

Θα μπορούσα να έχω πάρει ένα σκύλο. Μα πήρα ένα βιβλίο που μιλάει για έναν σκύλο

Άρης Σφακιανάκης
ΤΕΥΧΟΣ 768
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Παρουσίαση του βιβλίου «Ο σκύλος μου ο ηλίθιος» του Τζον Φάντε, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δώμα

Θα έπρεπε να έχω πάρει ένα σκύλο. Έχω προσέξει ότι οι σκύλοι είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μαζεύουν τα like όπως ένας μαγνήτης τα ρινίσματα σιδήρου. Θα μπορούσα να υιοθετήσω ένα τσόου τσόου, να βγάζει εκείνη τη μωβ γλώσσα του σα να λέει, «Ιδού, αφεντικό, είμαι ένας ιδανικός σαλιωτής γραμματοσήμων». Ή, μια πιο φτηνή λύση, θα μπορούσα να πάρω ένα παγκ μ’ εκείνο το μελαγχολικό βλέμμα να με κοιτάζει καρτερικά ίδιο ο γέρο-φιλόσοφος Σενέκας – σα να με παρηγορεί πως μια αναποδιά είναι η ζωή, θα περάσει.

Μα πού θα άφηνα τον σκύλο μου; Ταξιδεύω συχνά στο εξωτερικό. Τέλος πάντων, ταξίδευα. (Για την ώρα περιμένω το εμβόλιο όπως ο Μπέκετ τον Γκοντό). Πού θα αφήνω τον σκύλο μου ενώ εγώ θα λαχανιάζω στο Μάτσου Πίτσου; Υπήρχε ωστόσο και κάτι άλλο που με συγκρατούσε από την απόκτηση οικόσιτου σκύλου. Η μεγάλη πιθανότητα να απολαμβάνει εκείνος περισσότερους followers απ’ ό,τι εγώ. Πράγμα που θα ήταν μεγάλο πλήγμα για τον εγωισμό μου.

Ο ήρωας του Τζον Φάντε δεν έχει τέτοια θέματα. Μπορεί βέβαια να είναι συγγραφέας –όπως κι εγώ– αλλά αντί να ζει σε διαμέρισμα –όπως εγώ– ζει σ’ ένα σπίτι με άπλετο κήπο όπου ένα σκυλί μπορεί να σουλατσάρει ανέμελα και να κρύβει τα κόκαλά του στο χώμα. Επίσης, σε αντίθεση με μένα, ο ήρωας του Φάντε γράφει σενάρια για το Χόλιγουντ και δεν ταξιδεύει πια. Οπότε, δεν έχει πρόβλημα πού να αφήσει τον σκύλο του. Χώρια που έχει τέσσερα παιδιά και μια γυναίκα – για να κρατήσουν τον σκύλο, αν χρειαστεί. Είναι απολαυστικός ο ήρωας του Φάντε. Σαρκάζει πικρόχολα τους πάντες και τα πάντα. Λέει για τα τέκνα του: «Είχα τέσσερα παιδιά που το καθένα τους, ή και τα τέσσερα μαζί, θα τα αντάλλαζα μετά χαράς για μια καινούργια Πόρσε ή έστω ένα MG GT του ’70».

Είναι αλήθεια πως τα παιδιά του δεν είναι ακριβώς κελεπούρια. Μα πάλι, εγώ δεν θ’ άλλαζα την κόρη μου με καμιά Πόρσε – ίσως με ένα penthouse στο Μανχάταν.

Όποιος έχει διαβάσει τον Τζον Φάντε, όποιος έχει εθιστεί στα γραφτά του, όποιος φυλάει σαν θησαυρό στη βιβλιοθήκη του το «Ρώτα τον άνεμο» ή το «Μπαντίνι», έχει με τούτο το μυθιστόρημα την ευκαιρία να απολαύσει για μια ακόμη φορά τη δύναμη της γραφομηχανής του. Είναι ένα έξοχο μυθιστόρημα, εξόχως αυτοβιογραφικό –όπως όλα τα βιβλία του εξάλλου– κι ως τον πυρήνα του ποτισμένο με τη θέληση του δημιουργού να πει τα πράγματα με το όνομά τους: «Η γαλήνη. Τι είναι η γαλήνη; Η γυναίκα μου μένει στην ανατολική πλευρά του σπιτιού κι εγώ στη βόρεια. Μας χωρίζουν τρεις κρεβατοκάμαρες».

Η αρχιτεκτονική της γραφής του θυμίζει λαϊκό μάστορα. Δεν υπάρχουν εδώ οι τερατόμορφες υδρορρόες της Παναγίας των Παρισίων ούτε οι δαντελωτές κορυφώσεις της Φαμίλια Σαγράδα. Πρόκειται για ένα οκταγωνικό πύργο όπου κανένα λιθάρι δεν εξέχει. Είναι ο συγγραφέας που γέννησε τον Χέμινγουεϊ και τον Μπουκόφσκι.

Ο ήρωας του Φάντε συναντάει ένα βράδυ βροχερό έναν θηριώδη σκύλο, ένα γιαπωνέζικο Ακίτα. Και τον βάζει στο σπίτι.

Θα μπορούσα να έχω πάρει ένα σκύλο. Μα πήρα ένα βιβλίο που μιλάει για έναν σκύλο. Εδώ που τα λέμε, είναι η καλύτερη απόφαση που πήρα τελευταία.