Βιβλιο

Ξενοφών Κοντιάδης: Ο κόσμος μετά τον Covid-19

Βιβλίο που ενεργοποιεί τον επιστημονικό, κοινωνικό & πολιτικό διάλογο προτάσσοντας την ανάγκη σεβασμού των δικαιωμάτων & των αρχών του δημοκρατικού κράτους δικαίου.

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 745
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Ξενοφώντα Κοντιάδη «Πανδημία, βιοπολιτική και δικαιώματα - Ο κόσμος μετά τον Covid-19», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Γράφει ο Κυριάκος Σουλιώτης*


Η πανδημία Covid-19, η οποία ξεκίνησε από την Κίνα και σε μικρό χρονικό διάστημα εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον πλανήτη απειλώντας το σύνολο του πληθυσμού, ανέδειξε, μεταξύ άλλων, μια «νέα πραγματικότητα», στο πλαίσιο της οποίας επανεξετάζονται ζητήματα που άπτονται σχεδόν κάθε πτυχής του δημόσιου και ιδιωτικού βίου. Η νέα ατζέντα περιλαμβάνει μια σειρά από θέματα, τα οποία αφορούν στην παγκοσμιοποίηση και τις επιπτώσεις της, τα μέτρα προστασίας της υγείας του πληθυσμού και τα όριά τους, τους τρόπους αποκατάστασης των απωλειών σε οικονομικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο, την επιτήρηση των πολιτών σε σχέση με τον σεβασμό της ιδιωτικότητάς τους, ακόμα δε και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών.

Όχι αδίκως, καθώς η πανδημία «αποτέλεσε την αφορμή για την εφαρμογή ενός νέου παραδείγματος βιοπολιτικής ρύθμισης σε πλανητικό επίπεδο», όπως επισημαίνει ο Ξενοφών Κοντιάδης στον Πρόλογο του νέου του βιβλίου με τίτλο: «Πανδημία, βιοπολιτική και δικαιώματα - Ο κόσμος μετά τον Covid-19», προετοιμάζοντας με τον τρόπο αυτό τον αναγνώστη για το εύρος των θεμάτων που προσεγγίζει σε αυτό. Θεωρώντας την πανδημία «καταλύτη ενός νέου βιοπολιτικού υποδείγματος», ο συγγραφέας αναλύει με κριτική διάθεση και έντονο σκεπτικισμό τη διαχείρισή της, αναγνωρίζοντας το πολιτικό και κοινωνικό εκτόπισμα που της προσδίδει το γεγονός ότι προκάλεσε την επιβολή περιορισμών σε τέσσερα δισεκατομμύρια ανθρώπους.

Ωστόσο, ο Ξ. Κοντιάδης δεν θεωρεί ότι όλα τα συστατικά της πολιτικής και των πρακτικών που υιοθετήθηκαν με αφορμή και χάρη στην πανδημία αποτελούν κάτι νέο, καθώς πολλά από αυτά προϋπήρχαν και η πανδημία αποτέλεσε απλά τον «επιταχυντή» για την περαιτέρω εφαρμογή τους. Σημαντικό δε παράγοντα για την τοποθέτηση της πανδημίας «στο επίκεντρο των πάντων», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, αποτέλεσε κατ’ αρχάς το εύρος των χωρών και του πληθυσμού που απειλήθηκε και εξακολουθεί να απειλείται από αυτήν και, συνακόλουθα, ο πλανητικός φόβος που προκάλεσε. 

Στο περιβάλλον δε αυτό, είμαστε μάρτυρες μιας αντίφασης: μολονότι η πανδημία έπληξε όλες τις χώρες του κόσμου, ανεξάρτητα από τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά τους, η αντιμετώπισή της αποτέλεσε κατά βάση υπόθεση των εθνικών κρατών. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις διάφορες εκδοχές διαχείρισης της πανδημίας, σημειώνοντας ότι κοινό χαρακτηριστικό αυτών αποτέλεσαν ο φόβος και ο τεχνοκρατικός - υγειονομικός λόγος, χαρακτηριστικά στα οποία επιχειρήθηκε η θεμελίωση των μέτρων περιορισμού των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών. Ειδικά ως προς αυτό, στο βιβλίο γίνεται εκτενής αναφορά στην απο-πολιτικοποίηση των κρατικών αποφάσεων και στην υποχώρηση των ιδεολογικών τους αναφορών, έναντι των κυρίαρχων, σε αυτή τη συγκυρία, συστάσεων των «ειδικών». 

Κατά πόσο, όμως, ήταν επιβεβλημένη μια τέτοια διαχείριση υπό συνθήκες κατάστασης ανάγκης και έκτακτων συνθηκών; Μήπως η πανδημία ήταν το πρόσχημα για την επιβολή μέτρων συρρίκνωσης των ατομικών ελευθεριών, τα οποία ήταν στην ατζέντα της πολιτικής εξουσίας αλλά τελούσαν υπό καταστολή και, με αφορμή την πανδημία, θα αποτελέσουν μια μόνιμη κατάσταση; Αν όχι, υπάρχουν επαρκείς θεσμικές εγγυήσεις για την επαναφορά της κανονικότητας και των ελευθεριών με την υποχώρηση του κινδύνου π.χ. με τη διάθεση φαρμάκων και εμβολίων;  

Σε όλα αυτά τα ερωτήματα ο συγγραφέας τοποθετείται μέσω πολλαπλών προσεγγίσεων. Μία πολύ ενδιαφέρουσα οπτική για την ανάγνωση της πανδημίας και την αξιολόγηση του τρόπου αντιμετώπισής της καταθέτει με την ανάλυση των βασικών χαρακτηριστικών του «κοινωνικού κράτους πρόληψης». Στο πλαίσιο αυτό, το κράτος πρόληψης αντιπαραβάλλεται με το κοινωνικό κράτος, υπό την έννοια ότι τα πεδία παρέμβασης του πρώτου προσανατολίζονται σε λειτουργίες θωράκισης απέναντι σε απρόβλεπτους κινδύνους και εμπεριέχουν περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων ενώ το δεύτερο προσανατολίζεται σε λειτουργίες αναδιανεμητικού χαρακτήρα, οι οποίες προϋποθέτουν τη διασφάλιση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Διαπιστώνει δε μια συνάντηση των δύο αυτών διαστάσεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας, την οποία πολύ ευρηματικά τεκμηριώνει στη «συνύπαρξη του επιδημιολογικού με τον κατασταλτικό λόγο στην καθημερινή ενημέρωση των 18:00».

Μεταφέροντας τη συζήτηση στο προνομιακό γι’ αυτόν πεδίο των δικαιωμάτων και της συνταγματικής επιστήμης, ο Ξ. Κοντιάδης διατυπώνει το ερώτημα αναφορικά με την ύπαρξη «ιεραρχικά ανώτερων δικαιωμάτων», των οποίων η προάσπιση επιτρέπει την υποχώρηση των άλλων. Αναγνωρίζει ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στα δικαιώματα στο πλαίσιο της διαχείρισης της πανδημίας θεμελιώνονται στην προστασία της υγείας, στο πλαίσιο της οποίας προβλέπονται τόσο θετικά μέτρα πρόληψης όσο και απαγορεύσεις ενεργειών που τη θέτουν σε κίνδυνο. Επιπλέον, υπογραμμίζει την υποχρέωση του κράτους να λάβει τα κατάλληλα μέτρα τόσο για τον περιορισμό του αριθμού των κρουσμάτων όσο και για την κάλυψη όσων νοσήσουν. Ειδικά ως προς τη δεύτερη διάσταση της υποχρέωσης του κράτους για την προάσπιση του δικαιώματος στην υγεία, ο συγγραφέας παίρνει ξεκάθαρη θέση απέναντι στα διλήμματα με τα οποία βρέθηκαν αντιμέτωποι οι γιατροί της πρώτης γραμμής σε αρκετές χώρες –κυρίως λόγω του μεγάλου σε σχέση με τις αντοχές του συστήματος αριθμού των κρουσμάτων– σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «ανάξιες μορφές ζωής δεν υπάρχουν σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου».

Ο συγγραφέας διαπιστώνει τη ραγδαία υποχώρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων την περίοδο της πανδημίας και εκφράζει την ανησυχία του απέναντι σε ενδεχόμενη επικράτηση αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης, με πρόσχημα την ανάγκη διαχείρισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Παραθέτει αναλυτικά τις θέσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του σχετικού διαλόγου και διατυπώνει με σαφήνεια τη δική του απάντηση απέναντι στις ενστάσεις αντισυνταγματικότητας που εκφράστηκαν στη χώρα μας, καταλήγοντας στο ότι «ανεκτοί κατά το Σύνταγμα είναι οι περιορισμοί εφόσον οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις έχουν γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα, δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος και σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή περιλαμβάνουν μέτρα κατάλληλα, αναγκαία και εν στενή εννοία ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, σχετίζοντας το κόστος με το όφελος». Επιπλέον, σημειώνει την κρισιμότητα της προσωρινότητας των μέτρων, της ευρείας συναίνεσης των ειδικών επιστημόνων ως προς αυτά και του σεβασμού της αρχής της ισότητας, υπό την έννοια της ισότητας ενώπιον των περιορισμών.

Το βιβλίο, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην πολιτική, θεσμική-συνταγματική και επιχειρησιακή προσέγγιση της πανδημίας. Ο συγγραφέας φωτίζει και τις επιπτώσεις που έχει ή ενδέχεται να έχει η εξάπλωση των τεχνολογιών επιτήρησης και η υιοθέτησή τους, στο δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Παραθέτει παραδείγματα από χώρες οι οποίες εφάρμοσαν τέτοιες πολιτικές κατά τη διάρκεια της πανδημίας και διατυπώνει σοβαρότατες επιφυλάξεις απέναντι σε ενδεχόμενη γενικευμένη παρακολούθηση του πληθυσμού για την αντιμετώπιση π.χ. μιας πανδημίας, επικαλούμενος την αρχή της αναλογικότητας. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ξ. Κοντιάδης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «σε συνθήκες πανδημίας ο δημόσιος χώρος αδειάζει», καθώς επιβάλλεται μια «υποχρεωτική ιδιώτευση», η οποία καταλήγει σε «δέσμια απομόνωση». 
Ο συγγραφέας αν και παρουσιάζει, πολύ εύστοχα, την πανδημία ως «τέκνο της παγκοσμιοποίησης», υπογραμμίζει ότι κατά την αντιμετώπισή της δεν προέκυψαν οι απαραίτητες, στο πλαίσιο αυτού που αποκαλούμε «παγκόσμια δημόσια υγεία», διεθνείς συνεργασίες και πρακτικές αλλά, αντιθέτως, αναδύθηκαν παρωχημένες μορφές κρατικού παρεμβατισμού. Μία ακόμα συνέπεια της πανδημίας συνίσταται στην περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, ζήτημα στο οποίο ο Ξ. Κοντιάδης αφιερώνει μεγάλο μέρος της ανάλυσής του. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η επισήμανσή του σχετικά με την αλλαγή των κριτηρίων κατάταξης ανάμεσα στα κράτη, καθώς, την περίοδο της πανδημίας, η σύγκρισή τους με βάση των αριθμό των κρουσμάτων και των θανάτων επισκίασε κάθε άλλη προσέγγιση. Βεβαίως, προσθέτει ότι τον διεθνή έπαινο και τις λίγες στιγμές «(πανωλε)θριάμβου» αναμένεται να διαδεχτούν η «επιστροφή στην υπερχρεωμένη πραγματικότητα την οικονομική δυσπραγία και την κοινωνική τους μιζέρια».

Τέλος, ο Ξ. Κοντιάδης υπενθυμίζει ότι η πανδημία έπληξε τα συστήματα υγείας σε συνέχεια των πιέσεων που άσκησε σε αυτά η οικονομική κρίση και προτείνει την ενίσχυση και αναδιοργάνωση των υπηρεσιών δημόσιας υγείας. Θεωρεί ότι στη χώρα μας η υγειονομική κρίση αποκάλυψε αφενός τα ελλείμματα του ΕΣΥ και αφετέρου τις αστοχίες σε άλλα πεδία δημόσιων πολιτικών, όπως π.χ. το προσφυγικό, όπου η επιλογή της κοινωνικής αποστασιοποίησης δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική στις συνθήκες που επικρατούν στις δομές φιλοξενίας των προσφύγων και των μεταναστών. Επιπλέον, τονίζει ότι η πανδημία βρήκε την Ευρωπαϊκή Ένωση  αντιμέτωπη με μια βαθιά κρίση που επιδεινώνεται διαρκώς από τη ραγδαία άνοδο του εθνολαϊκισμού, του ρατσισμού και του αντιευρωπαϊσμού, ο οποίος μάλιστα, όπως σωστά σημειώνει ο συγγραφέας, καλλιεργείται τόσο από την ακροδεξιά όσο και από ένα μέρος της Αριστεράς. Προσθέτει δε ότι η πανδημία αποτελεί ίσως την τελευταία ευκαιρία για εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με ενίσχυση της κοινωνικής της διάστασης.

Αναμφίβολα, το νέο βιβλίο του Ξ. Κοντιάδη είναι επίκαιρο. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος αναφέρει, «γράφτηκε με αφορμή την πανδημία και χάρη σε αυτήν». Όμως δεν είναι απλά ένα ακόμα κείμενο για «το θέμα που απασχολεί όλον τον πλανήτη». Η προσέγγιση που επιχειρεί στο θέμα της πανδημίας είναι πρωτότυπη, διακρίνεται για τον πλουραλισμό της και συμβάλλει στην ερμηνεία των πολιτικών και κοινωνικών συμπεριφορών που εκδηλώθηκαν κατά τη διάρκειά της. Η σημαντικότερη ίσως συμβολή του είναι ότι ενεργοποιεί τον επιστημονικό, κοινωνικό και πολιτικό διάλογο σε κατευθύνσεις πέραν των επιδημιολογικών και επιχειρησιακών διαστάσεων της υγειονομικής κρίσης, προτάσσοντας την ανάγκη σεβασμού των δικαιωμάτων και των αρχών του δημοκρατικού κράτους δικαίου.  


* Ο Κ.Σ. είναι αν. καθηγητής Πολιτικής Υγείας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου