Βιβλιο

Μένιος Σακελλαρόπουλος: «Θα γράφω όσο αναπνέω»

Μετά από πολλά χρόνια στη δημοσιογραφία, τον κέρδισε η συγγραφή και μετράει ήδη 16 βιβλία

Γιούλη Τσακάλου
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συνέντευξη με τον Μένιο Σακελλαρόπουλο για τη δημοσιογραφία, τη συγγραφή, τα βιβλία του και τη ζωή του.

Αυτό που κάνει ξεχωριστό τον Μένιο Σακελλαρόπουλο είναι ότι διαθέτει αστείρευτο χιούμορ, ευαισθησία, αισιοδοξία, αυθορμητισμό όραμα και, το κυριότερο, είναι Πανάθας (χαμόγελο). Όταν τον συναντώ αισθάνομαι να ζωγραφίζεται σχεδόν πάντα στο πρόσωπό μου ένα τεράστιο χαμόγελο... Τον ευχαριστώ γι' αυτό.

Κύριε Σακελλαρόπουλε, θέλω να αρχίσω αυτή τη συνέντευξη με μια προσωπική ερώτηση. Αφενός γιατί γράφετε και αφετέρου αν θα συνεχίσετε να το κάνετε.
Γράφω γιατί ζω, αναπνέω, γεμίζω μέσα μου, κάνω ψυχανάλυση στον εαυτό μου, ταξιδεύω με το βιβλίο, χαϊδεύω την ψυχή μου, ψάχνω τα όριά μου, δίνω εικόνες στον κόσμο, προσπαθώ να τον βάλω σε κλειστές πόρτες, ανασαίνω. Γράφω για να προσεγγίσω κάπως αυτή την τέχνη, γράφω γιατί από μικρό παιδί λάτρευα το παιχνίδι των λέξεων, έχω μαζέψει εκατομμύρια. Και θα γράφω όσο αναπνέω, ελπίζω σε ένα υπέροχο χωριό, σε ένα σπίτι με σοφίτα. Ή και χωρίς, αν δεν τα καταφέρω. Κι αν επιζήσουμε, έτσι; Γράφω γιατί λατρεύω τις ιστορίες και τους ήρωές μου, που με σέρνουν από το μανίκι, πολλές φορές και στον ύπνο μου.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Σπουδές Νομικής, 40 συνεχόμενα χρόνια δημοσιογραφίας στην πρώτη γραμμή, τηλεόραση, ραδιόφωνο, τύπος. Η λογοτεχνία και η συγγραφή πώς μπήκε στη ζωή σας;
Η Νομική ήταν ο στόχος από την πρώτη τάξη του γυμνασίου. Με μάγευαν τα δικαστήρια, οι ανεξιχνίαστες υποθέσεις, οι αγορεύσεις των συνηγόρων, όλος αυτός ο κόσμος νόμων κι αστυνόμων. Αλλά στα δεκαπέντε μου ανακάλυψα ότι με τραβούσε σαν μαγνήτης κι ένας ακόμα ρόλος. Αυτός του ρεπόρτερ. Ήταν κάτι μαγικό στο μυαλό μου, αναστάτωνε τον ύπνο μου. Με φανταζόμουν να είμαι εκεί που γράφεται κατά κάποιο τρόπο η ιστορία. Φλεγόμουν μέσα μου. Ε, στα 16 μου, μαθητής λυκείου, ανηφόρισα με τα πόδια από τον Πειραιά στην Αθήνα για να κυνηγήσω το όνειρό μου. Κι έπεσα σε έναν μέγιστο εφημεριδά, τον αείμνηστο Θόδωρο Νικολαΐδη στο ΦΩΣ, όπου του ζήτησα να με προσλάβει. Οποίο θράσος! Κι όταν με ρώτησε «τι είσαι συ, ρε», ήξερα τι να πω. «Τίποτα δεν είμαι αλλά θέλω να γίνω. Αφήστε με να δοκιμάσω». Έτσι ξεκίνησαν όλα. Στα 16 μου, με ένα κυνήγι ονείρου. Κι από τότε μετράω πια 41 χρόνια σε αυτή τη μαγική δουλειά αλλά νιώθω σαν να κύλησαν μόλις λίγα χρόνια από τότε. Και, δεν μπορεί, είμαι ευλογημένος, αφού όχι μόνο παραμένω στις επάλξεις αλλά κατάφερα να βρεθώ στα μεγαλύτερα Μέσα της χώρας, έντυπα και ηλεκτρονικά, οποία τιμή. 
Κι εκεί, εντελώς ξαφνικά, θέλησα να μπω και σε μια άλλη βαρκούλα που επίσης με μάγευε, τη συγγραφή. Να ξεφύγω από το σκληρό ροκ του ρεπορτάζ, εκεί που όλα ήταν πολύ άγρια, και να βαδίσω σε καθάρια νερά, να πω ιστορίες που είχα στο μυαλό μου. Ήθελα να πω διάφορες ιστορίες, ήταν ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Πρώτο βιβλίο –μετά φόβου Θεού- το 2003, σε λίγες μέρες τελειώνω το δέκατο έβδομο. Δεκαεπτά χρόνια, δεκαεπτά βιβλία. Βλέπω καμιά φορά το ράφι της βιβλιοθήκης μου, μοιάζει με όνειρο.

Το χάρισμα της περιγραφής ως αθλητικός αναλυτής το είχατε από παιδί; Όλοι, σας αναγνωρίζουμε απο τη χροιά της φωνής σας, και κυρίως οι Παναθηναϊκοί. Σωστά;
Από παιδί στον ύπνο μου έβλεπα φωτιές. Έτσι δεν τραγουδάει ο Γιώργος Νταλάρας; Ας το πάω έτσι λοιπόν. Ότι όλοι έχουμε γραμμένο που το λένε πεπρωμένο κι ο καθένας το παλεύει όπως ξέρει και μπορεί. Ε ναι, λοιπόν, λάτρευα τα σπορ, έπαιζα, παρακολουθούσα, ήξερα ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα και τον κόσμο σε όλα τα αθλήματα. Κι εκεί, στο γυμνάσιο, αποφάσισα –διαβάζοντας τις εφημερίδες της εποχής– ότι μπορώ να τα καταφέρω. Πάλεψα πολύ γι’ αυτό, κανείς δεν μου έδωσε τίποτα στο χέρι. Κι όταν στα 20 μου ήμουν επαγγελματίας στην πρώτη εφημερίδα της Ελλάδας τότε, το Έθνος των 300 χιλιάδων φύλλων την ημέρα, για να βελτιωθώ, να ανέβω σκαλοπάτι και επίπεδο, έφτανα να δουλεύω και 15 ώρες την ημέρα. Δεν έζησα καν εφηβεία. Ο στόχος, το να βγω από το ανήλιαγο υπόγειο, τα σκέπαζε όλα. Όταν γυρίζω πίσω στο χρόνο, απορώ πώς το έκανα. Οι συμφοιτητές μου διασκέδαζαν κι εγώ έγραφα νυχθημερόν. Κι ύστερα, χωρίς να σταματήσει το γράψιμο, ήρθε η τηλεόραση. Κι ήταν το πρώτο κανάλι της χώρας, το Mega, με τρομερές απαιτήσεις βέβαια, με αμέτρητες ώρες δουλειάς, πολλές φορές κόντρα στον χρόνο. Ο πρωταθλητισμός απαιτεί τρομερές θυσίες, δεν είναι το ιλουστρασιόν της οθόνης. Ματώνεις, υποφέρεις, πονάς. Ήξερα ότι πρέπει να αντέξω. Έκλεισα τα μάτια και προχώρησα. Είχα όντως μια χαρακτηριστική χροιά αλλά θεωρώ ότι περισσότερο βοήθησαν τα λεγόμενά μου κι όχι η φωνή μου. Κι ο φίλος μου ο Τάσος Νούσιας έχει τρομερή φωνή αλλά είναι ηθοποιάρα για το ταλέντο, όχι εξαιτίας της φωνής. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια πάντως για να με συμπαθήσουν φίλαθλοι και άλλων αποχρώσεων. Και πάλεψα και γι’ αυτό. Σε μια χώρα που δημιουργούνται «σκληρά στρατόπεδα», πρέπει να παλέψει κανείς για να αποδείξει πράγματα.

Τα παιδικά χρόνια είναι καταλυτικά για όλους μας. Εσάς πόσο μπορεί να σας οδήγησαν στο γράψιμο και πόσο έχουν εξάψει τη φαντασία σας; Γιατι είναι κοινή ομολογία πως έχετε αστείρευτη φαντασία, πολύ δομημένο γράψιμο και την ικανότητα να κυριεύετε ως το τέλος του βιβλίου το μυαλό του αναγνώστη.
Όταν θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια, με τυλίγει ένα πέπλο γλυκιάς νοσταλγίας και απέραντης συγκίνησης. Είχα την ευτυχία να μεγαλώσω σε μια οικογένεια από την οποία έλειπαν τα χρήματα και οι ανέσεις αλλά περίσσευε η αγάπη, η φροντίδα, η στοργή. Μου έδωσαν βάσεις, με έσπρωξαν να κυνηγώ τα όνειρά μου με θάρρος και αποφασιστικότητα, καμάρωναν για τα πετάγματά μου (πλην βέβαια της ημέρας που επιχείρησα να πετάξω κυριολεκτικά από την ταράτσα και βρέθηκα στην εντατική για ένα μήνα, χαροπαλεύοντας). Μπορώ να πω ότι με βοήθησε κι ο συντηρητισμός του πατέρα, που ονειρευόταν να με δει δικαστή, να στηλιτεύω το κακό και το άδικο. Τον στενοχώρησα ίσως γιατί παράκουσα τις πατρικές συμβουλές, αλλά εκεί που είναι, στον παράδεισο σίγουρα, θα χαμογελάει τελικά με όσα έκανα. Κυνηγός ονείρων. Τότε, τώρα, πάντα θα είμαι. Τα όπλα που μου έδωσε ήταν η καλοσύνη που εξέπεμπε, αλλά κυρίως οι πολλές εφημερίδες που έφερνε στο σπίτι. Εκεί την... πάτησε. Αυτός ο κόσμος με μάγεψε, ίσως να ήταν μοιραίο να τον ακολουθήσω. Διαβάζοντας λοιπόν τα πάντα, από πολιτικές και αθλητικές εφημερίδες, από περιοδικά –και βάζω τον Μικρό Ήρωα, τον Μικρό Σερίφη, τον Λούκι Λουκ, τον Μπλεκ και τον Ζαγκόρ– ως την Πηνελόπη Δέλτα, τον Ιούλιο Βερν και άπειρες ώρες τα βιβλία της ιστορίας, προπονούσα τη φαντασία μου. Δεν ήξερα τότε ότι θα γίνει... αχαλίνωτη. Κι ευτυχώς, με βοήθησε απέραντα στην πορεία μου. Όπως με βοήθησε και το μέρος που μεγάλωσα, η Φρεαττύδα του Πειραιά. Οι αλάνες κι η «αλητεία» βοηθούν τη φαντασία. Κι είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Ευγνώμων πάνω απ’ όλα στον μπαμπά Γιώργο, έναν φτωχό δημόσιο υπάλληλο που με έμαθε να παλεύω, και τη μαμά Βενετία, μια σπέσιαλ νοικοκυρά. Έχω την ευχή τους, το νιώθω.

Κάθε φορά που γράφετε ένα βιβλίο το ζείτε έντονα, προσπαθείτε να μπείτε στο πετσί των ηρώων σας. Έχετε κοιμηθεί σε φυλακές, αναμορφωτήρια, μοναστήρια, έχετε ψάξει τη Βουλή. Θέλετε να μας πείτε πώς τα καταφέρνατε; Δεν φοβάστε;
Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη συγγραφή έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου. Ότι θα καταθέσω την ψυχή μου στον αναγνώστη, αυτόν που θα μου κάνει την τιμή να αγοράσει το βιβλίο μου. Επομένως, ήξερα –και το τηρώ ακόμα ευλαβικά– ότι πρέπει να ματώσω για να γράψω ένα βιβλίο. Να του ανταποδώσω την τιμή. Ήξερα καλά έναν δρόμο από το επάγγελμά μου. Αυτόν της έρευνας. Επομένως, πεδίο δόξης λαμπρό. Κι αφού επέλεξα να ασχοληθώ με κοινωνικά θέματα, όφειλα να ερευνήσω «μέχρι τελευταίας ρανίδος». Εδώ ο ρεπόρτερ βοηθάει απεριόριστα τον συγγραφέα. Πώς θα γράψεις για φυλακές (Το σημάδι) και θα αποδώσεις με ακρίβεια χιλιοστού αν δεν μπεις σε κελί; Πώς θα γράψεις για τυφλούς (Δεκατρία κεριά στο σκοτάδι) αν δεν συναναστραφείς μαζί τους, δεν μπεις στον κόσμο τους, δεν βιώσεις την εκπαίδευσή τους; Πώς θα γράψεις για φόνο (Η πυραμίδα της οργής) αν δεν παρακολουθήσεις μια ανάκριση; Και ναι, και σε ψυχιατρεία πήγα (Η παγίδα των χρωμάτων), και σε μοναστήρια της Πάτμου (Πορφυρός κώδικας), και σε κηδεία στη Μάνη (Φεγγάρι από πέτρα) και σε μιτάτα της Κρήτης (Δύο μαύρα πουκάμισα), και σε χειρουργεία (Μαύρο φιλί), και σε κλειστά γραφεία της Βουλής (Η νύχτα της Λώρας), και φροντιστήριο μαθηματικών έκανα (Ο χορός των συμβόλων) και σε κακουργιοδικεία (Ένοχες ζωές), πήγα όπου βρίσκονταν οι εκάστοτε ήρωές μου. Δεν τους άφησα ποτέ μόνους. Ούτε λεπτό. Για μένα, για τα δικά μου δεδομένα, είναι ο μόνος δρόμος για να αποδώσεις πιστά κάποιες καταστάσεις. Μέγας Άκης Πάνου, λοιπόν. Για μένα ο δρόμος είναι δρόμος στον εαυτό σου έτσι λες, τι πάει να πει βρωμιά και τρόμος κατήφορος και προσβολές. Το γνήσιο ρεπορτάζ δεν χάνει ποτέ.

Η αναγνωρισιμότητα σας έχει ανοίξει πόρτες, σας έχει βοηθήσει στην έρευνά σας;
Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορείς εύκολα να μπεις σε μια φυλακή ή σε ένα ψυχιατρείο. Τι δηλαδή; Γεια σας ήρθα; Όλα καλά; Τα παιδιά καλά; Και εδώ βοήθησε ο ρεπόρτερ κι είμαι ευτυχής γι’ αυτό. Σέβομαι όμως απολύτως τους όρους και τους εκάστοτε συνεντευξιαζόμενους. Ποτέ δεν θα βγω από τα όρια.

Τι σημαίνει για σας η λέξη «έμπνευση»; Και πώς την «καταναλώνετε»;
Έμπνευση σημαίνει χαρά, ζωή, ανάσα, ένα καθάριο ποτάμι που τρέχει στην ψυχή. Την αγαπάω και –ακόμα– με αγαπάει κι αυτή και με επισκέπτεται. Κι επειδή την αγαπάω έρχεται παντού. Όταν οδηγώ, όταν κάνω μπάνιο, όταν τρώω, ακόμα κι όταν κοιμάμαι. Έτσι έχουν γίνει τα περισσότερα βιβλία μου. Επιπλέον, μπορεί να δω μια εικόνα στον δρόμο κι αυτή να γίνει ολόκληρο βιβλίο, όπως συνέβη με το «Σημάδι». Μια εικόνα σε έναν πεζόδρομο στην Πάτρα έφερε κάπου πεντακόσιες σελίδες. Κι επειδή είναι καλή μαζί μου, έρχεται ακόμα κι όταν γράφω ένα βιβλίο. Εννοώ, έρχεται μια σκέψη για το επόμενο. Δεν την εκβιάζω, με επισκέπτεται και την προσέχω. Ξέρει ότι δεν την ξεπετάω. Μπορεί να φάω τρεις ολόκληρες μέρες για να βρω έναν συγκεκριμένο στίχο που να ταιριάζει με την περίσταση. Όσο λοιπόν με επισκέπτεται, θα υπάρχω.

© Haris Kalampokis

Τι είδους βιβλία σας κεντρίζουν το ενδιαφέρον ως αναγνώστης; Είναι το αναγνωστικό γούστο βασικός παράγοντας στον τρόπο που δουλεύετε πάνω στις προσωπικές σας δημιουργίες;
Αγαπώ τα ξεκάθαρα βιβλία, αυτά που δίνουν κάτι στον αναγνώστη κι όχι αυτά που βγαίνουν για να βγουν. Που έχουν νόημα, που κεντρίζουν το μυαλό και την ψυχή, που τα τελειώνεις και νιώθεις ένα αίσθημα πληρότητας, που μπορούν να σε συγκλονίσουν. Αυτές τις μέρες ξαναδιάβαζα το «Περί Τυφλότητας» του Ζοζέ Σαραμάγκου κι ένιωσα αυτή την πληρότητα. Δεν αγαπώ αυτά της επιστημονικής φαντασίας με ανύπαρκτους τόπους και πειραγμένους ήρωες, αλλά γούστα είναι αυτά. Κανείς –παγκοσμίως– δεν μπορεί να ακολουθήσει όλα τα γούστα των αναγνωστών. Προφανώς υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν διαβάσει ούτε ένα βιβλίο μου. Δεν μπορώ να κάνω κάτι. Αλλά δεν θα αλλάξω τα πιστεύω μου για να τους δελεάσω. Έχω τις αρχές μου κι αυτές είναι απαραβίαστες. Και δεν θα αλλάξω τον χαρακτήρα μου για να αρέσω σε όλους, δεν είναι... του γούστου μου. Ούτε θα κάνω τον καλό για να μαζέψω κόσμο. Δεν με αφορά. Θέλω να μιλάει μόνο η δουλειά μου, όχι άλλα πράγματα. Για τη δουλειά μου με παίρνουν, όχι για τα μάτια μου, όχι για τις δημόσιες σχέσεις. 

Τι χρειάζεται κατά τη γνώμη σας ένας συγγραφέας σήμερα για να καταφέρει να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο κοινό;
Εκ των πραγμάτων το κοινό στην Ελλάδα είναι περιορισμένο. Συγκεκριμένοι άνθρωποι αγοράζουν βιβλία, ενδιαφέρονται γι’ αυτά, παρακολουθούν στενά τη βιβλιογραφία. Άρα λοιπόν, υπάρχει ένα ταβάνι. Οι έλληνες συγγραφείς, εξαιρετικοί είναι η αλήθεια –και σε όλα τα είδη–, είναι πολύ δύσκολο να βγουν σε μια διευρυμένη ξένη αγορά. Δεν έχουν συνδράμει προς αυτή την κατεύθυνση και οι εκδοτικοί οίκοι. Γιατί να ρισκάρουν; Επομένως όλα κινούνται γύρω από ένα περιορισμένο κοινό. Μακάρι αυτό το κοινό να έχει απαιτήσεις και να μην τρέχει στο εύκολο σερβίρισμα. 

«Πικρό γάλα», 16ο βιβλίο. Ιδιαίτερος τίτλος... Στο εξώφυλλο δύο αγόρια με σφιγμένα χαμόγελα, κοντά παντελονάκια, πρόσωπα θλιμμένα. Σπαρακτικό. Φώτης και Διονύσης, μια μεγάλη φιλία χτίζεται και γκρεμίζεται, τίποτα όμως δεν χάνεται γιατί η ζωή έχει άλλα σχέδια γι’ αυτά τα δυο παιδιά. Μια συγκλονιστική ιστορία. Πώς άρχισαν όλα; 
Το πεπρωμένο που λέγαμε. Η ιστορία αυτή ήρθε και με βρήκε, με σφιχταγκάλιασε. Όταν λοιπόν, μάλλον από σύμπτωση, πληροφορήθηκα την αδιανόητη ιστορία του Φώτη Ραπακούση με τον αναγκαστικό εγκλεισμό του στα έξι του μόλις χρόνια στον Ζηρό, ένα από τα ορφανοτροφεία της Φρειδερίκης, τον χωρισμό του με τον αδελφό του Σπύρο που πήγε σε άλλο ορφανοτροφείο αλλά και τα «μαρτύρια» που πέρασαν τα δυο ορφανά, ήταν σαν να δέχτηκα μια γροθιά στο στομάχι. Κι όταν, μαθαίνοντας κάθε λεπτομέρεια, προσπαθούσα ανεπιτυχώς να συγκρατήσω τα δάκρυα στα μάτια μου, κατάλαβα αμέσως ότι αυτό το «Πικρό γάλα» θα συγκινήσει τους πάντες. Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα να συναντήσω τον Φώτη στα Γιάννενα και μια συνάντηση λίγων ωρών, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο, κράτησε... τέσσερις μέρες. Γιατί όταν μιλάνε τα εσώψυχα, ο χρόνος χάνεται. Ο Φώτης λοιπόν άνοιξε την ψυχή του κι έτσι βγήκε το «Πικρό γάλα», το οποίο θεωρώ ως την κορυφαία στιγμή της συγγραφικής μου πορείας.

Αφιερώνετε το βιβλίο σας και «στα παιδιά των ορφανοτροφείων, που ένιωσαν τον πόνο βαθιά στην ψυχή τους και στάθηκαν όρθια»... Ήταν σκληρή η ζωή στις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης; 
Το όλο θέμα είναι εξαιρετικά ευαίσθητο και λεπτό και έχει διαφορετικές αναγνώσεις, ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός. Κατά πολλούς «αλλοιώθηκαν συνειδήσεις», κατ’ άλλους σώθηκαν ψυχές και ζωές που μπορεί να χάνονταν σε μια κατεστραμμένη από τον φονικό εμφύλιο Ελλάδα, διαλυμένη πατρίδα. Περισσότερα από 25 χιλιάδες παιδιά πέρασαν τις βαριές πύλες των πενήντα τριών παιδουπόλεων της Φρειδερίκης, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι δεν έχουν όλα την ίδια άποψη. Όταν λοιπόν ξεκίνησα την έρευνα για το «Πικρό Γάλα», συνάντησα ένα ιδιότυπο φαινόμενο που με προβλημάτισε ιδιαίτερα. Πολλοί από όσους συνάντησα έβαφαν με μαύρο χρώμα τις λέξεις τους. Μιλούσαν για την κόλαση επί γης, «αυτή που σημάδεψε για πάντα τις ψυχές μας και μας κάνει ακόμα και τώρα να πεταγόμαστε στον ύπνο μας. Χαστούκια, φτυσίματα, φόβος, αγωνία, πλύση εγκεφάλου, εννιά προσευχές την ημέρα, προσκύνημα των εικόνων των βασιλιάδων, στρατιωτική πειθαρχία που δεν άρμοζε σε παιδιά, ψυχαναγκασμός…». Όμως επίσης πολλοί ήταν αυτοί που εξέφραζαν το ακριβώς αντίθετο. «Σώθηκαν οι ζωές μας. Γλιτώσαμε από την ασιτία, είχαμε στέγη, φροντίδα, μάθαμε πέντε γράμματα και μια τέχνη, βγήκαμε έτοιμοι στην κοινωνία, επιβιώσαμε». Είναι, λοιπόν, η προσωπική εκτίμηση του καθενός, κανείς δεν μπορεί να πείσει τον άλλο περί της ορθότητας των απόψεων και των επιχειρημάτων του, αφού η κάθε οπτική γωνία είναι μοναδική.

Τα εξωραϊσμένα χρόνια της αθωότητας, τότε που όλα ήταν πρωτόγνωρα, ως πηγή έμπνευσης κι ανάκλησης αισθήσεων πόσο σημαντικά είναι για έναν λογοτέχνη;
Ας το πάρουμε ανάποδα. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου λογοτέχνη, ντροπή. Απλώς είμαι ένας άνθρωπος που του αρέσει να γράφει ιστορίες. Ως εκεί. Πάμε στα υπόλοιπα. Τα χρόνια της αθωότητας είναι αέναο υλικό για τον καθένα. Ένα βαθύ πηγάδι με κρυστάλλινο νερό, ένα καταπράσινο δάσος που αποπνέει ζωή και απελευθερώνει όλες τις αισθήσεις. Το παλιό παραδοσιακό καφενείο, το μπακάλικο με τα τσουβάλια με τη φακή, τα φασόλια και το ρύζι, τα παιδιά που έπαιζαν με τα καπάκια της μπίρας, οι μεγάλοι που έστηναν στις γειτονιές μια μικρή βουλή, το οικογενειακό τραπέζι κάθε Κυριακή με τα μαγειρέματα της μαμάς, είναι εικόνες με τεράστια δύναμη. Τις κρατώ σαν κόρη οφθαλμού και πορεύομαι μ’ αυτές.

Πιστεύετε ότι αυτός που παλεύει με την ψυχή του, θα ξεπεράσει ανυπέρβλητα εμπόδια και θα κερδίσει τη ζωή;
Μπορώ να απαντήσω με μία φράση, αρκεί. Χάνεται μόνο όποιος χάσει τα όνειρά του. Είναι ο κανόνας τη ζωής μου, τον ανακάλυψα στα «Δεκατρία κεριά» στο σκοτάδι και τον τηρώ ευλαβικά. 

Σε μια συνέντευξή σας διάβασα ότι αυτό το αγρίμι, ο Φώτης (ήρωας του βιβλίου σας), είναι σήμερα ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες της εποχής μας. Δημιούργησε ένα μουσείο τεράστιας σπουδαιότητας, αυτό του Αλή Πασά στο Νησάκι Ιωαννίνων. Ένας σύγχρονος ευεργέτης. Αναρωτιέμαι αν το βιβλίο σας θα παρακινήσει τους επισκέπτες της όμορφης Ηπείρου να αναζητήσουν μελλοντικά το Μουσείο του Αλή Πασά, όταν όλα –ελπίζω– να έχουν περάσει σαν κακό όνειρο.
Ο Φώτης Ραπακούσης είναι μια ανυπότακτη ψυχή που δεν μπαίνει σε καλούπια. Έτσι ήταν από μικρός, πηγαίνοντας κόντρα σε πολύ δύσκολα ρεύματα. Κι είχε την άποψή του, ισχυρή και παγιωμένη, την οποία δεν άλλαζε ακόμα κι αν περνούσε από βασανιστήρια. Η δύναμη της ψυχής και του χαρακτήρα του τον βοήθησαν να επιβιώσει, να σταθεί στα πόδια του και αργότερα να μεγαλουργήσει. Γιατί αυτή τη στιγμή είναι από τους μεγαλύτερους συλλέκτες στην Ελλάδα, έχοντας ένα μουσείο-στολίδι: αυτό του Αλή Πασά, με αδιανόητα εκθέματα. Βίωσε την εγκατάλειψη και τον πόνο, εννοείται την έλλειψη στοργής και αγάπης. Όμως μέσα στη δυστυχία του απέκτησε όραμα. Έτσι έγινε ένας σύγχρονος ευεργέτης, χαρίζοντας στην πατρίδα –γιατί σ’ αυτήν θα μείνει το μουσείο– ένα τεράστιο κληροδότημα. Και για να το δημιουργήσει θυσίασε τον εαυτό του και ξόδεψε όλη την περιουσία του. Είχε ανάγκη να ξαναβρεί τις ρίζες του μετά τα ορφανοτροφεία, να δεθεί με τα αντικείμενα της ιδιαίτερης πατρίδας του, να φωτίσει μια ολόκληρη εποχή. Όλο αυτό του δημιούργησε μια «μανία», και μέσα απ’ αυτήν πέτυχε ένα θαύμα. Ας μην ξεχνάμε ποτέ από πού ξεκίνησε και τι πέτυχε. Είναι ένα σπουδαίο μάθημα ζωής προς όλους. Κι όταν φύγει ο εφιάλτης –άλλο μάθημα για τον άνθρωπο– θα τρέξουν πάλι απ’ όλη την Ελλάδα να δουν αυτό το μουσείο-ποίημα.

Μετά από ένα τόσο δυνατό βιβλίο σκεφτόμουν τι μας περιμένει πάλι τον ερχόμενο Οκτώβρη. Ήρθε ο κορωνοϊός και μας χάλασε τα σχέδια.
Η σύγχρονη κοινωνία, δυστυχώς με πόνο ψυχής και μπροστά σε χιλιάδες φέρετρα, πήρε ένα σκληρό μήνυμα: ότι δεν είναι άτρωτη όσα κι αν δημιούργησε, όσο κι αν εκτόξευσε την τεχνολογία. Ίσως, όταν φύγει αυτός ο εφιάλτης, ο άνθρωπος να γίνει πιο... ανθρώπινος. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη, ας υπάρξει και στροφή. Είδαμε όλη την αξία της αγκαλιάς. Και του φιλιού, βεβαίως. Ο εγκλεισμός δεν επηρέασε την ψυχραιμία μου. Με βρήκε στη συγγραφή του επόμενου βιβλίου μου, καρτερικό εργάτη εν τω μέσω σκληρής ψυχοθεραπείας. Χαλάλι. Κι αυτή η καινούργια ιστορία με συγκλονίζει.

Μια επανέκδοση γεννά σίγουρα ποικίλα συναισθήματα στον δημιουργό. Εσείς το σκέφτεστε; Πολλοί αγαπούν τα παλιά σας βιβλία και τα αναζητούν. Θα κάνετε κάτι γι’ αυτό;
Η «απώλεια» έντεκα βιβλίων από τον προηγούμενο εκδοτικό οίκο, αφού πλέον δεν κυκλοφορούν πουθενά, είναι μια πληγή μέσα μου και δεν έχω λόγο να το κρύψω. Λυπάμαι που είναι «η αγάπη που χάθηκε στη σκόνη». Κρατάω και την αγάπη και τη σκόνη και προχωράω. Αν το υπέροχο νέο σπίτι μου, οι Εκδόσεις Ψυχογιός, προχωρήσουν σε κάποια επανέκδοση, θα συγκινηθώ ξανά. Πολύ. 

Υπήρξατε πολλά χρόνια δημοσιογράφος του Mega. Τι σκέφτεστε για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο συγκεκριμένο κανάλι, ποια τα συναισθήματά σας τώρα που επιστρέψατε; Δικαιωθήκατε;
Σ’ αυτό το αβύθιστο –όπως νομίζαμε– υπερωκεάνιο, μπήκα νεαρός, γεμάτος όνειρα ως το φεγγάρι, προσδοκίες, πίστη. Η αλήθεια είναι ότι μας πρόσφερε αλησμόνητα ταξίδια, παρακαταθήκη ζωής. Κι εμείς όμως δώσαμε τη δική μας, μαζί και την ψυχή μας. Τα πράγματα χάλασαν με ευθύνη πολλών, νιώσαμε την κρυάδα του ναυαγίου και το σκοτάδι του φρικτού μπλακ άουτ, του ατέλειωτου τούνελ. Αλλά πολλές φορές η ίδια η ζωή έρχεται να διορθώσει τις μουτζούρες. Η επιστροφή του καναλιού ήταν για πολλούς ένα χάδι. Επί προσωπικού, αυτό το deja vu ήταν τ’ οξυγόνο της γης. Ήταν το σπίτι μου, χαίρομαι σαν μικρό παιδί που το ξαναβρήκα. 

Μια τελευταία ερώτηση, ίσως λίγο μακάβρια αλλά μας απασχολεί όλους. Ο θάνατος με διάφορες μορφές πλανάται τελευταία πάνω από όλο τον πλανήτη. Τι σημαίνει για σας ο θάνατος; Τι συμβουλή έχετε να δώσετε στους αναγνώστες σας, ή μάλλον ευχή;
Ο Καρυωτάκης έγραψε ότι «Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια». Θάνατος όμως είναι πρώτα το τέλος των ονείρων. Τότε χανόμαστε. Όταν παύουμε να ονειρευόμαστε, για μεγάλα ή και μικρά. Θα συνεχίσουμε να το κάνουμε, γιατί η ζωή και πάλι θα νικήσει. Αρκεί να επιστρέψουμε πιο πειθαρχημένοι, πιο σοφοί, λιγότερο εγωκεντρικοί και με τη δεδομένη γνώση ότι δεν είμαστε άτρωτοι κι ας φτιάξαμε διαστημόπλοια. Να αγαπήσουμε ξανά τα μικρά που θάψαμε στη λήθη, εκείνες τις μικρές χαρές που κλειδώσαμε στο υπόγειο. Τότε θα ξαναβγούμε χαμογελαστοί. Με αυθεντικά χαμόγελα, όχι προσποιητά προς άγραν πελατείας...