Βιβλιο

Όταν ο Moby συνάντησε τη Νάταλι (Πόρτμαν)

Προδημοσίευση από την αυτοβιογραφία του Moby «Και μετά όλα διαλύθηκαν»

Γιάννης Νένες
ΤΕΥΧΟΣ 737
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Moby κυκλοφορεί τη νέα αυτοβιογραφία του, «Και Μετά Όλα Διαλύθηκαν», από τις εκδόσεις Brainfood

Το 2016 ο Moby εξέδωσε το «Porcelain», µια συλλογή «αλλόκοτων γεγονότων» της ζωής του στη Νέα Υόρκη, από το 1989 ως το 1999. Μετά το πρώτο εκείνο βιβλίο και έναντι ψυχοθεραπείας, συνέχισε να γράφει το επόµενο, ένα είδος sequel αλλά µε πιο παραδοσιακή αφήγηση και την ίδια τρυφερή ειλικρίνεια και ανασφάλεια. Τίτλος «Και Μετά Όλα Διαλύθηκαν». Το βιβλίο κυκλοφορεί µέσα στις επόµενες µέρες και στα ελληνικά (σε µετάφραση Ανδρέα Μιχαηλίδη) από τις εκδόσεις Brainfood – τις οποίες και ευχαριστούµε για το απόσπασµα που µας έδωσαν για προδηµοσίευση.

Ο Moby, αν και παραδέχεται ότι έχει αλλάξει ορισµένα ονόµατα και λεπτοµέρειες από σεβασµό απέναντι σε κάποιους ανθρώπους, στο βιβλίο µιλάει καθαρά για τη Νάταλι Πόρτμαν και για το πώς γνωρίστηκαν, για την αβεβαιότητά του αλλά και το «πόσο-Νέα-Υόρκη» είναι όλα στον κόσµο της σόσουµπίζ.​

OΣΤΙΝ, ΤΕΞΑΣ (1999)

«Πού είπες ότι είναι η Νάταλι Πόρτµαν;»

«Στην πόρτα που βγάζει στα παρασκήνια».

Μόλις είχαµε ολοκληρώσει µια συναυλία στο Ώστιν – παίζοντας για κοινό 450 ατόµων σ’ έναν χώρο που χωρούσε 500. Περπάτησα ως την πόρτα, βέβαιος πως είχε γίνει κάποια παρεξήγηση ή µου έκαναν πλάκα – κι όµως εκεί στεκόταν και περίµενε υποµονετικά η Νάταλι Πόρτµαν. Σήκωσε τα µαύρα µάτια της, µε κοίταξε και µου είπε, «Γεια».

«Γεια», είπα κι εγώ – λες κι αυτό ήταν κάτι φυσιολογικό, λες και γνωριζόµασταν, λες κι είχα συνηθίσει να εµφανίζονται αστέρες του σινεµά στα παρασκήνια µετά τα λάιβ µου.

Συνόδεψα τη Νάταλι στα παρασκήνια και της έφερα ένα µπουκαλάκι νερό. Εγώ ήπια µια µπύρα, ενώ η µπάντα και το συνεργείο µου στέκονταν στο καµαρίνι – σιωπηλοί κι αµήχανοι. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ξαναβρεθεί µια αστέρας του σινεµά στα παρασκήνιά µας και κανείς δεν ήξερε τι να κάνει ή τι να πει.

«Λοιπόν, σου άρεσε η συναυλία;» ρώτησα τη Νάταλι.

«Τη λάτρεψα!», είπε εκείνη. Φορούσε τζην και ένα λευκό Τ-shirt. Τα σκούρα καστανά µαλλιά της ήταν µαζεµένα σε µια αλογοουρά.«Τα τραγούδια από το Play ήταν τόσο ωραία». Η Νάταλι κάθισε στο µαύρο δερµάτινο καναπέ και µου χαµογέλασε. Η καρδιά µου πετάρισε.

Η νέα αυτοβιογραφία του Moby, «Και μετά όλα διαλύθηκαν», από τις εκδόσεις Brainfood © Jonathan Nesvadba

Ένιωθα νευρικότητα, οπότε το γύρισα στην ψιλοκουβέντα. «Σε µερικές µέρες θα πάµε στη Νέα Υόρκη», της είπα. «Για τα VMA».

Χαµογέλασε πάλι και µε κοίταξε στα µάτια. «Θα ’µαι κι εγώ στη Νέα Υόρκη. Θες να βρεθούµε;»

Είχα πάθει σύγχυση. Ήµουν ένας καραφλός µπεκρής που ζούσε σ’ ένα διαµέρισµα το οποίο µύριζε µούχλα και παλιό τούβλο, ενώ η Νάταλι Πόρτµαν ήταν µια όµορφη σταρ του σινεµά. Κι όµως τώρα καθόταν στο καµαρίνι µου και φλέρταρε µαζί µου.

«Ναι, ας βρεθούµε στη Νέα Υόρκη», είπα προσπαθώντας να επιδείξω ένα επίπεδο αυτοπεποίθησης που δεν είχα ποτέ στη ζωή µου.

«Λοιπόν, πρέπει να πηγαίνω», είπε εκείνη. «Θα µε συνοδέψεις µέχρι τ’ αµάξι µου;»

Μια εβδοµάδα αργότερα, στεκόµουν σ’ έναν ηµιώροφο του Λίνκολν Σέντερ κι έβαζα µουσική στα διαφηµιστικά διαλείµµατα των MTV Video Music Awards. Μέσα στο θέατρο ήταν συγκεντρωµένοι µερικές χιλιάδες άνθρωποι, που παρακολουθούσαν τη Britney Spears, τον Eminem και τους Backstreet Boys να παίζουν µουσική και να λαµβάνουν βραβεία. Εγώ όµως ήµουν µόνος στο σπηλαιώδες λόµπι, µαζί µε δυο πικάπ και µερικούς δίσκους που είχα φέρει από το σπίτι.

Εκείνο το απόγευµα, ένας υπεύθυνος δηµοσίων σχέσεων από τη δισκογραφική µου εταιρεία µε είχε ρωτήσει αν είχα ρούχα που θα ξεχώριζαν στα πλάνα της κάµερας. Το καλύτερο που είχα στη διάθεσή µου ήταν ένα χρυσό λαµέ κοστούµι στο στυλ του Elvis, το οποίο είχα αγοράσει πριν µερικά χρόνια από ένα παράρτηµα του Στρατού Σωτηρίας. Μου ήταν πέντε νούµερα µεγαλύτερο και δεν το είχα πλύνει ποτέ, όµως όταν το φορούσα γυάλιζε λες και ήµουν κάποιου είδους ραδιενεργός κλόουν.

Μετά την εκδήλωση, η Νάταλι εµφανίστηκε στον ηµιώροφο όπου ήταν τοποθετηµένα τα πικάπ µου. Φορούσε ένα µπεζ φόρεµα που της ερχόταν τέλεια και έµοιαζε µε την Audrey Hepburn σε βαθµό που µε αναστάτωνε. «Πώς σου φαίνεται το κοστούµι µου;» ρώτησα χαµογελώντας νευρικά.

«Είναι ενδιαφέρον», είπε. «Τι έχεις να κάνεις τώρα;»

«Θα παίξω σε µια βραδινή επίδειξη της Ντονατέλα Βερσάτσε», είπα. «Θες να πάµε;»

«Θα κάνεις DJ;»

«Όχι, λάιβ θα είναι».

«Οκέι», είπε, ακουµπώντας το χέρι της στο τριµµένο, χρυσό λαµέ µανίκι µου και γεµάτη σιγουριά, µε οδήγησε έξω από το Λίνκολν Σέντερ. Εγώ ήµουν 33 κι εκείνη 20, όµως αυτός ήταν ο δικός της κόσµος. Εγώ ένιωθα άνετα σε καταγώγια, στριπτιτζάδικα και βίγκαν εστιατόρια, όµως δεν γνώριζα το παραµικρό για απονοµές βραβείων και κόκκινα χαλιά. Τη Νάταλι την περίµενε µια λιµουζίνα µε οδηγό και σωµατοφύλακα, και πριν πάµε στην εκδήλωση της Βερσάτσε, περάσαµε από το πάρτι των VMA στο Ξενοδοχείο Hudson.

Μέσα στη λιµουζίνα κάναµε µια αµήχανη συζήτηση για τα αγαπηµένα µας βίγκαν εστιατόρια, ενώ ο πελώριος σωµατοφύλακάς της προσπαθούσε να περνάει κατά το δυνατόν απαρατήρητος. Όταν φτάσαµε στο πάρτι και βγήκαµε από τη λιµουζίνα, µας περίµενε µια στρατιά από φλας και φωτογράφων που φώναζαν.

«Νάταλι! Εδώ! Νάταλι!»

«Νάταλι και Μόµπι! Κοιτάξτε εδώ!»

Οι παπαράτσι γνώριζαν το όνοµά µου. Ποτέ δεν µε είχαν ξαναφωτογραφήσει παπαράτσι. Στο παρελθόν κανείς δεν φώναζε τ’ όνοµά µου, εκτός αν ήταν τσαντισµένος µαζί µου. Ήθελα να κάτσω εκεί και ν’ απολαύσω τα φλας των µηχανών, όµως η Νάταλι µε πήρε από το χέρι και µε οδήγησε στο εσωτερικό του ξενοδοχείου.

Πήγα στο µπαρ και παράγγειλα δύο βότκες µε σόδα, µία για τον καθένα µας. «Α, δεν πίνω», µου είπε κοιτάζοντας εξεταστικά τον χώρο– και όλοι στον χώρο κοίταζαν εξεταστικά εµάς.

«Σε πειράζει αν πιω εγώ;»

«Οκέι». Λίγα µέτρα παραπέρα, είδα τον Τζο Πέρι και τον Στίβεν Τάιλερ των Aerosmith, αµφότερους µε τέλεια χτενισµένα µακριά µαλλιά και χαρακτηριστικά δερµάτινα ρούχα ροκ σταρ. Ο Τζο Πέρι µε πήρε είδηση. «Εϊ, ο Μόµπι δεν είσαι;» ρώτησε µετρηµένα.

«Ναι – κι εσύ είσαι ο Τζο Πέρι».

«Ρε, θέλω απλά να σου πω πόσο µου αρέσει ο δίσκος σου».

«Σοβαρά;» Προσφάτως το είχα ακούσει αυτό από αρκετούς ανθρώπους ώστε να µη µου προκαλεί έκπληξη, όµως εξακολουθούσε να µου προκαλεί σύγχυση.

Προσπάθησα να πιάσω φιλίες µε τον Στίβεν Τάιλερ και του είπα την ιστορία πώς φίλησα κάποια για πρώτη φορά, όταν ήµουν 11 χρονών. Ήµουν 5η Δηµοτικού και είχα ερωτευτεί τη Λίζι Γκόρντον. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, µε κάποιο τρόπο την είχα πείσει να έρθει ν’ ακούσουµε δίσκους στο δωµάτιό µου. Ήθελα να φανώ ψαγµένος, οπότε µας έφτιαξα τζιν µε τόνικ από την κάβα των παππούδων µου, παρόλο που ήµασταν µόλις 11 ετών. Είχα τρεις δίσκους όλους κι όλους, οπότε έβαλα να παίζει ο πρώτος δίσκος των Aerosmith. Όταν άρχισε να παίζει το «Dream On», έσκυψα και τη φίλησα. Δυστυχώς δεν είχα ξαναφιλήσει κορίτσι ερωτικά κι έτσι δεν ήξερα πώς έπρεπε να το κάνω: είχα λοιπόν τα χείλη µου κλειστά και τη φίλησα όπως φιλάει κανείς τους συγγενείς του τα Χριστούγεννα. Την επόµενη µέρα τα ‘φτιαξε με τον καλύτερό µου φίλο, τον Μαρκ Ντρότµαν, διότι ήταν πιο όµορφος από µένα κα ήξερε να φιλάει.

Πίστευα πως ο Στίβεν Τάιλερ θα έβρισκε την ιστορία µου χαριτωµένη, όµως εκείνος µου έριξε απλά ένα κενό βλέµµα και µε ρώτησε. «Βγαίνεις µε τη Νάταλι Πόρτµαν;»

«Έτσι φαίνεται», είπα εγώ.

«Πολύ καυτό γκοµενάκι», είπε και αποµακρύνθηκε. […]