Βιβλιο

Ο Μπατάιγ του θανάτου και του έρωτα

«Ο νεκρός» του Μπατάιγ επανεκδίδεται απο τις εκδόσεις Άγρα

Κωνσταντίνος Τζήκας
ΤΕΥΧΟΣ 469
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δεκαεπτά χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του στα ελληνικά (σε μετάφραση της Αγγελικής Πέτρα), «Ο νεκρός» του Ζoρζ Μπατάιγ επανεκδίδεται από την Άγρα, με καινούργια συνοδευτικά σχέδια από τη Χριστιάνα Σούλου.


«Θανατομόρφωση (ουσ.) Οι ορατές βιολογικές αλλαγές που επιφέρει ο θάνατος». Ιατρικός όρος που, παρά τις ελληνικές καταβολές των συστατικών μερών του, εντοπίζεται μόνο σε γαλλικά λεξικά. Ο θάνατος, συχνά σε αναπάντεχες μορφές, ιδίως σε σύνδεση με τον έρωτα, προσμετράται στις σταθερές εμμονές της γαλλικής γραμματείας. Από την εποχή του Μαρκήσιου ντε Σαντ η φιλολογική σύζευξη έρωτα και θανάτου υπήρξε ιδιαζόντως γαλλική. Μιλάμε άλλωστε για τους ανθρώπους που προσφωνούν χαϊδευτικά τον οργασμό «petit mort» (= «μικρό θάνατο»).

Ανάμεσα στις ορδές συγγραφέων που υπηρέτησαν επάξια αυτή τη σύμπλευση έρωτα και θανάτου ξεχωρίζει ο Ζoρζ Μπατάιγ (1897-1962), ο μοναδικός συγγραφέας που πέτυχε ένα τόσο ιδανικό πάντρεμα των δύο αυτών λαϊτμοτίφ της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένα συγκερασμό ερωτογραφίας και θανατολογίας που εντοπίζεται σχεδόν σε όλα τα έργα του (της περίφημης «Ιστορίας του ματιού» περιλαμβανομένης), αλλά αγγίζει την απόλυτη εφαρμογή του στο ταιριαστά τιτλοφορούμενο (και εξίσου ταιριαστά μεταθανάτιο) διήγημά του «Ο νεκρός».

Τούτο το διήγημα το πρωτοέγραψε στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άρρωστος με φυματίωση αλλά και βυθισμένος σε ένα ερωτικό παραλήρημα, κάτω από ένα στερέωμα θανάτου, εν μέσω αεροπορικών βομβαρδισμών. Όπως εξηγεί στον πρόλογό του στο βιβλίο, στάθηκε υπνωτισμένος απέναντι στο διπλό μεγαλείο του θανάτου και του έρωτα.

n

Στο διήγημα, η ηρωίδα Μαρία θρηνεί το θάνατο του αγαπημένου της και εισβάλλει σε ένα κατάμεστο πανδοχείο, επιδιδόμενη σε έναν ερωτικό παροξυσμό που αγγίζει τα όρια της απελπισίας, ως αντίβαρο στην πραγματικότητα του θανάτου. Μόνο που κάθε λάγνα κίνηση, κάθε σωματική πρόκληση, δεν της υπενθυμίζουν παρά αυτή ακριβώς την αποσύνθεση. Στο τέλος, επιστρέφει στο πτώμα του εραστή της.

Η παραληρηματική γραφή του Μπατάιγ γίνεται μία σπουδή θανάτου – εμποτισμένου όμως με ζωή. Τον Μπατάιγ τον ενδιαφέρει η μεταιχμιακή κατάσταση: όταν το σώμα γίνεται μια αρένα θανάτου, ενώ παραμένει συγχρόνως ένα ανεξάντλητο πεδίο ζωικού αισθησιασμού και ερωτικών συγκινήσεων. Οι ήρωές του είναι ταυτόχρονα εντός και εκτός ύπαρξης, όπως η γάτα του Σρέντινγκερ, καθώς ταλαντεύονται μεταξύ των δύο φροϊδικών σχημάτων, την αρχή της ηδονής και την ενόρμηση του θανάτου.

Για τον Μπατάιγ, ο Έρως και όχι ο Ύπνος είναι ο δίδυμος αδελφός του θανάτου. Δαπάνη ενέργειας και απροσχεδίαστο ή μη «άδειασμα» του σώματος απαιτείται και στις δύο συνθήκες, την ερωτική και την επιθανάτια. Μήπως η Μαρία είναι περισσότερο «νεκρή» από το σύντροφό της; Ή μήπως οι αληθινοί «νεκροί» είναι οι εχθρικοί θαμώνες του πανδοχείου που την περιεργάζονται; Είναι σαν ο Μπατάιγ να αναζητά ποια χειρονομία, η συνουσία ή η εχθρότητα, είναι αυτή που συνιστά την ουσιαστικότερη απόδειξη ζωής, τα διαπιστευτήρια για να μην καταταγούμε στις τάξεις των νεκρών.

n

Ολόκληρος ο «Νεκρός» είναι μια απόπειρα συμφιλίωσης του έρωτα και του θανάτου, της συναποδοχής τους: «Ο θάνατος, η ηδονή και το κάλλος ανταμώνουν» αναφέρει ο Μπατάιγ στον πρόλογό του, ενώ αλλού διακηρύττει «Πεθαίνω, μα γελάω με το θάνατο. Μαγεύομαι με αυτό που με συνθλίβει». Ο Μπατάιγ δέχεται τη ροή του έρωτα όσο και του θανάτου, τα εγκολπώνεται αμφότερα για να αγκαλιάσει ολιστικά τη ζωή, αντί να αποκηρύξει μονοδιάστατα το ένα για χάρη του άλλου.

Η παρούσα, πολυτελής, αισθητικά άψογη (ως είθισται με την Άγρα) επανέκδοση του «Νεκρού» είναι εμπλουτισμένη με σχέδια της εικαστικού Χριστιάνας Σούλου, εμπνευσμένα από το διήγημα, εν είδει οπτικής τεκμηρίωσης σχεδόν. Όμορφο και παγερό συνάμα, σαν νεκρική μάσκα, αυτό το σύντομο επιτύμβιο πορνογράφημα είναι μια πανηγυρική απεύθυνση προς τη ζωή που διαβάζεται απνευστί.