Βιβλιο

Άλμα: Μια αλληγορία για τη ζωή από τον Χρήστο Χρυσόπουλο

Ένα παιδί έρχεται στον κόσμο αλλάζοντας τα πάντα γύρω του

Κατερίνα Σχινά
ΤΕΥΧΟΣ 723
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το νέο βιβλίο «Άλμα» του Χρήστου Χρυσόπουλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη

Μέσα σε ένα μαιευτήριο, όπου η ζωή διεκδικεί επιτακτικά και κραυγαλέα τις ανάσες της, είναι σφηνωμένη μια παράξενη Μονάδα, «ένα υγειονομικό πείραμα» με ακαθόριστο αντικείμενο. Μια γυάλινη πόρτα τη χωρίζει από το πανδαιμόνιο των εξωτερικών ιατρείων και των αιθουσών αναμονής. Την αποτελούν έξι διαμερίσματα, δύο δωματίων το καθένα, τρία κοινά λουτρά, μια κοινόχρηστη κουζίνα που λειτουργεί και σαν εντευκτήριο για τους οκτώ ενοίκους. Πρώην αστέγους σε δομή φιλοξενίας; Έγκλειστους σε ένα σύμπαν αυτοαναφορικών ψιθύρων, ενώ ακριβώς δίπλα τους ανοίγεται ένας ηχηρός τόπος πολλαπλών ανταλλαγών, με ατομικότητες που αναμειγνύονται και αντενεργούν; Ανθρώπους που έχουν έρθει εκεί για να πεθάνουν, ανθρώπους που δεν είναι παρά οι ιστορίες τους, τα τραύματά τους, τα αναπάντητα ερωτήματά τους – θραύσματα ενός «αλλού» από το οποίο είναι για πάντα αποκλεισμένοι; Ο ίδιος ο κόσμος έξω από τη Μονάδα, έτσι όπως τον βλέπουν οι ένοικοι από τα παράθυρά τους, είναι αποδιαρθρωμένος, θαρρείς και τα κομμάτια του έχουν κολληθεί λάθος, ένα κυβιστικό παιχνίδι απροσδιόριστων όγκων που δεν παραπέμπει πουθενά. Και μέσα, τίποτε ποτέ δεν αλλάζει. «Δεν υπάρχει διάδραση εκεί. Δεν υπάρχουν γεγονότα, παρά μόνο σιωπηλές επαναλήψεις». Σ’ αυτό το ιδιότυπο πανοπτικόν, όπου φορές, οι ένοικοι ασφυκτιούν μέσα στην κενή επανάληψη, οι ενδιάμεσες πόρτες δεν κλείνουν ποτέ, οι κουρτίνες δεν τραβιούνται. Τα πάντα εκτυλίσσονται σε μια κατάσταση συνειδητής και σταθερής ορατότητας. Η ζωή μοιάζει χάρτινη, φυλακισμένη μέσα σ’ ένα φύλλο γυαλί. Μόνο ο Επισκέπτης, έγκλειστος στη Μονάδα μόλις επτά ημέρες, θα τολμήσει να ανοίξει τη διπλή γυάλινη πόρτα που τη χωρίζει από το Μαιευτήριο και να περιπλανηθεί στους διαδρόμους του.

Κι εκεί, σε κάποιο θάλαμο, γεννάει μια γυναίκα. Μόνη. Κανένας άλλος δεν χωράει σ’ αυτό που της συμβαίνει. Για μήνες σχεδίαζε τη συνάντηση με το παιδί της, τη συνύπαρξή τους, ως και την αποχώρησή της από τη ζωή του όταν πια θα του είναι περιττή. Τώρα μιλάει στο αγέννητο παιδί της, ίσως και να του σιγοτραγουδά, καθώς στον λόγο της παρεμβάλλονται οι non-senses στίχοι του Βρετανού ποιητή της τζαζ-ροκ Robert Wyatt (ενδεχομένως μια απόπειρα του συγγραφέα να αποδράσει από τα αδιάρρηκτα λογικά όρια που επιβάλλει η συναίνεση της γλώσσας, για να αποτυπώσει την πέραν του λόγου σύνδεση μητέρας-εμβρύου). Αποχωρίζεται τα αντικείμενα του π

ατρικού της σπιτιού, τεκμήρια μιας προηγούμενης, ακυρωμένης πια, βιοτικής συναλλαγής και μαζί τους, ανεπαισθήτως, τα φαντάσματα των νεκρών γονιών της που τη βαραίνουν. Όταν γεννά το κοριτσάκι της, γεννά μαζί του και τον εαυτό της – όλους τους ανθρώπους που γνώρισε, όλες τις προσδοκίες, όλες τις ιστορίες, όλο της το παρελθόν. Κι όταν το παιδί εισέλθει στη Μονάδα, στην αγκαλιά του Επισκέπτη, τα πάντα θα αλλάξουν κι εκεί. Το βρέφος θα δώσει παλμό στον χρόνο και θα ανασυγκολλήσει τον κόσμο.

Το παιδί θα ονομαστεί Άλμα, δηλαδή ψυχή – και θα εμφυσήσει ζωή στους «χάρτινους, δισδιάστατους», ανώνυμους τροφίμους της Μονάδας, στους οποίους το ίδιο θα προσδώσει ονόματα από τα μέρη και τα πάθη του σώματος: Παλάμη, Ωλένη, Χολή, Λαγόνα, Τομή, Ουλή. Μέσα στη χρόνια απουσία δυνατοτήτων αληθινής ανταλλαγής που αποσαθρώνει τη ζωή αυτών των ανθρώπων, η έλευση του παιδιού θα διανοίξει έναν αποφραγμένο συναισθηματικό θύλακα. Η Άλμα θα γίνει η φωνή για «όλες τις λέξεις που κανείς δεν τους είπε ως τώρα». Θα τους θεραπεύσει, συμπυκνώνοντας όλες τους τις απώλειες σε μια παρουσία –τη δική του– κι έτσι απαλύνοντάς τες. Το αντάλλαγμα που ζητά δεν είναι παρά το χάδι, χωρίς το οποίο το παιδί δεν θα ζήσει. Το παίρνει πλουσιοπάροχα. Γιατί κρατώντας το στην αγκαλιά τους, οι άνθρωποι της Μονάδας συναντιούνται με τον εαυτό τους, δηλαδή με έναν άλλο μέσα τους, ο οποίος αγνοούνταν ως τότε. Ποτέ πια δεν θα είναι μόνοι.

Ο Χρήστος Χρυσόπουλος έγραψε μιαν αλληγορία για την εισδοχή ενός παιδιού στη ζωή και για τη μεταμορφωτική δύναμη που ασκεί στο περιβάλλον του. Ισορροπώντας στο μεταίχμιο ποίησης και πεζογραφίας, εναλλάσσοντας τον νοθευμένο ρεαλισμό των υποβλητικών, κάποτε ονειρικών περιγραφών του με αφηγήσεις καθήλωσης και διαλόγους μπεκετικής γυμνότητας, μεταπηδώντας από τις φωνές των τροφίμων που συνηχούν μέσα στην ερημία τους χωρίς ποτέ να συναντιούνται στον εντατικό μονόλογο της εγκυμονούσας μητέρας, συλλαμβάνοντας σαν ευαίσθητος ψηφιακός δέκτης τις ψυχικές διεργασίες που συντελούνται εν αναμονή της γέννας και μεταφέροντας στη γλώσσα τη ρυθμική αγωγή του τοκετού, ο Χρυσόπουλος συνθέτει ένα δοξαστικό στο παιδί ως φορέα ενός μοναδικού, πολύτιμου νοήματος.