Βιβλιο

Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Μόλις ένα χρόνο μετά το «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» επιστρέφει

Με τη συλλογή διηγημάτων «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα)

Δημήτρης Καραθάνος
ΤΕΥΧΟΣ 299
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μόλις ένα χρόνο μετά το «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» επιστρέφει... με τη συλλογή διηγημάτων «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 286). Βετεράνος δημοσιογράφος, βραβευμένος μυθιστοριογράφος με πλήθος έργων διασκευασμένων για το θέατρο και τον κινηματογράφο, ο Θεσσαλονικέας συγγραφέας μοιάζει να διανύει τις καλύτερες στιγμές του.

Αυτή η καινούργια συλλογή διηγημάτων εκδίδεται σε πολύ σύντομο διάστημα σε σχέση με το τελευταίο σας μυθιστόρημα. Γιατί;
Γιατί, όπως είπα, τα βιβλία δεν γράφονται το ένα μετά το άλλο, αλλά σε παραλληλία. Όταν συρράπτω ένα μυθιστόρημα, αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχω και μια ταυτόχρονη έμπνευση για ένα διήγημα ή ένα σενάριο. Τα παλεύω όλα μαζί, στον ίδιο χρόνο, αλλά σε διαφορετικές κυμάνσεις του. Δεν υπάρχει μονοκαλλιέργεια. Εξάλλου, το πνεύμα όπου θέλει πνέει. Άμα σου ’ρθει η καλή ιδέα δεν την αφήνεις, άσχετα αν γράφεις κάτι άλλο. Οι διαδρομές του μυαλού και οι συγκυρίες είναι άπειρες. Το πρόβλημά μου πάντα δεν ήταν τι θα γράψω, αλλά τι θα προλάβω να γράψω. Και τώρα περισσότερο, γιατί είμαι στα πενήντα εφτά και μου έμεινε μόνο μια κατηφόρα. Μακάρι να μου δώσει ο αποπάνω λίγη παράταση, να ’χει κρατήσει καθυστερήσεις.  

Τα περισσότερα διηγήματα του «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» διαδραματίζονται στο βορειοελλαδίτικο χώρο. Πιστεύετε ότι το γεγονός αυτό τους προσδίδει μια ιδιαίτερη απόχρωση;
Η γεωγραφία στα δικά μου κείμενα είναι προσχηματική και δεν θα βοηθούσε σε τίποτα τους τουρίστες. Υπάρχουνε πραγματικές τοποθεσίες σε συνδυασμό με άλλες επινοημένες. Μια ιστορία που την εμπνεύστηκα στη Χίο, μπορεί να γράψω ότι συνέβη στην Ξάνθη και τούμπαλιν – ή στην Αιτωλοακαρνανία. Η ιδιαίτερη απόχρωση προκύπτει όχι από τη γεωγραφία μου, που είναι θεληματικά έωλη και φτιαχτή, αλλά από τον ψυχισμό μου, που έχει διαμορφωθεί στον Βόρειο χώρο. Και βάζω να συμβαίνουνε οι ιστορίες μου εκεί για να δημιουργήσω τη σχετική μυθολογία και κάποια ενότητα – άσε που τώρα τελευταία έχουνε κλείσει και τα Τέμπη.

Οι τοποθεσίες εξυπηρετούν το φαίνεσθαι του κειμένου όχι τον ένδον, βαθύτερο πυρήνα του. Είναι αυθαίρετες, είναι ένα δικό μου παίγνιο. Ο Καβάφης είχε την Αλεξάνδρεια, ο Παπαδιαμάντης την Σκιάθο, ο Σκαρίμπας τη Χαλκίδα. Έ, τώρα με τον νέο Καλλικράτη, να μην πιάσω κι εγώ, μέσα στο παραλήρημά μου, μια μικρή, δική μου περιφέρεια, να διαφοροποιηθώ;

«Ένα παρήγορο σημάδι για όσους αγαπούν την καλή λογοτεχνία» γράφει για τη δουλειά σας ένας κριτικός του μεγέθους του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Γενικότερα, μάλιστα, οι κριτικοί είναι ιδιαίτερα υποστηρικτικοί απέναντι στη δουλειά σας. Θα επηρεαζόσασταν αρνητικά στην αντίθετη περίπτωση;
Ένας καλός λόγος, δίκαιος ή όχι, πάντα γλυκαίνει τη ματαιοδοξία μας. Το ’χουμε ανάγκη. Είμαστε αδύναμα πλάσματα, εγωκεντρικά. Την κακή κριτική την αντέχω – αν νιώσω πως είδε πράματα που δεν τα είδα δει πριν εγώ, ως όφειλα, για να τα αποφύγω. Αν όμως είναι στημένη ή δεν αντλεί την έμπνευσή της από το ίδιο το κείμενο αλλά από έξωθεν προκαταλήψεις, το καταλαβαίνω, οπότε απλώς εκνευρίζομαι. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και οι άδικες και οι δίκαιες κριτικές, έπαινοι ή ψόγοι, βοηθάνε, αν έχεις την ανάλογη ταπεινότητα ή μεγαλοφροσύνη. Αλλά δεν τις έχω πάντα, να μη λέμε ψέματα.

Σας το ρωτώ αυτό γιατί, περισσότερο ή λιγότερο, όλοι υπάρχουμε μέσα από το βλέμμα των άλλων – ή μήπως όχι;
Ναι, αν νιώθουμε πως το βλέμμα τους είναι πιο οξύ απ’ το δικό μας, τουλάχιστον στο συγκεκριμένο θέμα που συζητάμε. Αν ο άλλος είναι μισότριβος, άσχετος ή προκατειλημμένος, τι να το κάνεις το βλέμμα του; Η κρίση έχει νόημα όταν κομίζει κάτι βαθύτερο, όταν νιώθεις ότι αποκαλύπτει κάτι, σε σένα ή στον αναγνώστη, κάτι δύσκολα ορατό, κάτι που πάει και το δικό μας μυαλό πιο πέρα. Οι κοινοτοπίες, θετικές ή αρνητικές, δεν προάγουν το παίγνιο. Οι ιδιοτέλειες το ίδιο. Πάντως υπάρχουνε άνθρωποι, μυαλά, που βλέπουνε πολύ βαθιά, με γνώση, οξύτητα και χιούμορ, κι αυτό είναι σημαντικό για όλους μας. Μπορεί να μην είναι πολλά, αλλά βοηθούν να συνεχιστεί το παιχνίδι με κάποια δικαιοσύνη και σε υψηλό επίπεδο – διότι, απ’ την άλλη, πάντα καραδοκούν ένα σωρό ημι-άσχετοι, κομματικοί, διαδρομιστές, άγευστοι ζωής και ημίαιμοι.

Πόσο ποντάρει το γράψιμό σας στην πραγματικότητα και πόσο στην επινόηση;
Και στα δύο ποντάρει, με δοσολογία κατά περίπτωσιν. Ή, στην μείξη τους. Ανάλογα. Τα πράγματα μπερδεύονται στο έσοπτρον και στη διαδικασία γραφής, που είναι ένα παλίμψηστο. Προέχει η τελική ιστορία. Και υπάρχουνε κείμενα απευθείας εμπνευσμένα από ένα γεγονός, άλλα εντελώς επινοημένα. Αλλά και η φαντασία είναι μια πραγματικότητα – αν και, τελικώς, η μόνη πραγματικότητα είναι το κείμενο. Αυτό μένει.