Βιβλιο

Ηλίας Πετρόπουλος (1928-2003): Ο λαογράφος του άστεως

Διαθέσιμα και πάλι τα βιβλία του

Δημήτρης Φύσσας
ΤΕΥΧΟΣ 454
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

O Ηλίας Πετρόπουλος πέθανε δέκα χρόνια πριν (Σεπτέμβρης του 2003, στο Παρίσι, από καρκίνο). Μ’ αυτή την αφορμή, παρουσιάζουμε σήμερα στους αναγνώστες της A.V. τον ουσιαστικό ιδρυτή της σύγχρονης αστικής μας λαογραφίας.

Μια (μακρινή αλλά) προσωπική σχέση

Παλιά «Εστία», στη Σταδίου. 1972, είμαι μόνο 16 χρονώ. Έχω στα χέρια μου λεφτά, δεν θυμάμαι με ποια περίεργη αφορμή. Ξεφυλλίζω και μετά αγοράζω το βιβλίο «Ρεμπέτικα τραγούδια», αυτοέκδοση του συγγραφέα. Αποκάλυψη. Ρεμπετολογούσα ήδη με τον πατέρα μου – μας κοίμιζε παλιότερα με ρεμπέτικα, εμένα και τον αδερφό μου. Ήταν και φίλος του Μουφλουζέλη. Μας πήγαινε και στο Γιουσουρούμ. Μετά το βιβλίο αυτό, απογίνομαι. Ο πατέρας μου με μαθαίνει ποια είναι η μουσική των τραγουδιών που τα βρίσκω μέσα στο βιβλίο ως στίχους. Αγοράζω Βαμβακάρη, Τσιτσάνη και κάτι δίσκους 78 στροφών που παίζονταν με δυσκολία στο ραδιοπικάπ του σπιτιού. Κάπου στον Πειραιά, αγοράζω κι ένα τρίχορδο μπουζούκι (δεν έμαθα ποτέ, αλλά έμαθε και το παίζει υπέροχα ο αδερφός μου. Κι όλα αυτά, παράλληλα με Doors, Joan Baez και άλλα συναφή).

Μεταπολίτευση, πολιτικοποίηση, το ΚΚΕ αντίθετο με το ρεμπέτικο (τότε), αλλά το τραγούδι αυτό είναι η δική μας κρυφή αγάπη. Ρεμπέτικες κομπανίες και συναυλίες παντού. Ο Σαββόπουλος από καιρό τραγουδούσε: «Ο πατέρας μου ο Μπάτης». Τώρα όμως ακούμε ζωντανά τον Ρούκουνα ή τη Ρόζα Ασκενάζη στην Πλάκα. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος βάζει (και) μερικά ρεμπέτικα στον «Θίασο». Η ρεμπετολογία ανθεί. Αγοράζω την «Αυτοβιογραφία» του Μάρκου Βαμβακάρη στην παλιά, ανεύρετη σήμερα έκδοση. Η Γκέιλ Χολστ βγάζει τον «Δρόμο για το ρεμπέτικο». Ο Στάθης Δαμιανάκος την «Κοινωνιολογία του ρεμπέτικου» – και πλακώνεται με τον Πετρόπουλο. Άλλοι σημαντικοί άνθρωποι, που μερικοί ρεμπετολογούσαν ήδη και πριν τη δικτατορία, εμφανίζονται και συνεισφέρουν: ο Κουνάδης, ο Παπαϊωάννου, ο Χατζηδουλής, ο Σχορέλης, ο Μεσθεναίος. Συνειδητοποιώ εκ των υστέρων ότι ο Πετρόπουλος είχε οργανώσει την πρώτη συναυλία με παλιούς ρεμπέτες ήδη από το 1968, στο Χίλτον (!).

image

Όμως ο Πετρόπουλος, παρόλο που θα ξαναβγάλει τα «Ρεμπέτικα» σε νέα, μεγάλη έκδοση, έχει ήδη δείξει ένα ευρύτερο πρόσωπο. Συνειδητός άθεος, κατάφερε από πολύ νωρίς να το γράψει στην ταυτότητά του. Μας έχει διδάξει τα «Καλιαρντά» (έχω τη δεύτερη έκδοση, του 1974). Έχει πάει φυλακή («Της φυλακής», εδώ έχω την πρώτη έκδοση του 1975. Γενικά από δω και πέρα έχω τις πρώτες εκδόσεις των λαογραφικών του βιβλίων) για τα «Ρεμπέτικα» και τα «Καλιαρντά». Συγκρούεται με το ακαδημαϊκό κατεστημένο. Τονίζει τη σημασία του τούρκικου υποστρώματος στον ελληνικό πολιτισμό («Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι»). Μελετάει τη σχέση υπόκοσμου και Καραγκιόζη (1978). Καταγράφει ό,τι θυμάται από το παλιό «Μπουρδέλο» (1979). Βγάζει το «Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη» (την ίδια χρονιά). Εξαιτίας του βιβλίου αυτού (που το πουλάγαμε με τις ντάνες στο βιβλιοπωλείο «Δέλτα» του Δημήτρη Δημακαράκου Πατησίων 32, εκεί δούλευα τότε) καταδικάζεται σε φυλάκιση για πολλοστή φορά και εκπατρίζεται στο Παρίσι, για να μη γυρίσει ποτέ πια στη χώρα του.

Με το τερατώδες φωτογραφικό και θεματικό αρχείο που έχει κουβαλήσει μαζί του και σε αδιάλειπτη επαφή με την Ελλάδα, συνεχίζει να γράφει: δεκάδες βιβλία και εκατοντάδες άρθρα γράφονται στο Παρίσι. Επίσης δίνει συνεντεύξεις, καθώς είναι πλέον ένα διάσημο πρόσωπο, πόλος έλξης για ένα σημαντικό αριθμό ανήσυχων νέων μελετητών, τους οποίους και βοηθάει στις έρευνές τους. Ακόμα, συνεχίζει να οργανώνει ρεμπέτικες συναυλίες στο εξωτερικό.

Υπό την επιρροή του Πετρόπουλου, που τον θεωρώ έναν από τους μακρινούς μου δασκάλους, γράφω ένα άρθρο για τους περιθωριακούς τύπους στο Μοναστηράκι και το δημοσιεύω στον «Οδηγητή» της ΚΝΕ με τη βοήθεια του αδελφικού μου φίλου Ζήση Καραβά. Το 1978 στου Ψυρή (που δεν είχε καμιά σχέση με τη σημερινή κυρίλα), συχνάζω στο ύποπτο μαγαζί του Μήτσου, στη Ναυάρχου Αποστόλη (μόνο όποιος είχε πάει καταλαβαίνει περί τίνος επρόκειτο, περισσότερα δεν έχει νόημα να πω). Οι γνωριμίες μου εκεί προφανώς δεν είναι και πολύ καθωσπρέπει.

image

Το 1984 αποχωρώ από το ΚΚΕ: ένας από τους λόγους ήταν η συμπάθειά μου για ό,τι αποκαλείται «περιθώριο», αφού πλέον με ελκύουν οι παπατζήδες, οι φυλακόβιοι, το λαϊκό χιούμορ, οι χασικλήδες, οι πουτάνες, τα τσοντάδικα, τα φτωχικά ξενοδοχεία της Ομόνοιας, τα σινεμά με τα «δύο έργα», η χαρτοπαιξία, τα ξενύχτια στις ταβέρνες με τα βαρέλια, η κρεαταγορά και τα πατσατζίδικα, το γήπεδο της Λεωφόρου, οι φτωχογειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά, τα καροτσάκια «ό,τι πάρεις ένα δεκάρικο», τα παρακμασμένα καφενεία.

Το 1995, βγάζω το δεύτερο βιβλίο μου, το «Αυστηρώς ακατάλληλον» (Δελφίνι). Δεν είναι παρά η συλλογή μου από προγράμματα των αθηναϊκών τσοντάδικων, μ’ έναν πρόλογο για το κλίμα που επικρατεί μέσα σ’ αυτά. Το βιβλίο έχει τυπωμένη την αφιέρωση «στον Ηλία Πετρόπουλο». Του το στέλνω στο Παρίσι μέσω κάποιου που διατείνεται ότι είχε επαφή μαζί του. Ποτέ δεν έμαθα αν το πήρε. Αλλά η ματιά μου σε πολλά από τα πράγματα που βλέπω γύρω μου, είναι, πλέον, σε μεγάλο βαθμό, η δική του.

Το 2005 βγάζω το πρώτο μου μυθιστόρημα, την «Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος» («Εστία»). Ένας από τους τρεις κεντρικούς ήρωες είναι μέγας φίλος του ρεμπέτικου, μετέχει μάλιστα και σ’ ένα φανταστικό «Όμιλο φίλων του ρεμπέτικου» που (δυσ)λειτουγεί στον ελληνικό υπαρκτό σοσιαλισμό, μαζί με τον Πετρόπουλο, τους προαναφερθέντες ρεμπετολόγους και άλλους ακόμα.

image

Τέλος, το 2007, όταν ξεκινάει σ’ αυτήν εδώ την εφημερίδα ο «City Lover», στην πρώτη-πρώτη στήλη που δημοσιεύεται, γράφω το εξής πετροπουλικής έμπνευσης σημείωμα: «Δύο πόλοι. Δύο πόλοι - δύο κόσμοι ορίζουν το κέντρο της πόλης μας. Το Σύνταγμα, με “προεκτάσεις” Κολωνάκι, Attica Stores, μέγαρο Μαξίμου, Προεδρικό, υπουργεία, ξενοδοχεία πέντε αστέρων και πεζοδρομημένη Ερμού. Και η Ομόνοια, με “προεκτάσεις” Κουμουνδούρου, Κάνιγγος, Αιόλου, Αθηνάς, Σωκράτους, σεξ σοπ και καρότσια “ό,τι πάρετε €1”. Εγώ δηλώνω Ομονοιακός. Εσύ; Για σκέψου το». Έκτοτε τηρώ σχεδόν απαρέγκλιτα αυτή τη δέσμευση.

Προφανώς και δεν συμφωνώ σε όλα με τον Πετρόπουλο. Ούτε κείνος συμφωνούσε σε όλα με το δικό του δάσκαλο, τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Π.χ. ο Πεντζίκης ήτανε νεορθόδοξος, αν όχι θεούσος, ενώ ο Πετρόπουλος ήτανε άθεος. Έτσι και γω δεν συμφωνώ με το πολυτονικό του, την κάποια καθαρευουσιάνικη τάση του (αν και νομίζω ότι είναι στοιχείο ύφους που προωθεί την ειρωνεία του), την εγγενή τσαπατσουλιά που οδηγεί ενίοτε σε λάθη και προχειρότητες, τον άδικο αντιδυτικισμό του, την αγάπη του για τον (αφόρητο κατά τη γνώμη μου) Πεντζίκη, τον εγωτισμό του, την καφεμαντεία κ.λπ.

Αλλά συμφωνώ σε πολλά, πολλά, πολλά άλλα – και πρώτα πρώτα στη ματιά που επιφυλάσσει σε κάθε λεπτομέρεια της πόλης.

Το έργο του Πετρόπουλου

Το έργο του Πετρόπουλου αποτελείται από 80 περίπου βιβλία και βιβλιαράκια, καθώς και πολλές εκατοντάδες άρθρα. Θεματικά, μπορεί (ίσως) να διαιρεθεί σε πέντε μεγάλες κατηγορίες: 1. Εικαστική κριτική 2. Φωτογραφικά και οπτικά τεκμήρια 3. Λογοτεχνία 4. Μετάφραση 5. Λαογραφία – αν και τα όρια δεν είναι πάντοτε σαφή. (Όπως γράφει και ο ίδιος, «Το ακόμα μισοτελειωμένο αυτό βιβλίο θα είναι αχαρακτήριστο. Δηλαδή, δεν ξέρω σε ποια κατηγορία να το εντάξω». Πρόλογος από «Το άγιο χασισάκι», αλλά ισχύει και για άλλα).

image

Τα εικαστικά του, που είναι πάρα πολλά (ιδίως μελέτες για ζωγράφους) και εντοπίζονται κυρίως στη νεανική του ηλικία, δεν είμαι σε θέση να τα κρίνω, λόγω έλλειψης βασικών γνώσεων. Ωστόσο, η εικαστική ματιά είναι παρούσα σε όλο το έργο του: ζωγράφιζε (και δημοσίευε) θαυμάσια σκίτσα, έστηνε ο ίδιος τις σελίδες των βιβλίων του, διάλεγε την εικονογράφηση κ.λπ.

Τα φωτογραφικά του είναι επίσης πολλά και σπουδαία, καταγράφουν δε απρόσμενες πλευρές της νεοελληνικής αστικής πραγματικότητας. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα βιβλία οπτικής τεκμηρίωσης, όπως «Της φυλακής», που αποτυπώνει όψεις της φυλακίστικης ζωής.

Τα καθαυτό λογοτεχνικά και μεταφραστικά του δεν τα έχω διαβάσει όλα. Όσα όμως έχω διαβάσει (όπως η μετάφραση της «Αποκάλυψης» του Ιωάννη, το ποίημα «Σώμα» ή τα ποιήματα από την «Παλατινή Ανθολογία») δεν νομίζω ότι προσθέτουν κάτι ιδιαίτερο στη φήμη του. Αντιθέτως, άκρως λογοτεχνικά βρίσκω πολλά λαογραφικά κείμενά του, ενίοτε μάλιστα με ποιητική εμμονή που αδιαφορεί για τη λαογραφική πλευρά. Το κορυφαίο τέτοιο κείμενο είναι, νομίζω, ο δικαίως φημισμένος «Επικήδειος» για το τέλος του ρεμπέτικου, από το σχετικό βιβλίο.

Η λογοτεχνικότητα του Πετρόπουλου είναι ιδίως λαογραφική – ή και το αντίθετο. Τολμάω να πω ότι είναι καλύτερος λογοτέχνης όταν γράφει τα λαογραφικά του, παρά όταν γράφει λογοτεχνία. Νομίζω ότι κι ο ίδιος τον εαυτό του, τουλάχιστον από ένα σημείο και πέρα, πρώτα απ’ όλα λαογράφο τον θεωρούσε (ουδόλως μ’ ενδιαφέρει εδώ το επιστημολογικό ζήτημα τού αν υφίσταται όντως ή όχι Λαογραφία, ποια η σχέση της με την Εθνολογία ή την Κοινωνική Ανθρωπολογία κ.λπ.).

Ο Πετρόπουλος και η ελληνική λαογραφία

Ο Πετρόπουλος δεν είναι ο πρώτος που έγραψε λαογραφία του άστεως. Είχαν προηγηθεί άλλοι, όπως ο Μερακλής ή ο Λουκάτος. Αλλά ο Πετρόπουλος είναι ο αληθινός ιδρυτής της, επειδή αυτός της προσέδωσε το απαραίτητο στοιχείο κάθε νέας επιστήμης: μια κάποια θεωρία που να τη διακρίνει από τις άλλες. Στη θεωρία του αυτή –που φέρει την αποκλειστική υποκειμενική του σφραγίδα– περιλαμβάνονται τα εξής στοιχεία:

Χλευασμός στον ακαδημαϊσμό. Οι πανεπιστημιακοί, ακαδημαϊκοί, φιλόλογοι, γλωσσολόγοι, ιδίως οι εθνοκεντρικοί, λούζονται με τα μύρια όσα.

Αστική αποκλειστικότητα. Δεν ασχολείται με την πόλη παρεμπιπτόντως, στο περιθώριο των ηθογραφικών αναζητήσεων του χωριού, μα αποκλειστικά. Δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου τα κουδούνια των τράγων, τα σιγκούνια και οι αργαλιοί, μα οι δρόμοι των πόλεων. Στην κατεύθυνση αυτή είναι δοσμένος με συνέπεια.

image

Μη συστηματικότητα. Η απουσία συστηματικού σχεδίου είναι φανερή σε κάθε βιβλίο του. Η βιβλιογραφία και η υποσημείωση ανακατεύονται στο κυρίως κείμενο. Ο πίνακας περιεχομένων θεωρείται, στα παλιότερα τουλάχιστον βιβλία του, περιττός. Κυριαρχούν η συνειρμική παρέκβαση, ο άκρος υποκειμενισμός, η αβέβαιη ανάμνηση, η τσαπατσουλιά και άλλα γοητευτικά ελαττώματα.

Εμμονή στη λεπτομέρεια. Την προσοχή του την τραβάνε τομείς που όλοι τούς ξέρουμε ή θέματα που όλοι τα βλέπουμε, μα δεν τα προσέχουμε. Ο Πετρόπουλος ασχολείται με τα περίπτερα, τις ψείρες (και μαζί την ψώρα, τη σκνίπα, το σπιτόφιδο κ.λπ.), το μουστάκι (ο ακριβής τίτλος του: «Ο μύσταξ»), τη διακόσμηση των φορτηγών, τη φασολάδα, το μαγκάλι, το μάτι του βοδιού (είναι ο κυκλικός φεγγίτης των σπιτιών), τα κλουβιά των πουλιών, το μπουρδέλο κ.λπ., κ.λπ. «Το Αντικείμενο είναι ο βασιλιάς της Παρατήρησης», καθώς γράφει ο ίδιος.

Αποενοχοποιημένη ανάδειξη του υπόκοσμου. Κι άλλοι έχουν γράψει για το θέμα. Ο Πετρόπουλος, όμως, δεν χρειάζεται προσχήματα. Δεν τον σατιρίζει, όπως ο Τσιφόρος. Δεν ηθικολογεί, όπως ο Καπετανάκης. Δεν τον καταγράφει ξερά, όπως ο Πικρός. Δεν εξεγείρεται, όπως ο Καρκαβίτσας. Δεν είναι εκλεκτικιστής, όπως ο Κονδυλάκης. Δεν είναι συμπτωματικός, όπως ο Μητσάκης. Δεν είναι δευτερογενής, μη βιωματικός γνώστης, όπως τόσοι άλλοι. Είναι ένας καταγραφέας και ταυτόχρονα ερμηνευτής, όχι ουδέτερος, αλλά μαχητικός φιλοϋποκοσμικός, που ζει το θέμα του σε μεγάλο βαθμό από μέσα.

Διδακτικότητα. Κλείνοντας ένα βιβλίο του Πετρόπουλο, όλο και κάτι καινούργιο θα έχεις μάθει. Μονογραφία, δοκίμιο ή έρευνα, το κάθε βιβλίο του έχει πρωτότυπο θέμα και φρέσκια οπτική, μεταδίδοντας συμπυκνωμένη νέα γνώση. Αλλά όχι με το διδακτισμό του γυμνασιάρχη: όχι κουνώντας το δάχτυλο, ούτε κανοναρχώντας.

Σφαιρικότητα. Η πετροπουλική Λαογραφία είναι πολυεδρική. Άσχετα με το εκάστοτε επιμέρους θέμα, συνδέεται άρρηκτα με τομείς όπως η Ιστορία (ιδίως το στιλ του Φαίδωνα Κουκουλέ, που ήταν ο πατέρας της δεύτερης γυναίκας του, της επίσης λαογράφου Μαίρης Κουκουλέ), η Λεξικογραφία, η Συγκριτική Γλωσσολογία, η Αρχιτεκτονική, η Αρχαία Γραμματεία, η Προφορική Παράδοση, η Λογοτεχνία, το Τραγούδι, η Τουρκολογία, οι Εικαστικές Τέχνες, η Πολιτική Ανάλυση κ.λπ. – ακόμα και η Λιβελλογραφία.

Εμμονή στην οπτικότητα. Όπως έγραψα ήδη, πουθενά στον Πετρόπουλο δεν υπάρχουν μόνο τυπωμένες λέξεις, πάντα και παντού συνυπάρχει (ενίοτε κυριαρχεί) το οπτικό υλικό.

Αντιφατικότητα στην απόσταση του εαυτού του από το αντικείμενό του. Με μία έννοια, ο Πετρόπουός αφίσταται από το αντικείμενό του. Δεν είχε δοκιμάσει ποτέ του χασίς, αλλά έγραψε το «Άγιο χασισάκι». Δεν θέλησε τάφο (ζήτησε να καεί το πτώμα του, κι η στάχτη του να ριχτεί στις υπονόμους του Παρισιού: κι έτσι έγινε), είχε μελετήσει όμως τα νεκροταφεία. Δεν ήταν ομοφυλόφιλος, έγραψε όμως τα «Καλιαρντά». Από την άλλη, σχεδόν σε ό,τι αναφέρεται επιστρατεύει τον ανεξάντλητο όγκο των αναμνήσεών του (όπως όλοι οι γέροι λαογράφοι, καθώς λέει), χρωματίζοντας τα πάντα με την υποκειμενική ματιά του προσωπικού του παρελθόντος.

image

Ψυχαγωγικότητα. Πρόκειται για ένα συγγραφέα που –ακόμα κι αν δεν συμφωνείς μαζί του– ποτέ δεν γίνεται βαρετός. Κάθε βιβλίο του προσφέρει άφθονη ψυχαγωγία και αναγνωστική τέρψη, νομίζω επειδή πάντα σκέφτεται τον αναγνώστη του.

Προσωπικό ύφος - Λογοτεχνικότητα. Η μικτή γλώσσα, η συνεχής (αυτο)ειρωνεία, το χιούμορ, οι δηκτικές πολιτικές αναφορές, η αυτοαναφορικότητα (άλλοτε ως αυτοσαρκασμός και άλλοτε ως αυταρέσκεια) δημιουργούν ένα συγγραφικό στιλ απαράμιλλο και αμέσως αναγνωρίσιμο, πράγμα σπανιότατο σε όλο το συγγραφικό σινάφι. Όσο για τη λογοτεχνική διάσταση, που εμποτίζει (και) το λαογραφικό του έργο, αναφέρθηκα πριν.

Αναρχοαριστερίζουσα ιδεολογία. Αποτελείται από ένα εκλεκτικιστικό μίγμα: αθεΐα, αντιεθνικισμός, αντιμικροαστισμός, αντιμαρξισμός, αναρχίζων αντικρατισμός, αντιδυτικισμός και αντισυντηρητισμός. Μ’ αυτή την έννοια έγραψα πριν ότι ο Πετρόπουλος είναι μαχητικός υπέρ του υποκόσμου.

Μοναδικότητα και μεταθανάτια ακύρωση. Ο Πετρόπουλος είναι ένα δέντρο δίχως καρπούς. Όπως ο Κάλβος, είναι βασικά αυτοδίδακτος και δίχως γνήσιους απογόνους. Πολλοί παίρνουμε κάποια στοιχεία ή τμήμα της μεθόδου του, κανείς όμως δεν μπορεί να τον συνεχίσει πλήρως. Κανένας άλλος δεν γράφει, δεν μπορεί να γράψει έτσι. Είναι από μόνος του ένας λαογραφικός - ποιητικός κλάδος, που με το θάνατό του τελειώνει. Έργα του θα συνεχίσουν να έρχονται στο φως, τα παλιά θα επανεκδίδονται. Αλλά γνήσιοι επίγονοι γιοκ. Μ’ αυτή την έννοια, αποτελεί μια έντονη μεν, αλλά θνησιγενή ανανέωση της λαογραφίας μας.

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

«Παροιμίες του υποκόσμου». Όχι μόνο παροιμίες, αλλά και παροιμιώδεις εκφράσεις και κλισέ «της Φάρας, ήτοι του υποκόσμου», όπως γράφει ο ίδιος. Μερικά λήμματα πασίγνωστα, άλλα παντελώς άγνωστα.

«La kiosque grec». Άλμπουμ με φωτογραφημένα περίπτερα, μικρές Έβγες, καπνομάγαζα και συναφή μαγαζάκια απ’ όλη την Ελλάδα. Η ασπρόμαυρη πραγματικότητα του 1974-75. Με ελάχιστη εισαγωγή του συγγραφέα για την αρχιτεκτονική τυπολογία του νεοελληνικού περίπτερου.

«Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη». Μείζον έργο. Μελέτη σημαντικού τμήματος του υπόκοσμου με σπάνια δομική οργανωτικότητα και πολύ χιούμορ, υπό τη μορφή μαθημάτων στο Β.Ι. Τ.Τ.Δ. (= Βασιλικόν Ινστιτούτον Τέχνης και Τεχνικής των Διαρρηκτών) της Antiqua (=Ελλάδα). Χαρακτηριστικά είναι τα πέντε μέρη του βιβλίου «Η θεωρία της κλοπής», «Ο κλέφτες», «Στην αστυνομία», «Στο δικαστήριο» και «Στη φυλακή». Φυσικά, κάθε μέρος έχει πολλά κεφάλαια. Εξαίρεση: σχεδόν ανεικονογράφητο.

«Καλιαρντά». Πιθανώς το πρώτο στον κόσμο Λεξικό της διαλέκτου των ομοφυλόφιλων (βγήκε το 1971). Αξίζει να προσεχτεί πόσες λέξεις έχουν, έκτοτε, μπει κανονικότατα στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Η νέα έκδοση διαθέτει επίμετρο με την ιστορία τού πώς γράφτηκε το βιβλίο, συν επιπλέον λέξεις.

«Καπανταήδες και μαχαιροβγάλτες». Σειρά ημιανεξάρτητων κομματιών που προωθούν περαιτέρω τη ρεμπετολογία (κι όχι μόνο). Ο ναργιλές, ο Χριστιανόπουλος, τα παλουκώματα, ο Χατζηδάκις, τα τσόκαρα, ο φωνόγραφος και πολλά άλλα, συνήθως απρόσμενα, είναι εδώ. «Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι». Μικρή και ευσύνοπτη μελέτη, η οποία περιέχει αυτό που λέει ο τίτλος της. Μερικές πλευρές: τα είδη του τούρκικου (και όχι ελληνικού! Ελληνικός είναι ο φραπές) καφέ, η οργάνωση του παλιού καφενείου, ο καφές στη λογοτεχνία, ο ερχομός του καφέ στην Τουρκία και στην Ελλάδα κ.λπ. Ωραίο οπτικό υλικό.

«Ρεμπέτικα τραγούδια». Το μεγαλύτερο σε όγκο βιβλίο του. Παρότι αμφισβητημένη και ανασκευασμένη σε αρκετά σημεία της (ιδίως από Κουνάδη - Παπαϊωάννου), νομίζω ότι παραμένει η σημαντικότερη έρευνα για το ρεμπέτικο τραγούδι, σημείο αναφοράς για κάθε φίλο του είδους. Τεράστια συλλογή τραγουδιών, corpus κειμένων, φωτογραφίες.

«Το άγιο χασισάκι». Κι εδώ παραπλανητικός τίτλος. Σειρά κομματιών (δημοσιευμένων και αδημοσίευτων) για ποικίλες όψεις του ρεμπέτικου, του υπόκοσμου κ.λπ. Χασίς, μπουζούκι, φυλακή, αργκοτικό λεξιλόγιο, ο «Τζογές» (= Σώτος Πετράς) της «Βραδυνής», επανεκτελέσεις ρεμπέτικων κ.λπ.

«Ιστορία της καπότας». Ο τίτλος επίσης παραπλανητικός: «Η καπότα είναι ένα στενό θέμα, που το άδραξα για να πω άλλα πολλά, παράλληλα και συγγενικά». Άρα μιλάμε για μείζον και πολύμορφο ερωτογράφημα, υπό μορφή επιστολών του συγγραφέα από το Παρίσι προς διαφόρους (και συνήθως ανύπαρκτους) παραλήπτες. Εκπληκτική εικονογράφηση και μέγας όγκος πληροφοριών, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σύγχρονες σεξουαλικές αγγελίες.

«Υπόκοσμος και Καραγκιόζης». Το κατά τη γνώμη μου συστηματικότερο έργο του. Εξαντλητική μελέτη για τη σχέση των δύο αυτών τομέων, με υποδειγματική αξιοποίηση των πηγών και εξαίρετο οπτικό υλικό. Κυριαρχεί, βεβαίως, η φιγούρα του Σταύρακα.

Info: Τα βιβλία του Πετρόπουλου κυκλοφορύν πλέον από τις λαμπρές εκδόσεις «Νεφέλη», σε μια σειρά που έχει τίτλο «Άπαντα Ηλία Πετρόπουλου». (Εξαιρούνται τα "Ρεμπέτικα τραγούδια", που μένουν πιστά στη μνημειώδη έκδοση του εξίσου καλού "Κέδρου"- δεν ξέρω κι αν μου ξεφεύγει και κανένα ακόμα). Επομένως, εμείς οι πετροπουλικοί ελπίζουμε ότι θα μπορούσε να περιλάβει και τα ανέκδοτα ή ημιτελή, που είναι πάρα πολλά. Αν τυχόν θέλετε να δείτε τον Πετρόπουλο να μιλάει, αναζητήστε στο ίντερνετ το ντοκιμαντέρ «Ηλίας Πετρόπουλος: Ένας κόσμος υπόγειος», της Καλιόπης Λεγάκη.

d.fyssas@gmail.com