Βιβλιο

Νέο ξεκίνημα

Το διήγημα που κέρδισε την 3η διάκριση στο Διαγωνισμό Διηγήματος στην 36η Γιορτή Βιβλίου

A.V. Guest
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Της Έλενας Γιοβανάκη

Πέμπτη βράδυ. Αυτοκίνητα πάνε κι έρχονται έξω απ’ τη στάση του μετρό. Η Άννα ξεκρεμάει την τσάντα από τον ώμο της. Σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Δεν βλέπει την ώρα να γυρίσει σπίτι. Να κάνει ένα μπάνιο και να πέσει για ύπνο. Κούραση και σήμερα. Πολλές μέρες τώρα. Λίγη ακόμα κούραση αύριο το πρωί. Και μετά, όλα θα αλλάξουν. Στις οκτώ θα έρθει το φορτηγό για τη μετακόμιση. Από αύριο τέρμα στο δυαράκι της Πιπίνου.

Βάζει το χέρι στην τσάντα της και πιάνει το μπρελόκ της. Τα ολοκαίνουργια κλειδιά αστράφτουν στο χέρι της. Αχρησιμοποίητα ακόμη. Νέο ξεκίνημα. Από αύριο θα μένει επιτέλους με τον Γιώργο. Χαμογελώντας βάζει τα κλειδιά πίσω στην τσάντα και βγάζει το κινητό της. Δεν συνηθίζει να τον ενοχλεί στη δουλειά, αλλά αυτή τη στιγμή νιώθει βαθιά την ανάγκη να ακούσει τη φωνή του. Μια τέτοια νύχτα δεν γίνεται να κλειστεί στο σπίτι μόνη. Θα πρέπει να σχολάει όπου να’ ναι, της είχε πει πως θα έφευγε μια ανθρώπινη ώρα σήμερα λόγω της αυριανής μετακόμισης. «Ο κύριος Παπαϊωάννου βρίσκεται σε σύσκεψη…» απαντά η γραμματέας στην άλλη γραμμή. Η Άννα κρύβει το κινητό στην τσάντα και βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα της αυτή τη φορά. Τα αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται στη λεωφόρο σαν ένα σμάρι έντομα. Της προκαλούν μια ανεξήγητη ένταση, έναν αναίτιο θυμό.

Ξεμακραίνει λίγο. Κατευθύνεται προς την πλατεία που είναι λιγότερα τα φώτα. Ιούλιος κι η Αθήνα ακόμα γεμάτη. Από αύριο θα είναι όλα πιο ήσυχα, σκέφτεται. Η γειτονιά του Γιώργου δεν έχει πολυσύχναστες λεωφόρους. Τέρμα τα κορναρίσματα, οι φωνές, η πολυκοσμία. Τέρμα και τα τόσα φώτα. Στενότεροι δρόμοι, διώροφα και τριώροφα κτίρια με κήπο, ακόμα και οι πολυκατοικίες στην καινούρια γειτονιά έχουν παρτέρια. Η μυρωδιά που κυριαρχεί το καλοκαίρι είναι αυτή του σπιτικού φαγητού, που βγαίνει μέσ’ από τ’ ανοιχτά παράθυρα κι όχι αυτή των καυσαερίων. Ανάβει τσιγάρο. Από αύριο θα καπνίζει λιγότερο, υπόσχεται στον εαυτό της. Τον ενοχλεί τον Γιώργο ο καπνός μέσα στο σπίτι. Καινούργιες συνήθειες, καινούργια ζωή.

Να μην ξεχάσει να βάλει αφύπνιση, να προλάβει να πιει μια γουλιά καφέ προτού έρθουν οι μεταφορείς. Πόσο καιρό έχει να περάσει ένα ανέμελο πρωινό;

Η φλόγα τής τραβά την προσοχή. Ένας άνδρας ανάβει τσιγάρο καθισμένος σ’ ένα παγκάκι λίγο μακρύτερα. Τον κοιτά φευγαλέα. Την κοιτάζει καθώς το πρόσωπό του τυλίγεται στον καπνό του τσιγάρου του. Εκείνη ταράζεται. Είναι σκοτεινά στην πλατεία. Έπειτα, θυμάται πως βρίσκεται μόλις δύο τετράγωνα από την πολυσύχναστη λεωφόρο. Δεν έχει λόγο να φοβάται.

Στρέφει γρήγορα το κεφάλι της αλλού.

Μήπως να πήγαινε σπίτι σιγά-σιγά; Από την άλλη, δεν θέλει. Είναι τόσο ωραία τα φώτα της πόλης τώρα που τα ξανακοιτάζει. Ξαφνικά η Αθήνα μοιάζει με μια παλιά, αγαπημένη συνήθεια. Από την επόμενη βδομάδα θ’ αρχίσει να αδειάζει. Στις πλατείες, στο Πεδίο του Άρεως, στις ταβέρνες με τις αυλές και στα υπαίθρια μπαράκια θα βρίσκεις μόνο τους λίγους που έμειναν πίσω. Στο Σύνταγμα και την Πλάκα σχεδόν μόνο τουρίστες. Η Άννα έχει περάσει πολλά καλοκαίρια εδώ. Ξέρει πόσο γοητευτική γίνεται. Ακόμα και οι πολυσύχναστες λεωφόροι δεν θα έχουν τόση κίνηση, τόση φασαρία. Νιώθει την ανάγκη να περπατήσει, να χαθεί μέσα στα φώτα της πόλης. Όμως με ποιον; Βγάζει το κινητό και κοιτάζει την ώρα: Δέκα παρά δέκα. Οι φίλοι της θα βρίσκονται ήδη όλοι κάπου έξω τέτοια ώρα είτε στο σπίτι με τους συντρόφους τους. Και ο Γιώργος θα αργήσει να τελειώσει. Ίσα που θα προφτάσουν να πουν μια καληνύχτα –κι αυτή απ’ το τηλέφωνο– προτού εκείνος κλείσει τα μάτια του κατάκοπος. Ίσως δεν προλάβει καν να την ακούσει να του λέει πως ανυπομονεί για αύριο. Έχει κουραστεί πολύ κι εκείνος τις τελευταίες μέρες.

Ο άγνωστος άνδρας πετά το τσιγάρο του και σηκώνεται απ’ το παγκάκι όπου καθόταν. Κάνει μια βόλτα τριγύρω. Προς το μέρος της, θα έπαιρνε όρκο η Άννα. Χαμηλώνει το βλέμμα της. Είχε ζέστη το μεσημέρι, γι’ αυτό φόρεσε αυτό το φουστάνι. Δεν έπρεπε. Το βραδινό αεράκι κάνει τα γόνατά της να ανατριχιάζουν. «Μήπως έχετε ώρα;» Η φωνή του άγνωστου άνδρα ηχεί στ’ αυτιά της σαν απειλή. «Όχι, με συγχωρείτε». Κατευθύνεται βιαστικά προς τη λεωφόρο. Να πάρει ένα ταξί, να πάει σπίτι. Το βραδινό αεράκι κάνει το φουστάνι της ν’ ανεμίζει. Φέρνει στη μύτη της ένα παράξενο άρωμα. Γυρίζει το κεφάλι της σχεδόν στα κλεφτά. Ο άγνωστος άνδρας στέκεται όρθιος στο ίδιο σημείο. Κάπου είχε ακούσει πως τα δαιμόνια στέκουν στο σκοτάδι και παραφυλάνε.

Τέρμα οι βόλτες. Έχει πολλή δουλειά αύριο.

Μόλις φτάνει στη λεωφόρο νιώθει ασφαλής. Ταξί, ωστόσο, δε φαίνεται να περνάει. Το φανάρι έχει προκαλέσει συμφόρηση. Κάτι τέτοιες ώρες χάνει την υπομονή της. Τι κρίμα που δεν είναι μαζί της ο Γιώργος! Να ερχόταν να την πάρει και να έφευγαν μαζί. Πόσο καιρό είχαν να περπατήσουν χέρι-χέρι; Βέβαια, δε θα της έπιανε ποτέ το χέρι στη διαδρομή από την πόρτα ως το αυτοκίνητο. Δεν υπήρχε λόγος. Μακάρι να «το έσκαγε» απόψε, μόνο γι’ απόψε απ’ τη δουλειά! Ξαφνικά το μυαλό της αρχίζει να τρέχει στην αντίθετη διαδρομή. Μήπως δεν την αγαπούσε πια τόσο; Βέβαια, εκείνος της είχε ζητήσει να μείνει μαζί του. Δεν υπήρχε λόγος να ψάχνει άλλους τρόπους να της δείξει την αγάπη του. Ούτε κι εκείνη ν’ αμφιβάλλει. Κι όμως, η αμφιβολία σφηνώνεται ξαφνικά στον νου της. Και δε λέει να φύγει. Άσχημο πράγμα οι ανάγκες ώρες-ώρες. Σαν να κλέβουν κάτι απ’ την ίδια τη ζωή στην προσπάθειά τους να τη σώσουν.

Στρέφει το κεφάλι της σαν να θέλει να τις αποφύγει. Ο άγνωστος άνδρας στέκεται δίπλα της και κοιτάζει τώρα κατά τη λεωφόρο. Είναι άραγε το δικό του άρωμα που φέρνει το αεράκι στη μύτη της; Τι την έπιασε και του απάντησε με τόση αγένεια;

«Κοντεύει δέκα» λέει εντελώς απροειδοποίητα. Ο άγνωστος άνδρας συστήνεται μ’ ένα χαμόγελο. Τα φώτα της πόλης μοιάζουν με άγρυπνα μάτια αυτή τη φορά.

Μόλις η Άννα κλείνει την πόρτα του διαμερίσματός της χτυπά το τηλέφωνό της. Είναι ο Γιώργος. Τελείωσε αργά τη δουλειά, γύρισε σπίτι κομμάτια και έπεσε για ύπνο κατευθείαν. Της ζητά συγγνώμη που δεν τηλεφώνησε νωρίτερα, είχε ξεχαστεί με όλα αυτά. Τη ρωτά τι ώρα θα έρθει το φορτηγό για τη μετακόμιση. Του απαντά ότι το έχει ήδη ακυρώσει. Κάτι είχε προκύψει, θα το συζητούσαν από κοντά. Κλείνει το τηλέφωνο. Ο μέχρι πρότινος άγνωστος άνδρας της χαμογελά κι εκείνη του ανταποδίδει.

Παρασκευή ξημερώματα…


Διαγωνισμός Διηγήματος στην 36η Γιορτή Βιβλίου

Το Διαγωνισμό Διηγήματος μέσω Αυτοματικής Γραφής με θέμα «Η καλοκαιρινή Αθήνα προσπέρασε» διοργάνωσε το Μικρό Πολυτεχνείο. Μετά το σεμινάριο του Θράσου Καμινάκη (Μικρό Πολυτεχνείο), η Κριτική Επιτροπή κατέληξε στους 12 διακριθέντες. Και τα 12 κείμενα θα τα διαβάσετε στο site της ATHENS VOICE (Χορηγός επικοινωνίας).

Οι νικητές:

1. ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΒΡΕΤΤΟΥ Διαβάστε εδώ το διήγημα

2. MANOSNEF ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ Διαβάστε εδώ το διήγημα

3. ΈΛΕΝΑ ΓΙΟΒΑΝΑΚΗ Διαβάστε εδώ το διήγημα

4. ΑΛΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ Διαβάστε εδώ το διήγημα

5. ΝΑΣΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ Διαβάστε εδώ το διήγημα

6. ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΟΣΜΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Διαβάστε εδώ το διήγημα

7. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΧΑΛΟΦΤΗ Διαβάστε εδώ το διήγημα

8. ΕΥΓΕΝΙΑ ΔΟΥΒΑΡΑ

9. ΙΩΑΝΝΑ ΒΡΑΚΑ

10. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΒΑΓΓΑΛΗ

11. ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

12. ΝΑΤΑΣΑ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ