Βιβλιο

Η καλοκαιρινή Αθήνα προσπέρασε

Το Διαγωνισμό Διηγήματος μέσω Αυτοματικής Γραφής με θέμα «Η καλοκαιρινή Αθήνα προσπέρασε» διοργάνωσε το Μικρό Πολυτεχνείο

A.V. Team
ΤΕΥΧΟΣ 447
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δύο ιστορίες πήραν τις πρώτες δύο θέσεις στον Διαγωνισμό Διηγήματος μέσω Αυτοματικής Γραφής στην 36η Γιορτή Βιβλίου στο Πεδίον Του Άρεως.

Οι επισκέπτες
Της Χαρίκλειας Βρεττού

Στην Αλεξάνδρα Ζ.

Περπατά ξυπόλυτη στα πατώματα που είχε σκουπίσει και σφουγγαρίσει σχολαστικά. Δεν είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ. Πήγε πέντε. Επιθεωρεί το πεδίο. Μπαλκόνια εντάξει. Πόρτες εντάξει. Μπάνιο εντάξει. Κουζίνα εντάξει. Γυαλιά, πορτοφόλι, μαντίλι, χαρτομάντιλα, κινητό στην τσάντα. Τα ρούχα που θα φορούσε σιδερωμένα και περασμένα στην κρεμάστρα. Όλα τ’ άλλα στις βαλίτσες. Είναι ακόμα ανοιχτές. Λουκετάκια και κλειδιά στο τραπέζι. Είναι σχεδόν έτοιμη. Ζέστη. Κάποιοι κάνουν φασαρία στον ακάλυπτο. «Τι στο διάολο; Δεν κλείνουν καμιά πόρτα; Είναι πέντε η ώρα». Η πρώτη βαλίτσα έκλεισε εύκολα. Η δεύτερη παραήταν γεμάτη. Σε λίγο θα φανούν τα παιδιά της. Θα την πάνε στο λιμάνι. Θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Όχι. Άρχισε να βγάζει. Έφτασε στο όπλο.
Το πιστόλι το είχε τυλίξει σε μια μαξιλαροθήκη, ανάμεσα σε πετσέτες και σεντόνια. Τις σφαίρες χωριστά σ’ ένα τάπερ. Ήξερε από χρόνια ότι ο συγχωρεμένος είχε στο μαγαζί μια μπερέτα. Όταν το ’κλεισε, την έφερε στο σπίτι. Η Κατίνα συμφώνησε με τα παιδιά της να τη δώσουν. Απόψε όμως όλο το βράδυ σκεφτόταν πώς θα πάρει το όπλο μαζί της. Το άφησε στο πάτωμα κι άρχισε να ξαναβάζει τα ρούχα στη βαλίτσα. Δε χρειαζόταν δέκα πετσέτες. Και σεντόνια είχε στο χωριό. Κι αν κάποιος έπαιρνε τη βαλίτσα της κατά λάθος; Όχι, όχι, το όπλο έπρεπε να το έχει κοντά της. Το ’χωσε βιαστικά μαζί με το τάπερ στη τσάντα. Κάτι έπρεπε να βάλει από πάνω. Πάλι άδειασμα. Κι η βαλίτσα στη μέση. Όπου να ’ναι θα φανούν τα παιδιά. Κάτι έχει αφήσει ανοιχτό στον ακάλυπτο. «Ποιος στην ευχή κάνει τόση φασαρία; Ναι». Πίσω απ’ το κουρτινάκι της κουζίνας, το παράθυρο. Έκλεισε. Κλείδωσε. Ντύθηκε.
Πίστευε πως ο άντρας της θα είχε κάτι στην άκρη. Μια ζωή κοντά του, στερήθηκε πολλά. Εκείνος έβγαζε λεφτά. Πού πήγαν; Ένα χρόνο μετά το θάνατό του, η Κατίνα έψαχνε ακόμα. Και καθάριζε. Τα δωμάτια, τα μπαλκόνια, το καμαράκι που εκείνος είχε διαλέξει να μένει μόνος του, δίπλα στο πλυσταριό. Λίγα πράγματα είχαν μείνει από το μαγαζί. Δυο καρέκλες, ένα τραπέζι, ένα τάβλι, η τηλεόραση. Όλα βρώμικα. Ένα μονό κρεβάτι, χωρίς προσκέφαλο. Θέα. Λυκαβηττός, Ακρόπολη, Αιγάλεω, Πάρνηθα. Κεραίες. Πολλή ζέστη.
Τον πυροβολισμό τον άκουσε μέρα μεσημέρι, την ώρα που ετοίμαζε φαγητό. Ανέβηκε στην ταράτσα. Η πόρτα δεν άνοιγε. Πήρε τηλέφωνο τα παιδιά. Η Κατίνα καθάριζε μετά, για μέρες. Τους τοίχους με ασβέστη. Το μωσαϊκό και τα έπιπλα με χλωρίνη. Για τις γωνίες, οδοντόβουρτσα και μπατονέτες. Το γκαζάκι που έψηνε καφέ ήταν για πέταμα. Το πέταξε. Η μικρή της κόρη φύλαξε το όπλο στο βάθος της ντουλάπας. Μια μπερέτα του τριανταπέντε και εφτά σφαίρες. «Μέχρι να δούμε τι θα το κάνουμε» είχε πει.
Χτυπάει το κουδούνι. «Έλα, μαμά!» Ανοίγει. Όπλο, τάπερ, μαντίλι, πορτοφόλι, γυαλιά, κινητό στην τσάντα. Από πάνω, μια ζακέτα. Ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος και τους ακούει στο ασανσέρ. Βάζει τα παπούτσια της.

- Καλώς μου τα!
- Έλα, μαμά, ήρθαν οι επισκέπτες σου. Έτοιμη;
- Αυτή τη βαλίτσα, ρε παιδιά, δεν μπορώ να την κλείσω. Έχει κολλήσει το φερμουάρ και παλεύω μισή ώρα. Δεν αντέχω άλλο! Έχω αργήσει.
- Μη μου στενοχωριέσαι, Κατινάκι μου, λέει ο γαμπρός. Θα στην κλείσω εγώ τη βαλίτσα. Και σε χρόνο ντε τε θα έχουμε διακτινιστεί στο λιμάνι. Άδειοι είναι οι δρόμοι.
- Μαμά, σβήνω τα φώτα, λέει η μεγάλη.

Το σπίτι μυρίζει ένα μείγμα τεσσάρων τουλάχιστον καθαριστικών.
Στο ημίφως αστράφτουν τα παρκέ. Περπατάει αργά, να μη γλιστρήσει πάνω στο είδωλό της.

- Πολλή ζέστη, μαμά! Σε ζηλεύω που φεύγεις. Έτοιμη;
- Έτοιμη. Πάμε!

Κατεβαίνουν τα σκαλιά. Η Κατίνα κρατά την τσάντα της σφιχτά. Τι θα πει στα παιδιά; Θα το βρει στο δρόμο. Κάθεται στο πίσω κάθισμα. Στην Ομόνοια, η αστυνομία μαζεύει κόσμο. Στην Πειραιώς, περίπολος της τροχαίας.

-Πω, πω! Τι ξέχασα! Στην κατάψυξη, σας έχω αφήσει σνίτσελ και μπιφτέκια. Να πάτε να τα πάρετε. Να μην τρώτε όλο απ’ έξω όσο θα λείπω. 


Εν αρχή ο έρωτας λίγο πριν το τέλος
Του Manosnef Παπαδάκη

Σε δυόμισι χρόνια από τώρα, εκείνος ο μαυροντυμένος παππούς με τα γένια θα με βουτήξει σε μια κολυμπήθρα με νερό, και θα με ονομάσουν Αντρέα. Σε έξι χρόνια από σήμερα θα γνωρίσω τον Σπύρο. Θα μείνουμε αδελφικοί φίλοι μέχρι τα γεράματα. Σε τριάντα χρόνια από τη στιγμή που μιλάμε, στις διακοπές στη Λατινική Αμερική, θα γνωρίσω τη Λήδα. Θα μου είναι οικείο το πρόσωπό της, και θα συνεχίσουμε μαζί μέχρι το τέλος. Μα μη σας παίρνουν τα ζουμιά.
Γιατί αυτή τη στιγμή που μιλάμε, όλα αυτά είναι ασήμαντα. Αύγουστος στην Αθήνα, έξι και σαράντα ένα το πρωί και τα πάντα να μοιάζουν με έρημη πόλη. Κανονισμένο το είχανε να φύγουνε όλοι, και τώρα Σύνταγμα και Σταδίου βολοδέρνουν μόνες τους, σαν κιτρινισμένες καρτ ποστάλ της κακιάς ώρας. Κι αν ιστορία αυτής της πόλης είναι να ξερνάει τα παιδιά της, τότε έτσι είναι και η δική μου. Έξι και σαράντα πέντε, το ταξί να γκαζώνει στην αξημέρωτη Πατησίων, κι εγώ εγκλωβισμένος στην κοιλιά της μητέρας μου.
Αυτός δίπλα της, της κρατάει το χέρι και την κοιτάει στα μάτια. Εννιά μήνες τώρα την έχει στην πούδρα και την έπεισε ο καργιόλης να με ξεγεννήσει, αλλά δεν θα του περάσει. Κι αν νομίζουν πως θα καταφέρουν να με βγάλουν, και πως θα αφήσω αυτό το υπέροχο πλάσμα που ονόμασαν μητέρα μου, είναι γελασμένοι.
Σε 20 λεπτά από τώρα, όλα θα τελειώσουν, εφτά και δέκα δύο λεπτά το πρωί, προσπερνάμε τη γεμάτη αίθουσα αναμονής. Το ήξερα, πως η ουτοπία της κοιλιάς δεν θα κρατούσε για πολύ, και τώρα όλοι επιμένουν πως πρέπει όλο αυτό να τελειώσει. Δεν θα παραδοθώ ποτέ, δεν έχω επιλογή, έτσι και αλλιώς, μητέρα, είμαστε μαζί σε όλο αυτό, έτσι δεν είναι;
Οι γιατροί φορούν μάσκες και απόκοσμες άσπρες στολές. Η μητέρα φωνάζει να την αφήσουν ήσυχη. Τις κρατάνε τα χέρια και της ανοίγουν τα πόδια. Δεν καταλαβαίνω. Θα μπορούσαμε όλοι να ζήσουμε ευτυχισμένοι, γιατί δεν μας αφήνουν ήσυχους; Εφτά και σαράντα τρία, το νοσοκομείο Μητέρα λιάζεται λίγο λίγο, κι εγώ δίνω την ύστατη μάχη για έναν έρωτα που δεν γεννήθηκε ποτέ! Τα πάντα καταρρέουν γύρω μου και δεν έχω πια από πού να κρατηθώ. Η μητέρα μου με σπρώχνει χωρίς σταματημό, τη βασανίζουν τα καθίκια, τι να κάνει κι αυτή, κρατήσου, μητέρα, ακούς; Εφτά και σαράντα έξι και ένα κάτασπρο φως με τυφλώνει. Δεν μπορώ να δω τίποτα, μόνο καταλαβαίνω τα χέρια που ετοιμάζονται να με πάρουν μακριά της.
Αυτός ο τόπος, μητέρα, είναι ένα απαίσιο μέρος. Σε βάζουν να κάνεις πράγματα που δεν θες. Σκοτώνουν, μητέρα, όλους τους έρωτες αυτού του κόσμου. Μια μέρα, όμως, μητέρα, μια μέρα θα είμαι μεγάλος, θα κοιτάξω χαμηλά, και αυτή η πόλη θα μου ανήκει. Τότε θα κατέβω τα σκαλοπάτια ένα ένα, θα σου πιάσω το χέρι και θα σε πάρω ξανά μαζί μου. Μέχρι τότε, ή μέχρι να σε ξαναδώ, σου εύχομαι καλή συνέχεια. Καλή συνέχεια και καλή τύχη. 


Διαγωνισμός Διηγήματος στην 36η Γιορτή Βιβλίου
Το Διαγωνισμό Διηγήματος μέσω Αυτοματικής Γραφής με θέμα «Η καλοκαιρινή Αθήνα προσπέρασε» διοργάνωσε το Μικρό Πολυτεχνείο. Μετά το σεμινάριο του Θράσου Καμινάκη (Μικρό Πολυτεχνείο), η Κριτική Επιτροπή κατέληξε στους 12 διακριθέντες.
Και τα 12 κείμενα θα τα διαβάσετε στο site της ATHENS VOICE (Χορηγός επικοινωνίας).

Οι νικητές:
1. ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΒΡΕΤΤΟΥ
2. MANOSNEF ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
3. ΕΛΕΝΑ ΓΙΟΒΑΝΑΚΗ
4. ΑΛΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
5. ΝΑΣΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
6. ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΟΣΜΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
7. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΧΑΛΟΦΤΗ
8. ΕΥΓΕΝΙΑ ΔΟΥΒΑΡΑ
9. ΙΩΑΝΝΑ ΒΡΑΚΑ
10. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΒΑΓΓΑΛΗ
11. ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
12. ΝΑΤΑΣΑ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ