Βιβλιο

Η Ανθή Φυτά

Είχε υπογράψει ένα είδος σιωπηλής συμφωνίας με τους ανθρώπους που συναντούσε το πρωί

Ελένη Σταματούκου
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Διαβάζεται ακούγοντας αυτό: 

Η Ανθή Φυτά μένει σε μια δεκαόροφη πολυκατοικία του κέντρου. Κάθε μέρα ακολουθεί μια συγκεκριμένη διαδρομή για να πάει στη δουλειά της. Συναντά τους ίδιους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν κάποιες συγκεκριμένες συνήθειες. Ξέρει ότι στις 08:30, ο ψαρομάλλης κύριος που έχει το μικρό γαλλικό καφέ απέναντι από το σπίτι της, θα βάλει τη μηχανή του καφέ να δουλέψει. Στις 08:40 η κοπέλα με το άφρο μαλλί που έχει το αφρικανικό κομμωτήριο στη γωνία, θα ανοίξει τα σιδερένια στόρια. Στις 08:50, ο ψηλός ξανθός μακρυμάλλης που έχει το δισκάδικο, όταν βρέχει βάζει Velvet Underground - Who loves the sun και τις υπόλοιπες μέρες Smog - Cold blooded old times. Στις 08:57 λίγα λεπτά πριν μπει στο κτήριο, όπου στεγάζεται η εταιρεία που δουλεύει, περνάει από έναν άσπρο τοίχο που πάντα είναι κενός. Η ζωή της Ανθής Φυτά τουλάχιστον τα πρωινά, φαίνεται να είναι μια συνεχής επανάληψη. Κάποιοι μισούν τις επαναλήψεις, η Ανθή όμως κάποιες φορές έβρισκε σε αυτές κάτι απρόσμενα γοητευτικό.

Η Ανθή Φυτά είναι 30 συν 4 και τα τελευταία 4 χρόνια δουλεύει σε ένα γραφείο με νέον φώτα, όπου οι άνθρωποι φορούν μαύρα κουστούμια και στέκονται χαμένοι μπροστά σε μεγάλες οθόνες. Μάταια προσπαθούσε να βρει κάτι ποιητικό σε όλο αυτό. Στην αρχή, και εκείνη φορούσε μαύρα, αλλά έβαφε τα μαλλιά της μοβ από αντίδραση. Στο τέλος όμως
«παραιτήθηκε» και τα μαλλιά της πήραν ξανά το φυσικό τους χρώμα, που ήταν το μελί. Η αλήθεια είναι ότι το μοβ δεν της πήγαινε, την έκανε να φαίνεται ψυχρή σαν τους συναδέλφους της. Όλα αυτά τα χρόνια πολλοί συνάδελφοι της παραιτούνταν, άλλοι απολύονταν και κάποιοι προσλαμβάνονταν. Δεν ήξερε καν το όνομα τους, τι μουσική ακούν, αν είναι παντρεμένοι, αν βλέπουν ταινίες μυστηρίου και διαβάζουν αστυνομικά μυθιστορήματα. Για την Ανθή όλοι τους ήταν «οι άνθρωποι με τα μαύρα».

Η Ανθή μισούσε τη δουλειά της. Πριν 5 χρόνια θα είχε φύγει στον πρώτο μήνα, αλλά τότε ήταν εύκολο να βρει κανείς δουλειά. Μπορεί από τις 9 μέχρι τις 5 να βασανιζόταν, αλλά εκείνο το μισάωρο, όσο δηλαδή διαρκούσε η διαδρομή προς τη δουλειά, της άφηνε μια γλυκιά αίσθηση, που υπερνικούσε έστω για μερικές ώρες το πληκτικό περιβάλλον του χώρου εργασίας. Η Ανθή είχε υπογράψει ένα είδος σιωπηλής συμφωνίας με τους ανθρώπους που συναντούσε το πρωί. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν αυτοί ήταν να είναι παρόντες. Αυτό της έδινε ένα είδος ασφάλειας. Ήταν οι μοναδικοί άγνωστοι που γνώριζε. Τους ήξερε μέσα από τις συνήθειες τους. Αυτή η σχέση που είχαν αναπτύξει της ήταν αρκετή, δεν ζητούσε κάτι παραπάνω. Και όμως σε όλες τις έμφυλες σχέσεις το υποκείμενο πάντα κάτι ζητά από το αντικείμενό του, και αυτό είναι η απόλαυση.

Η Ανθή άρχισε σιγά σιγά να ερωτεύεται τον ψηλό ιδιοκτήτη του δισκάδικου. Το κατάλαβε ότι την «πάτησε» μαζί του μια Δευτέρα ενός κρύου χειμώνα. Εκείνος είχε ανοίξει το δισκάδικο από τις 08:30 και είχε βάλει Terry Hall - Forever J. Από τότε η Ανθή Φυτά απέκτησε κάτι πόνους στο στομάχι, που γίνονταν πιο έντονοι όταν περνούσε έξω από το μαγαζί του μυστικού της πόθου. Κάθε μέρα κοντοστεκόταν για λίγο απ’ έξω. Έπαιρνε βαθιά ανάσα, έστρεφε το βλέμμα της προς την κλειστή πόρτα και ύστερα έφευγε. Είχε λίγα μόνο δευτερόλεπτα να αναζητήσει τη φιγούρα του πίσω από τα εξώφυλλα των δίσκων, που ήταν κολλημένα πάνω στο τζάμι. Κάποιες φορές τον έβλεπε σκυμμένο πάνω από τους δίσκους, και άλλες να καθαρίζει με μια σκούπα το πάτωμα. Έπρεπε να παραβεί τη συμφωνία της, και να μάθει περισσότερα πράγματα για αυτόν. Μια Τρίτη μετά τη δουλειά αποφάσισε να μπει στο δισκάδικο. Όλα πήγαιναν όπως τα είχε σχεδιάσει. Έφυγε από τη δουλειά στις 5 ακριβώς κάλεσε το ασανσέρ, μπήκε μέσα σπρώχνοντας τους ανθρώπους με τα μαύρα. Όταν άνοιξαν επιτέλους οι πόρτες και βγήκαν στο ισόγειο, άκουσε μια ανδρική φωνή να προφέρει το όνομά της. «Ανθή.. η Ανθή Φυτά ε; Είμαι ο Γιάννης, κάθομαι δυο σειρές πίσω σου». Η Ανθή γύρισε απορημένη και είδε έναν άνδρα ντυμένο στα μαύρα, λίγο πιο ψηλό από αυτήν. «Πώς ξέρεις το όνομά μου;» τον ρώτησε σχεδόν ενοχλημένη. «Το γράφει το καρτελάκι που είναι κρεμασμένο στο λαιμό σου» είπε χαμογελαστά και σχεδόν αμήχανα εκείνος. Η Ανθή ήθελε να χαμογελάσει, αλλά δεν είχε χρόνο, έπρεπε να πάει στο δισκάδικο, έτσι αποχαιρέτησε βιαστικά τον Γιώργο.

Έφτασε στο δισκάδικο λίγο αργοπορημένα από ότι υπολόγιζε. Τα χέρια της είχαν παγώσει από το κρύο. Μπήκε μέσα στο μαγαζί, αφήνοντας πίσω της μια ανάσα που σχημάτισε ένα μικρό σύννεφο. Από τα ηχεία ακουγόταν The Smiths – Last night I dreamt that somebody loved me. Φορούσε το μαύρο κουστούμι της, λίγο παράταιρο ανάμεσα στους δίσκους και στις αφίσες με τα ροκ και πανκ συγκροτήματα, για αυτό αποφάσισε να μη βγάλει το πανωφόρι της. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι αν είχε κρατήσει το μοβ στα μαλλιά της, ίσως ο ξανθός θα την πρόσεχε, γιατί μέχρι στιγμής το ενδιαφέρον του ήταν επικεντρωμένο σε μια οθόνη. Έκανε μερικά βήματα και άρχισε να ψάχνει αμήχανα δίσκους, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να παρατηρήσει τον ξανθό. Έπιασε τυχαία το δίσκο από την ταινία «Εξπρές του Μεσονυκτίου». Στο εξώφυλλο απεικονίζεται ο κούκλος Billy Hayes, κατά κόσμον Brad Davis, ο οποίος έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, ενώ το διαβατήριο του έχει ακυρωθεί από την Τουρκική αστυνομία. Την ώρα που η Ανθή παραλλήλιζε σε ομορφιά τον Billy με τον ξανθό ιδιοκτήτη, ένας ενοχλητικός υπάλληλος με μαύρα κολλημένα μαλλιά και μια ασιδέρωτη μπλούζα των Rolling Stones, τη διακόπτει και αρχίζει και της λέει για τον Giorgio Moroder. «Αν δεν το ξέρεις μαζί με τον Tom Whitlock συνέθεσαν το τραγούδι Take my breath away του συγκροτήματος Berlin. Να μια καλή ευκαιρία να το βάλω να το ακούσουμε τώρα που έφυγε ο Πέτρος», είπε ο Άρης, ο ενοχλητικός υπάλληλος. Η Ανθή Φυτά άφριζε από μέσα της, όχι μόνο γιατί την έπνιγε το ζεστό πανωφόρι της, αλλά κυρίως γιατί εξαιτίας της φλυαρίας του Άρη έχασε την ευκαιρία να μιλήσει με τον Πέτρο. Μα στάσου είχε μάθει το όνομα του, Πέτρος. Ωραίο όνομα, του πάει, σκέφτηκε και έφυγε από το μαγαζί. Από τα ηχεία τώρα ακουγόταν το Take my breath away…

Συνεχίζεται…