Βιβλιο

Λίγο καράτε και λίγο όπερα με τον Χρήστο Χωμενίδη

Καθώς η τελευταία συλλογή κειμένων του έχει τίτλο «Όσο πιο πολύ με έδερνε, τόσο πιο πολύ του τραγουδούσα» (εκδ. Πατάκης)

Στέφανος Τσιτσόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 635
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κείμενα. Μικρότερα ή μεγαλύτερα, επίκαιρα ή ανεπίκαιρα, πραγματικά συμβάντα ή απογειωμένες μυθοπλασίες. Ειδικά στο τελευταίο ο Χωμενίδης είναι μανούλα. Με ένα χαρισματικό τρόπο, είτε γραπτά είτε προφορικά, μπορεί να καταργήσει τα σύνορα μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας – αλλά γιατί να μας νοιάζει; Ακολούθησε την ιστορία και τον ήρωα, αντί να ψάχνεις να βρεις τα κόλπα του συγγραφέα. Αυτό είναι το ταλέντο και η τέχνη του άλλωστε. Να αποπλανεί. Εξήντα τρία στον αριθμό «τεμάχια». Υπό μορφή διηγήματος ή χρονογραφήματος – μεταξύ μας, μέτρησα καμιά δεκαριά τουλάχιστον που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν μυθιστόρημα, μα το ρεζουμέ είναι ένα: στοριτέλινγκ, η τέχνη του. Στοριτέλερ –αφού– κι ο ίδιος. 

Γεννημένος, ταγμένος, επαγγελματίας, τον βιοπορίζει η γραφή, τελεσίδικα αφιερωμένος να υπηρετεί αφηγήσεις με πολυποικιλότητα εκφραστικών μέσων: μυθιστορήματα, διηγήματα, χρονογραφήματα ή πολιτικά παρεμβατικά κείμενα στον Τύπο και τα σάιτ. Γραφιάς. Λαϊκός μα και διανοούμενος. Ζαμπέτας και Παλαμάς, Καβάφης και Ρίτα Σακελλαρίου, Νίκος Εγγονόπουλος και Ρόμπιν Γουίλιαμς, Φιντέλ Κάστρο και Χάρις Αλεξίου, Μπαλζάκ και Βελουχιώτης. No limits. Καλός και στο κατοστάρι με λέξεις αστραπή, στις ταχύτητες δηλαδή, μα και στο επώδυνο και εξουθενωτικό στιπλ που λέγεται μυθιστορία. 

Τον παρακολουθώ φανατικά. Έδρα του είναι η ζωή του, κατοικεί στο είναι του, στο μυαλό και τις αισθήσεις του, αλλά ταυτόχρονα του αρέσει και το έξω. Πολύ. Το έξω όπως το ορίζουν οι δρόμοι που διασχίζει διασταυρώνοντας μάτια, καρδιά, σώμα, λόγια, ήχους και εικόνες με τις ζωές των άλλων. Ας τους πούμε συνταξιδιώτες, συνδημότες, μιας και το αστικό πεδίο που ορίζεται ως Αθήνα είναι ο τόπος που δεν χορταίνει να ζει. Οι ιστορίες της, οι γειτονιές της, οι αναμνήσεις κλέους ή το δύσκολο παρόν. Την αγαπάει την πόλη του. Και δεν χάνει ευκαιρία να της/μας το δηλώνει. Εξού και διαρκώς της αφιερώνει λατρεία. Παρά τα δεινά που τη βρήκαν. Όμως η πόλη είναι οι άνθρωποι. Μεγάλο πράγμα το να τα χαίρεσαι αυτά τα δύο, να επιδιώκεις τη συναναστροφή, την περιπλάνηση, το ταξίδι, την ανταλλαγή χνώτων, αντί να ζεις κλειδωμένος σε ένα μικρόκοσμο και να παρατηρείς από το παράθυρο. Του σπιτιού ή του δικτύου σου. Ξέρω πολλούς που έτσι γράφουν. Αποφεύγουν το συντονισμό, την επαφή με τους άλλους. Φόβος; Ελιτισμός; Βαρεμάρα; Ο Χωμενίδης κινείται στον αντίποδα.

Και την ίδια στιγμή, ευγενής, αριστοκράτης όχι εκ τίτλου και καταγωγής, μα μιας παιδείας κι αίσθησης εσωτερικής που δεν απαξιώνει τίποτα, εκτιμά όμως το κάλλος, τη φινέτσα και την πρόοδο. Στο τελευταίο του βιβλίο, το ιδιωτικό και το δημόσιο έσονται ένα. Γι’ αυτό και στο εξώφυλλο του «Όσο πιο δυνατά με έδερνε, τόσο πιο δυνατά του τραγουδούσα», το φιλεράκι «Συλλογική Αυτοβιογραφία», ίσως και αυτό ακόμη να σημαίνει. Κατ’ εμέ. Πως δηλαδή αυτό που συμβαίνει στον καθένα μας, όσο μοναδικό κι αν είναι, δεν παύει αθροιστικά να συνομολογεί μια κοινή μας ιστορία, που σαν ποτάμι που ενώνει μύριους παραπόταμους εκβάλλει σε μια ελληνική θάλασσα. Άλλες φορές λάδι, σαν του καλοκαιριού, κι άλλες ταραγμένη, όπως σε λίγο θα την ανταριάζουν τα μποφόρ του χειμώνα. Αλλά η πλεύση, η ασφαλής πλεύση, αυτό είναι που μετράει. Και με αυτό αναμετριέται κι ο Χωμενίδης του τελευταίου βιβλίου του.

Σόρι, αλλά προσπάθησα να αποκωδικοποιήσω, αυθαίρετα ίσως, το «Συλλογική Αυτοβιογραφία». Τι εννοείς;
Κάποια στιγμή, το καλοκαίρι που μας πέρασε, άνοιξα το συρτάρι μου (τουτέστιν τα αρχεία του υπολογιστή μου) και διαπίστωσα ότι από το 2009 έχω γράψει καμιά εξακοσαριά κείμενα. Χώρια τα τρία μυθιστορήματα. Τα ξεσκαρτάρισα, άφησα στην άκρη όσα μου φάνηκαν επικαιρικά, συγκυριακά, και κράτησα εξήντα. Τα έδειξα στην εκδότριά μου Άννα Πατάκη. «Πιστεύεις ότι θα αφορούν σήμερα και αύριο και μεθαύριο τους αναγνώστες;» τη ρώτησα. «Αναμφίβολα!» με διαβεβαίωσε. «Γιατί να αφορούν;» επέμεινα κάπως δύσπιστα. «Ο κύριος λόγος να αφορούν», έδωσα μόνος μου την απάντηση, «είναι το προσωπικό στοιχείο στις γραμμές των διηγημάτων, των χρονογραφημάτων, των πορτρέτων να γίνεται συλλογικό. Να βρίσκει μέσα τους όποιος τα διαβάζει κομμάτια του εαυτού του. Στιγμές που και ο ίδιος έζησε, αισθήματα που και ο ίδιος ένιωσε, σκέψεις που και ο ίδιος έκανε. Να πρόκειται όχι για τις εξομολογήσεις και τα αποκυήματα της φαντασίας ενός συγγραφέα, αλλά για τα απομνημονεύματα μιας κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη ιστορική της φάση. Αποτελεί το παρόν βιβλίο κάτι τέτοιο; Θα αποφασίσουν όσοι το διαβάσουν. Ο τίτλος του πάντως αποτυπώνει μια ψυχική στάση, τη μόνη ψυχική στάση που μπορεί να μας κρατήσει όρθιους στους δύσκολους καιρούς μας. Όσο πιο δυνατά μας δέρνουν, τόσο πιο δυνατά θα τους τραγουδάμε!

Σκέψου σαν μποξέρ, μελετημένα χτυπήματα, κανένας αγώνας δεν κερδίζεται μόνο με γιούργια ή μόνο δυνατή γροθιά. Ποια είναι η τεχνική σου στο ρινγκ της λογοτεχνίας αλλά και της δημοσιογραφίας-χρονογραφίας;
Δυσκολεύομαι να μιλήσω για την τεχνική μου, καθώς δεν την έχω σπουδάσει σε κάποια σχολή δημιουργικής γραφής ούτε την έχω συλλάβει θεωρητικά προτού την εφαρμόσω στην πράξη. Τη δοκιμάζω και την εξελίσσω τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια –από την εφηβεία μου– γράφοντας ακατάπαυστα, σκίζοντας και πετώντας ανενδοίαστα ό,τι κρίνω ως κατώτερο των προσδοκιών μου. 
Στον πυρήνα της εργασίας μου –και της προσωπικότητάς μου– βρίσκεται η βαθιά, η ακλόνητη πίστη μου στη δύναμη των λέξεων. Τις αισθάνομαι σαν άτομα ραδιενεργού ουρανίου, που, όταν τοποθετούνται στη σωστή σειρά, η μία πλάι στην άλλη, εκρήγνυνται και απελευθερώνουν τεράστια κύματα ενέργειας. Ένα ποίημα του Σολωμού ή του Καβάφη, ένα διήγημα του Τσέχωφ ή του Δημήτρη Χατζή αποτελούν σωστές ατομικές βόμβες που προκαλούν αλυσιδωτές αντιδράσεις στις ψυχές όσων τα διαβάζουν. Κι ας μη μιλήσουμε για τα μυθιστορήματα-αριστουργήματα που σημαδεύουν, μεταμορφώνουν ολόκληρες γενιές. Πώς θα ήταν η μεταπολεμική Αμερική εάν δεν είχε γραφτεί ο «Φύλακας στη Σίκαλη» του Σάλιντζερ και το «Στο δρόμο» του Κέρουακ; Η λέξη λοιπόν, οι λέξεις...

Πώς μπορείς και γράφεις ακατάπαυστα; Θέλω να πω, δεν υπάρχουν μέρες που πρέπει να παραδώσεις μεν, βαριέσαι δε, ή δεν σου βγαίνει; Δεν είναι πολύ αγχωτικό; Πώς το διαχειρίζεσαι; 
Εξαιτίας –ή μάλλον χάρη– στην οικονομική κρίση, έγινα αυτός που πάντα φιλοδοξούσα. Ένας ακάματος εργάτης της γραφής, ο οποίος δεν γνωρίζει Κυριακή και σχόλη. Τι θα πει «δεν έχω κέφι», «δεν έχω έμπνευση», «με τρώει το κεφάλι μου, με πονάει η κοιλιά μου»; Οι ηθοποιοί, που οφείλουν κάθε βράδυ να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους στη σκηνή, καταδέχονται τέτοιες δικαιολογίες; Η ανάγκη του βιοπορισμού είναι ο καλύτερος μοχλός της δημιουργικότητας. Κάθεσαι εμπρός στο κομπιούτερ σου και ξεκινάς να εργάζεσαι. Και ανακαλύπτεις –ω του θαύματος!– ότι η έμπνευση βρίσκεται πάντα εκεί, σε περιμένει στο πληκτρολόγιο. Αρκεί να είσαι κι εσύ διατεθειμένος να στύψεις το μυαλό και την καρδιά σου. 

Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η δεινή ακροβασία σου: από το προσωπικό ως εκδιήγηση-ανάμνηση στιγμών καλών ή κακών, δημόσιο δηλαδή και τολμηρό ξεγύμνωμα της ζωής σου, έως το πολιτικό, όπου δημοσιολογείς περί παντός συμβαίνοντος. Ρισκάρεις μια συνεχή έκθεση, σε μια χώρα όπου κυριαρχούν τα στρατόπεδα των μεν και των δε. Αντί να επιτελείς δημόσιες σχέσεις και «καλοσύνη» προς όλους, γίνεσαι ενοχλητικός και «κακός» για μεγάλη μερίδα κόσμου...
Ποτέ δεν επιθύμησα να είμαι γλυκούλης, επί της ουσίας ανώδυνος, να χαϊδεύω κεφαλάκια και να γαργαλάω πατουσίτσες. Ανέκαθεν περιδιάβαινα στο δημόσιο χώρο, στην Αγορά, και έλεγα ευθαρσώς την άποψή μου για το όποιο κοινό δράμα. Γιατί;
Διότι απλούστατα, εάν κατάπινα τα λόγια μου, θα έσκαγα. Το εκτίθεσθαι, το συγκρούεσθαι –με επιχειρήματα ασφαλώς και με κανόνες– αποτελεί όρο της ύπαρξής μου. Το στρατεύεσθαι αντιθέτως δεν μου ταιριάζει διόλου. Πόσω δε μάλλον το νταραβερίζεσθαι και το ποζάρειν ωραιοπαθώς επί φόντου ουδετέρου. 
Πλήρωσα την έκθεσή μου; Ασφαλώς. Συγκέντρωσα πολλές αντιπάθειες, έφαγα τόνους κοπριάς στη μούρη από το κίνημα, κυρίως, του «Ψόφα!». Κέρδισα ωστόσο και μεγάλες, δοκιμασμένες στα δύσκολα, αγάπες. 
Τον τελευταίο καιρό, οι γωνίες μου έχουν –μου λένε– κάπως λειανθεί. Δεν πρόκειται για επιλογή συμφέροντος. Ο χρόνος μας μαλακώνει, μας κάνει πιο αγαπητικούς. Συν το συμπέρασμα, που γίνεται πρόταγμα, ότι είτε όλοι μαζί θα προχωρήσουμε μπροστά είτε όλοι μας θα καθηλωθούμε σε μια εμφύλια, δηλητηριώδη, άγονη κατάσταση μίσους ή τουλάχιστον απόλυτης δυσπιστίας. 

Τι χρειάζεται κατ’ αρχήν για να ανταμώσεις με μια ιστορία, κι έπειτα πόσος χρόνος χρειάζεται για την έκλαμψή της, την πεποίθηση πως, ναι, θα τη φωτίσω και θα την περάσω στο χαρτί; Σίγουρα θα υπάρχει – έχεις κι εδώ μια μέθοδο. Σημειώσεις, στοκ μέχρι να ωριμάσει η έξαψη της στιγμής;
Όλα συμβαίνουν. Πότε σου χαρίζεται μια έμπνευση, μια αστραφτερή ιδέα, και τα πλήκτρα πιάνουν φωτιά (συχνά, βεβαίως, μόλις αντικρίζεις το κείμενό σου ολοκληρωμένο, αντιλαμβάνεσαι ότι «άνθρακες ο θησαυρός») και πότε τα έργα, μικρά ή μεγάλα, εγκυμονούνται επί χρόνια. 
Το «Νεαρό άσπρο ελάφι» αναπτυσσόταν στα έγκατά μου από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν είχα ακούσει για την περίπτωση μιας κοπέλας που έπαθε αυτοκινητιστικό και έμεινε σε κώμα –σαν την Ωραία Κοιμωμένη– για μία πενταετία. Με είχε κεντρίσει η ιστορία της, δεν ήξερα ωστόσο πώς να τη γράψω, πώς να τη νοηματοδοτήσω... Βρήκα τον τρόπο και τον δρόμο –ως εκ θαύματος– το 2015. 
Τώρα κλωθογυρνάει μέσα μου ένα ευτράπελο, αστείο μυθιστόρημα με παπάδες. Όταν τελειώσω αυτό το οποίο παθιασμένα γράφω, τον «Φοίνικα» –που θέλω να είναι το βιβλίο της ζωής μου– ίσως να εγκύψω στα ράσα... 

Γράφεις: «Το ελληνικό καλοκαίρι μού φαινόταν ανέκαθεν ο μοναδικός ακατάλυτος νόμος μας. Η άσπρη πέτρα ξέξασπρη που φωτίζει τον κόσμο και καταργεί τους λεκέδες του». Αλλά έρχεται άλλο ένα βαρομετρικό χαμηλό, οπότε και τσιτάρω μισό Σαββόπουλο, για να συμπληρώσεις κατά βούληση: «Τον χειμώνα τούτο άμα τον πηδήξουμε…»
Κι εγώ, αφού είσαι τέτοιος, σε παραπέμπω στον Μητροπάνο. «Καλοκαίρια και χειμώνες περιμένω να φανείς...»