Βιβλιο

Γιατί «Το κακό (Illska)» είναι το βιβλίο της χρονιάς;

Μιλήσαμε με τη μεταφράστριά του Ρούλα Γεωργακοπούλου 

Δημήτρης Μαστρογιαννίτης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όταν διαβάζεις ένα κακό βιβλίο κλαις για τα δένδρα που κόπηκαν. Όταν διαβάζεις ένα αριστουργηματικό βιβλίο κλαις (από ευτυχία) για την ανθρώπινη ευφυία. Το βιβλίο του Ισλανδού Έιρικουρ Ερντ Νόρδνταλ ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Ένας αχαλίνωτος ποταμός σκέψεων χύνεται στις 564 σελίδες του παρασέρνοντας ιστορικούς ογκόλιθους. Πηγή του η άποψη του Αντόρνο για την ανθρώπινη θέση μετά το Ολοκαύτωμα: «Όταν ο Αντόρνο λέει ότι είναι βάρβαρο να γράφεις ποιήματα μετά το Άουσβιτς, δεν εννοεί ότι η ομορφιά είναι μάταιη μέσα σ’ έναν κόσμο ασχήμιας, ούτε ότι δεν αξίζει στους ανθρώπους να ψυχαγωγηθούν ή να πάρουν μια απόσταση από την καθημερινότητα μέσω της τέχνης ― αλλά, αντιθέτως το λέει επειδή ο ίδιος (και μαζί μ’ εκείνον ο κόσμος) κάποια στιγμή υπολόγισε σε ποιον βαθμό η αλήθεια της τέχνης μπορεί να χειραγωγήσει και ταυτόχρονα να χειραγωγηθεί. Η ομορφιά είναι δολοφόνος. Η τέχνη σκοτώνει». Και η τέχνη του Νόρδνταλ στην προσπάθειά του να εξηγήσει γιατί το κακό δεν τελείωσε με το Ολοκαύτωμα, αλλά συνεχίζεται να επωάζεται στην Ευρώπη, αφήνει θύματα. Εμάς τους αναγνώστες (καταστρέφοντας τις αυταπάτες μας). Πρώτο θύμα στην Ελλάδα η μεταφράστριά του, Ρούλα Γεωργακοπούλου.

Έχεις συνέλθει από την αναμέτρησή σου με το βιβλίο;

Για να είμαι ειλικρινής, όχι. Μιλάω ακόμα με τους ήρωές του, τους βλέπω στον ύπνο μου. Πιστεύω ότι υπάρχουν. Όχι ως λογοτεχνικά όντα αλλά ως κανονικοί άνθρωποι που πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσω τον διάλογο μαζί τους. Στα μισά της μετάφρασης, μου την έδωσε και πήγα στην Ισλανδία μπας και βρω την Άγκνες, τον Όμαρ, τον νεοναζί Άρνορ, να δω πώς τα περνάνε τώρα που δραπέτευσαν από την αφήγηση. Δεν σου λέω αν τους βρήκα γιατί είναι πολύ προσωπικό. Πήγα όμως σε όλα τα καφέ, τα μπαρ, τις πλατείες και τους δρόμους που αναφέρονται στο βιβλίο. Μίλησα με νεαρούς ισλανδούς στην ηλικία των πρωταγωνιστών. Και ναι. Θέλω να μεταναστεύσω στην Ισλανδία.

Θα μπορούσες να ανεχτείς τους μεθυσμένους του Παρασκευοσάββατου;

Κανένα πρόβλημα! Θα είχα γίνει αλκοολική, χωρίς ενοχές! Φτιάχνουν τα ωραιότερα κοκτέιλ του κόσμου!

«Για περίπου χίλια χρόνια οι Ισλανδοί δεν είχαν σχεδόν καμία επαφή με τον έξω κόσμο και δεν λογαριάζονταν παρά ως ανταλλακτική αξία στην εξωτερική πολιτική των άλλων βορείων χωρών. Αυτό όμως δεν είχε βλάψει ποτέ την αυτοπεποίθησή τους, η οποία, με δύο λόγια, δεν χαμπάριαζε από λοιδορίες. Ανέκαθεν, στην καρδιά και στο μυαλό των Ισλανδών δεν υπήρχε χώρος για τίποτε άλλο εκτός από μια και μόνη ιδέα: είναι οι καλύτεροι του κόσμου. Τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία». [σελ. 35]

Δεν είναι φοβερό που αυτοί οι άνθρωποι, εκεί απομονωμένοι στην εσχατιά του κόσμου θεωρούν ότι είναι ο περιούσιος λαός;

Να γιατί θα μπορούσα να ζήσω στην Ισλανδία, που ρώταγες και προηγουμένως. Γιατί μοιάζουμε. Είμαστε μικροί, απομονωμένοι, δυτικοί πάντως, με παρόμοια κουσούρια και πρωτοπόροι της οικονομικής κρίσης! Αυτό πού το βάζεις; Περιούσιοι στο βιβλίο δεν αισθάνονται όμως μόνον οι Ισλανδοί. Δικαιωματικά αισθάνονται οι Εβραίοι αλλά και οι Δανοί, οι Νορβηγοί ακόμη και οι Λιθουανοί που έχουν το μεγαλύτερο μερτικό στην πλοκή του μυθιστορήματος. Μια μανία καταδιώξεως συνέχει την Ευρώπη. Ίσως εκεί βρήκε χώρο και τρύπωσε «Το κακό», δηλαδή ο ναζισμός που είχε ως αποτέλεσμα το Ολοκαύτωμα.

«... Γιατί στη Δανία, έχει κανείς το δικαίωμα να είναι ναζί. Εκεί υπάρχουν ακόμη και γιαγιάδες ναζί ―η πρώτη γκόμενα αρχηγίνα είναι, άλλωστε η Oberse SA-Führenin― και οι φιλελεύθερες εφημερίδες είναι μανούλες στο να κουνάνε το δάχτυλο στους ξένους. Τους φανατικούς ξένους, που κάνουν κλειτοριδεκτομή στα κοριτσάκια, που θάβουν ζωντανές τις γυναίκες μέσα στη μπούρκα και καίνε τη σημαία της Δανίας. Γιατί η Δανία έχει χτιστεί πάνω στην ανεκτικότητα...» [σελ. 15]

Το διάβασες το βιβλίο πριν αρχίσεις να το μεταφράζεις;

Μην το πεις πουθενά αλλά μου είναι αδύνατον να καμωθώ ότι απλώς διαβάζω ένα βιβλίο, γνωρίζοντας ότι πρέπει να το μεταφράσω. Η αγωνία της γλώσσας ξεσηκώνεται από την πρώτη φράση κι αρχίζω να σκέφτομαι «αυτό τώρα πώς αποδίδεται στα ελληνικά;». Δεν υπάρχει αθώα ανάγνωση σε τέτοιες περιπτώσεις. Οπότε αφήνω τα προσχήματα κι αρχίζω αμέσως την πρώτη  προσπάθεια μέχρι να φτάσω σε τριψήφιο νούμερο. Αν δεν είχα dead line θα συνέχιζα. Απεμπλοκή από το συγκεκριμένο βιβλίο δεν υπάρχει. Μάλλον χρειάζομαι ευχέλαιο (γέλια).

Πάντως τα επώνυμά τους δεν παίζονται. Δεν μπορώ να τα απομνημονεύσω ούτε την ώρα που τα διαβάζω.

Ήταν επίσης ένας λόγος που πήγα στην Ισλανδία. Ήθελα επώνυμα και τοπωνύμια να τα αποδώσω με το σωστό τρόπο. Όλες τις λέξεις, όσο μεγάλες κι αν είναι, τις τονίζουν στην πρώτη συλλαβή. Με βοήθησε μια νεαρή Ισλανδή που συνάντησα στο Ρέικιαβικ και που μιλάει άψογα ελληνικά! Είδες πόσο μικρός είναι ο κόσμος; Μάλιστα αυτές τις μέρες θα την δω γιατί κάνει τα μπάνια της στην Ελλάδα.

Τον συγγραφέα τον γνώρισες;

Έλειπε όταν πήγα. Έχω όμως δει συνεντεύξεις του στο youtube, είχαμε μεγάλη διαδικτυακή επικοινωνία και με βοήθησε πάρα πολύ να κατανοήσω ορισμένα σκοτεινά σημεία. Ανακάλυψα επίσης ότι έχει έρθει κάμποσες φορές στην Θεσσαλονίκη, καλεσμένος σε εκδηλώσεις για την ποίηση, γιατί πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα ως ποιητής. Και τι ποιητής! Απ’ ό,τι μου είπαν έλληνες ομότεχνοί του που τον γνώρισαν στη Θεσσαλονίκη, κάνει ένα είδος «φωνητικής ποίησης». Δηλαδή, καμία σχέση μ' αυτή τη γειωμένη πεζογραφία που κατάφερε. Είναι να τον θαυμάζεις.

Ο συγγραφέας Έιρικουρ Ερντ Νόρδνταλ

Έχεις επιχειρήσει στο μυαλό σου να δημιουργήσεις ένα πορτρέτο του;

Η ευρυμάθειά του και οι γνώσεις του στην Ιστορία της Βόρειας Ευρώπης σε οδηγούν να πιστέψεις ότι πρόκειται για κάποιον που βρίσκεται στη μέση ηλικία. Ο τρόπος όμως γραφής του δεν αφήνει αμφιβολία ότι πρόκειται για έναν νέο άνθρωπο ― και πράγματι γεννήθηκε το 1978. Τον φαντάζομαι λοιπόν, σαν ένα ισλανδό χίπστερ (και για τον μελόν καπελάκι που φοράει μονίμως). Ποιος άλλος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και στοιχεία παραϊστορίας ή παραλογοτεχνίας χωρίς να τρέμει το χέρι του; Ο δε σαρκασμός του σπάει κόκκαλα. Δίνει τόση φρεσκάδα και κέφι στο βιβλίο, ταυτόχρονα όμως δείχνει έναν άνθρωπο που γράφει με μεγάλη σιγουριά.

«Το Ολοκαύτωμα έχει φτάσει πια στο σημείο να θεωρείται μια κοινή εμπειρία για όλους, που ο καθένας την τιμά με τον τρόπο του, για να εξυπηρετήσει ίδια συμφέροντα. Μην το κουράζουμε άλλο. Πάμε κατευθείαν στο ζουμί εδώ, μιλάμε για το Ολοκαύτωμα μόνο για να πουλήσουμε βιβλίο.» [σελ. 17]

Γιατί έχω την αίσθηση ότι στην Ελλάδα δεν θα μπορούσαμε να έχουμε έναν παρόμοιο αφηγητή;

Γιατί νομίζω πως στην Ελλάδα βιαζόμαστε. Ξέρεις, το αποδίδω στο κλίμα. Αν ζεις σε μια χώρα που έχει οκτώ μήνες νύχτα και δεν θέλεις να γίνεις αλκοολικός, τι θα κάνεις; Θα κάτσεις και θα γράφεις.

Από το ερωτικό τρίγωνο του βιβλίου ποιον ήρωα γούσταρες περισσότερο;

Την Άγκες. Καταλάβαινα τη συμπεριφορά της. Ανήσυχη, φιλόδοξη, αρκετά ανερμάτιστη... Πάντως μιλάμε για μια μητριαρχική κοινωνία! Ο Άρνορ το ομολογεί σε κάποιο σημείο ότι οι άνδρες έχουν πρόβλημα ταυτότητας.

Δεν δοκίμασες τις δημοκρατικές σου ευαισθησίες με αυτόν τον διανοούμενο νεοναζί, τον Άρνορ; Ομολογώ πως το έπαθα ― άλλος ένα λόγος που θεωρώ σπουδαίο το βιβλίο, το ότι δεν ακολούθησε την πεπατημένη δημιουργώντας έναν προγλωσσικό φασίστα ήρωα (και ας ειναι έτσι οι περισσότεροι) που εύκολα θα τον απορρίπτες. Δημιούργησε την πιο επικίνδυνη μορφή νεοναζί που κατοικεί στην Ευρώπη. Έχει το χάρισμα του λόγου. Πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να δικαιολογεί τον έρωτα της Άγκνες γι’ αυτόν, παρά την λιθουανοεβραϊκή καταγωγή της.

Η σκέψη και ο λόγος του, η πιο έξυπνη πλευρά του λαϊκισμού, μου θυμίζει το φίδι που σε κοιτάζει στα μάτια έτοιμο να σε υπνωτίσει για να σε τσιμπήσει.

«Δεν θα γινόμασταν ρατσιστές αν δεν ήσασταν ξένοι, λένε οι ρατσιστές. Πρέπει να εκλέξετε ρατσιστές σαν κι εμάς, για να μπορέσουμε να μειώσουμε τον αριθμό των ξένων στη χώρα· έτσι, δεν θα ‘χουμε πλέον λόγο να είμαστε ρατσιστές.

Αν δεν υπήρχε τόσος μεγάλος κίνδυνος να σας δούμε να ψηφίζετε ρατσιστές, δεν θα δρούσαμε ως ρατσιστές, λένε οι πιο αξιοσέβαστοι πολιτικοί (σαν καλοί οπορτουνιστές). Και θ’ αλλάζαμε με χαρά, αρκεί να σταματούσατε κι εσείς να απειλείτε ότι θα ψηφίσετε τους ρατσιστές». [σελ. 180]

Ο συγγραφέας, με αφορμή το Ολοκαύτωμα, δεν γράφει από την αρχή την Ιστορία, αλλά την ξεψαχνίζει από όλες τις πλευρές. Ο τρόπος δε που το κάνει μας υποχρεώνει να σκεφτούμε ότι η Ιστορία δεν είναι γεγονότα προς απομνημόνευση, αλλά ανθρώπινες πράξεις. Σοκαρίστηκες με τις σκηνές στη Λιθουανία όταν οι Λιθουανοί, και όχι οι Ναζί, έκαναν αυτά που έκαναν στους Εβραίους, τους τσιγγάνους...;

Αυτό που λες! Σοκ και δέος! Αυτές οι σκηνές με έκαναν να φοβάμαι για τον εαυτό μου και για όλους μας. Χρειάζεται προσπάθεια για να μην επικρατήσει το κακό μέσα σου. Πώς αλήθεια θα αντιδρούσα στη σκηνή όπου τους υποχρεώνουν να σκοτώσει ο ένας τον άλλο;  Υποθέτω σαν την Σάουλε. Την λιθουανή που όταν ανακάλυψε ότι οι πολιτοφύλακες γιοί της σκότωσαν τους πιο κοντινούς οικογενειακούς τους φίλους επειδή ήταν εβραίοι, πήγε και κρεμάστηκε…

Καθώς αναπτύσσεται η ιστορία του ερωτικού τριγώνου ανακαλύπτουμε ότι οι πράξεις των ηρώων έχουν να κάνουν και με τη διαχείριση ψυχικών τραυμάτων. Το βιβλίο μας επιτρέπει να επιχειρήσουμε και μία τέτοια ανάγνωση στις πράξεις λαών ή ομάδων;

Χμμ αυτή νομίζω ότι είναι η μαγκιά του Έιρικουρ! Απαντάει σε ένα φιλοσοφικό και ιστορικό ερώτημα χρησιμοποιώντας τις αποστομωτικές απαντήσεις που μπορεί να δώσει η ροζ λογοτεχνία.

Θεωρείς πώς το τέλος του βιβλίου είναι αισιόδοξο;

Πιστεύω πώς ναι. Ο νεοναζί είναι καταδικασμένος να αυτοκαταστραφεί.

Το βιβλίο, σε σχέση με το μέλλον της Ευρώπης δεν είναι όμως απαισιόδοξο; Επιπλέον ένας αντιευρωπαϊστής του νότου μπορεί να βρει εδώ τη δικαιολογία «μα τι σχέση μπορεί να έχουμε με αυτούς τους ανθρώπους;», κάνοντας γαργάρα τα εγκλήματα που έχει να επιδείξει η ιστορία της χώρας του;

Να μου επιτρέψεις να σου πω ότι ένας αντιευρωπαϊστής του νότου, έτσι τουλάχιστον όπως εκφράζεται στα μέρη μας, είναι ικανός να απειληθεί ακόμα κι από τη Μικρή Λουλού ή τον Σνούπυ.

«Ο Βίλχελμας κοιτάζει τα σώματα εκείνων που έχουν απομείνει, να πλησιάζουν το χείλος του λάκκου για να εκτελεστούν και σκέφτεται ότι, χωρίς αμφιβολία, είναι ο επόμενος: έχουν καθυποτάξει την ανθρωπιά τους σε πολιτικά ιδεώδη που τα θέτουν σε εφαρμογή χωρίς να τα αμφισβητούν καθόλου ―και κανένας ποτέ δεν άλλαξε τον κόσμο σηκώνοντας με αδιαφορία τους ώμους του.» [σελ. 501]

Η μεταφράστρια του «Κακού», Ρούλα Γεωργακοπούλου // φωτό: Θανάσης Καρατζάς

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις