Βιβλιο

Η Δ. Κονδυλάκη, ο Δ. Δημητριάδης και το αναπάντεχο

Το βιβλίο «Ο θεατρικός Δημήτρης Δημητριάδης – Εξερευνώντας τη δυνατότητα του αναπάντεχου» είναι υποψήφιο για τα Βραβεία «Κάρολος Κουν»

Κωνσταντίνος Τζήκας
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το βιβλίο της Δήμητρας Κονδυλάκη «Ο θεατρικός Δημήτρης Δημητριάδης – Εξερευνώντας τη δυνατότητα του αναπάντεχου» (Νεφέλη 2015) είναι, prima facie, αυτό που, ευσύνοπτα, δηλώνεται στον τίτλο του: μια μονογραφία που αποτιμά το σύνολο του θεατρικού έργου του Δημήτρη Δημητριάδη μέσα από το πρίσμα του αναπάντεχου και ιδίως της δυνατότητας. Η δυνατότητα είναι η λέξη-κλειδί: δυνατότητα αναγεννησιακή, αλλά και κατακλυσμιαία, κοσμογονική όσο και καταστροφική.

Το βιβλίο όμως έχει μία διπλή ιδιότητα που το διαχωρίζει από την πλειοψηφία ανάλογων μελετών. Η δεύτερη ιδιότητά του, πέραν αυτής του θεατρολογικού συγγράμματος, περικλείεται ήδη στην αμφισημία του τίτλου: Ποιο είναι το δρών υποκείμενο που εξερευνά τη δυνατότητα του αναπάντεχου; Είναι ο ανά χείρας αναλυόμενος συγγραφέας ή μήπως η ίδια η θεατρολόγος που ψηλαφίζει, αν θέλουμε να παραδοξολογήσουμε, τη δυνατότητα του αδύνατου, όπως αυτή αναδύεται μέσα από την καλλιτεχνική και προσωπική συνάντησή της με τον Δημητριάδη; Αξίζει λοιπόν να σταθεί κανείς στον τίτλο τούτου του βιβλίου γιατί νοηματοδοτεί απολύτως τη διπλή διάστασή του, τόσο τη φανερή (αυτή της σπουδής), όσο και την πιο κρυφή (αυτή του προσωπικού βιώματος).

Το βιβλίο ιχνηλατεί, εν πολλοίς, μία πολλαπλή συνάντηση της Κονδυλάκη: με το πρόσωπο-Δημητριάδης, με το έργο-Δημητριάδης και εν τέλει με τη δική της προσωπικότητα, όπως αυτή διυλίζεται μέσα από μια γόνιμη γνωριμία είκοσι και πλέον ετών με τον συγγραφέα. Ένα βιβλίο στα όρια του υβριδικού θα λέγαμε, αφού αποτελεί συγχρόνως αυτοβιογραφική καταβύθιση, θεατρολογική ανάλυση και οιονεί αυτοδραματοποίηση της σχέσης της Δήμητρας Κονδυλάκη με τον Δημήτρη Δημητριάδη και της απόπειράς τους να διερευνήσουν από κοινού τη δυνατότητα του αναπάντεχου.

Ταυτόχρονα, το βιβλίο σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός κύκλου. Η πολυσέλιδη εισαγωγή του βιβλίου, στην οποία η Κονδυλάκη αναλύει σε βάθος το θέατρο του Δημητριάδη, μπορεί να ιδωθεί σαν ένα ερωτικό γράμμα προς τον συγγραφέα και την εισαγωγή του στην «Ιστορία του ματιού» του Μπατάιγ, κείμενο που λειτούργησε ως καταλύτης της γνωριμίας τους. Στην εν λόγω εισαγωγή, η Δήμητρα Κονδυλάκη επιχειρεί μία καταγραφή και ταξινόμηση του ογκωδέστατου θεατρικού corpus του Δημητριάδη. Ιχνηλατεί τη γραφή ως γρ-αφή, ως απτικότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται στο σώμα των κειμένων του Δημητριάδη, «την υλικότητα και τη σωματικότητα ως στοιχειώδεις παραμέτρους αυτή της γλώσσας». Είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται μία τέτοια ταξινόμηση, η οποία μόνο εξαντλητική δεν μπορεί να είναι, όπως μας προειδοποιεί η συγγραφέας, ευθύς εξαρχής δηλώνοντας την πρόθεσή της να διατρέξει «όχι εξαντλητικά αλλά κυκλωτικά, κάποιες θεμελιώδεις κατευθύνσεις ανάγνωσης του έργου του». Δεν θα σταθώ εδώ στην πληρότητα, τη λεπτομέρεια και την επιστημονική κατάρτιση της εισαγωγής, αφού οι αρμόδιοι θεωρητικοί του θεάτρου έχουν ήδη αποφανθεί για την αξία του κειμένου και τη συνεισφορά του στην κοινότητα. Είναι ένα κείμενο που αποτελεί μακρόπνοο θεωρητικό εργαλείο για την προσέγγιση ενός συγγραφέα το έργο του οποίου είναι ανεξάντλητο και ιλιγγιώδες, τόσο ως προς τις προθέσεις του να εξερευνήσει κάθε δυνατότητα αποδόμησης και μετασχηματισμού των μεγάλων αφηγήσεων όσο και ως προς το μέγεθός του.

Εδώ θέλω όμως να εστιάσω περισσότερο στο τμήμα του βιβλίου που έπεται του εισαγωγικού κειμένου, όταν η Δήμητρα Κονδυλάκη έχει απαλλαγεί, τρόπον τινά, από το καθήκον του να μας παρέχει την πλέον ενδελεχή και ολόπλευρη αποτίμηση της θεατρικής συνεισφοράς του Δημητριάδη.

Το πλέον κομβικό σημείο του βιβλίου είναι η παράθεση της πρώτης συνομιλίας Κονδυλάκη και Δημητριάδη που τοποθετείται σε ένα μακρινό 1995, λίγους μήνες προτού ο συγγραφέας καταστεί σχεδόν αποσυνάγωγος, λόγω της πολύκροτης παράστασης του «Η αρχή της ζωής». Ήταν μία μοιραία συνάντηση και η θεατρολόγος, με το πλεονέκτημα των χρόνων και της απόστασης, την παραθέτει εν πλήρει συνειδήσει της σημασίας της.  Επιστρέφει, θα λέγαμε, ξανά και ξανά, στο «τραύμα» εκείνης της συνάντησης: επιμένει στην επιστροφή στο λακανικό Πραγματικό εκείνης της πρώτης συνέντευξης, σε ένα Πραγματικό στο οποίο δεν μπορεί να έχει ποτέ κανείς πλήρη πρόσβαση και άρα αναγκάζεται να ανασυνθέσει ως μεταφορά.

Η κομβική πρώτη συνάντηση με τον Δημητριάδη γίνεται, λοιπόν, η κινητήριος μεταφορά της σταδιοδρομίας της Κονδυλάκη ως θεατρολόγου, σκηνοθέτιδας και μεταφράστριας. Το φάντασμα αυτής της γνωριμίας έρχεται να στοιχειώσει την παρούσα μελέτη και να της προσδώσει, αναδρομικά, το νόημά της: η φασματικότητα (κατά το ντερινταϊκό spectre) του αλαργινού 1995 αντικατοπτρίζεται, ειρωνικά, στην αϋλότητα εκείνης της πρώτης συζήτησης. Όπως αναφέρει η θεατρολόγος εκείνη η πρώτη συζήτηση χάθηκε από ένα παιχνίδι της μοίρας. Από λάθος, δεν μαγνητοφωνήθηκε ποτέ: «Η πρώτη συζήτηση με τον Δημήτρη Δημητριάδη δεν καταγράφηκε. Επιβεβαιώθηκε αυτό που έλεγε εκείνος κατά τη διάρκειά της, ότι πρέπει να ζούμε διαρκώς με την ιδέα της απώλειας, με την ιδέα του θανάτου». Ταιριαστή η φασματικότητα εκείνης της κουβέντας αφού έμεινε έτσι βαθύτερα εγγεγραμμένη στον πυρήνα συνεντευκτή και συνεντευξιαζόμενου.

Τα κείμενα που ακολουθούν στο βιβλίο και που αποτελούν μία αρμολόγηση της δοκιμιογραφίας της Κονδυλάκη πάνω στον θεατρικό Δημητριάδη στο πέρασμα των χρόνων θα μπορούσαν να διαβαστούν στον αντίποδα του nonfiction: ως κεφάλαια στο οιονεί αυτο-μυθιστόρημα της ίδιας της συγγραφέως. Κάθε νέα θεατρική συνάντηση με τον Δημητριάδη είναι συγχρόνως και ένας δικός της, ατομικός σταθμός εξέλιξης στην πορεία της προς το αναπάντεχο.

Αξίζει να ειπωθεί ότι η συγγραφέας δεν επιθυμεί να περιχαρακώσει το εξ ορισμού πολυπρόσωπο θέατρο του Δημητριάδη μέσα σε τακτοποιημένες κατηγορίες. Δεν βλέπει τον εαυτό της ως ειρκτοφύλακα του θεατρικού έργου του Δημητριάδη, αλλά βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με αυτό. Είναι πλήρως συντεταγμένη με την κοσμοθεωρία που διαπνέει τα έργα του: «Ο συγγραφέας δεν κάνει τίποτε άλλο από το να είναι σε εγρήγορση, να εντοπίζει και να αξιοποιεί τα δεδομένα που η ίδια η γραφή φανερώνει. Δεν κατασκευάζει, δεν επιβάλλει, ακολουθεί». Μέσα από την καταγραφή της σκέψης της πάνω στο θέατρο του Δημητριάδη και εν γένει στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο, δηλώνει και η ίδια απόλυτα εκτεθειμένη απέναντι στη δυνατότητα του αναπάντεχου. Η ευχή της στο τέλος της εισαγωγής του βιβλίου μπορεί να διαβαστεί σαν διπλή προτροπή για την ιδανική πρόσληψη τόσο της εργογραφίας του Δημητριάδη όσο και της δικής της καταγεγραμμένης εμπειρίας: «Ας οπλιστούμε με όλο μας το θάρρος ώστε διαβάζοντάς το να εκτεθούμε κι εμείς σ’ αυτό».

Το βιβλίο «Ο θεατρικός Δημήτρης Δημητριάδης – Εξερευνώντας τη δυνατότητα του αναπάντεχου» είναι υποψήφιο για τα Βραβεία «Κάρολος Κουν», στην κατηγορία «Βραβείο σε θεατρολογικό σύγγραμμα της τελευταίας πενταετίας». Η απονομή θα γίνει τη Δευτέρα 28 Νοεμβρίου και ώρα 12.00 το μεσημέρι στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών