Θεατρο - Οπερα

Σούλα Παρασίδη: Η Ελληνίδα της διασποράς που βρήκε στην όπερα τον δρόμο της επιστροφής

Η Σούλα Παρασίδη μιλά στην ATHENS VOICE για την Κάλλας, τη Living Opera και όσα καμία τεχνολογία δεν μπορεί να αναπαράγει στη ζωντανή σκηνή

Λουκάς Βελιδάκης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον να πληρώνει για να δει ένα ρομπότ να τραγουδάει». Η Ελληνοκαναδή σοπράνο μιλά για τις ελληνικές της ρίζες και για το μέλλον της όπερας στην εποχή της AI

Είναι Ελληνίδα της διασποράς που έκανε την όπερα τρόπο επιστροφής στις ρίζες της. Η Σούλα Παρασίδη, με πατέρα από τη Λάρισα, μεγάλωσε στον Καναδά χωρίς να μιλά ελληνικά και σήμερα, ως σοπράνο και δημιουργός της Living Opera, αναζητά νέους δρόμους για μια τέχνη αιώνων. 

Ψηλή και λεπτή, με έντονα μάτια, είναι μία φιγούρα γεμάτη καλλιτεχνικό μπρίο. 

Το καλοκαίρι επισκέφτηκε την Αθήνα και συναντήθηκε με την ATHENS VOICE – ανοίξαμε όλη τη βεντάλια των ενδιαφερόντων της, από την όπερα και τη Μαρία Κάλλας, μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και πώς αυτή αλλάζει ή επηρεάζει τον δικό της καλλιτεχνικό χώρο.

© soulaparassidis.com/

Μισή Ελληνίδα, μισή Καναδή

Της ζητώ να συστηθεί στο ελληνικό κοινό. «Οι άνθρωποι συστήνονται πάντα με βάση αυτό που κάνουν. Για μένα η απάντηση έχει πολλές όψεις. Είμαι κάποια που παραμένει αισιόδοξη για τη ζωή και προσπαθεί πάντα να βλέπει δυνατότητες. Το τι κάνω είναι ότι τραγουδάω όπερα. Έχω μια εταιρεία παραγωγής και ένα ίδρυμα, μέσα από τα οποία προσπαθώ να βοηθήσω άλλους καλλιτέχνες να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους και να φτάσουν στην αυτοπραγμάτωση».

Ο πατέρας της γεννήθηκε στη Λάρισα και έφυγε για την Αθήνα γύρω στα δεκάξι. Έζησε εκεί περίπου δέκα χρόνια, στο Παγκράτι. Αργότερα γνώρισε τη μητέρα της, Καναδή, με ρίζες από τη Βόρεια Ιρλανδία. Ερωτεύτηκαν, εκείνος μετακόμισε στον Καναδά και η Σούλα μεγάλωσε ως «μισή Ελληνίδα και μισή Καναδή». Τα ελληνικά δεν τα έμαθε ποτέ. «Ο πατέρας μου δούλευε πάρα πολύ σκληρές ώρες όταν ήμουν παιδί. Μεγαλώσαμε σε ένα αγγλόφωνο σπίτι. Νομίζω ότι και ο ίδιος ήθελε να τελειοποιήσει τα αγγλικά του». 

Ήρθε στην Ελλάδα μωρό, για να τη γνωρίσουν οι θείες και οι θείοι, αφού οι παππούδες είχαν ήδη φύγει από τη ζωή. Και ξαναήρθε στα δεκαοκτώ, για πρώτη φορά ως ενήλικη. «Σκέφτηκα, δεν μπορώ πραγματικά να επικοινωνήσω με πολύ κόσμο. Αλλά το ντεκόρ του σπιτιού, ο τρόπος που φερόμαστε, το φαγητό, τίποτα από όλα αυτά δεν μου ήταν εντελώς ξένο». 

Στον Καναδά, εξηγεί, η ταυτότητα λειτουργεί με παύλα. Ελληνο-καναδός, Αρμενο-καναδός, Σινο-καναδός. Η καταγωγή γίνεται βασικό κομμάτι της ταυτότητας. «Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι είμαι Ελληνίδα. Μόνο όταν ήρθα στην Ελλάδα και μου επισήμαναν ότι δεν μιλάω τη γλώσσα και ίσως δεν ξέρω κάποιες παραδόσεις άρχισα να νιώθω ανασφάλεια. Δεν ήταν κάτι που έγινε επίτηδες. Απλώς μεγαλώνεις σε άλλη κουλτούρα, με μια αίσθηση ετερότητας που δεν την αντιλαμβάνεσαι».

Τη λύση την έδωσε μια ξαδέρφη στη Λάρισα, από αυτές με τις οποίες είναι πολύ δεμένη.

«Τη ρώτησα τι πιστεύει και μου είπε: πέρα από το ότι δεν μιλάς τη γλώσσα, είσαι εκατό τοις εκατό Ελληνίδα. Η ιδιοσυγκρασία, η εμφάνιση, οι χειρονομίες, ο τρόπος που σκέφτεσαι, η ορμή, το πάθος. Μάθε τη γλώσσα και δεν θα σου το ξαναπεί κανείς».

© soulaparassidis.com/

Στο θέατρο όπου έκανε το ντεμπούτο της η Κάλλας

Το ελληνικό της ντεμπούτο ήρθε τη χρονιά που η Ελλάδα γιόρταζε τα εκατό χρόνια από τη γέννηση της Μαρίας Κάλλας, σε έναν ρόλο που, όπως λέει, «τον έχουμε στο ρεπερτόριο σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της», και στο θέατρο όπου η Κάλλας πρωτοανέβηκε στη σκηνή. 

«Να μπορώ να εκφραστώ μέσα από αυτό που κάνω, στον τόπο όπου ο πατέρας μου πέρασε τα χρόνια που τον διαμόρφωσαν, ήταν εξαιρετικά συγκινητικό. Ήταν μάλλον συντριπτικό. Και νομίζω ότι άλλαξε τη σχέση μου με τη χώρα, γιατί μου έφτιαξε εκεί έναν χώρο που είχε νόημα. Υπάρχει μια κατανόηση ότι καλλιτέχνες της διασποράς έρχονται και εκφράζονται με αυτόν τον τρόπο, και αυτό δεν μειώνει το να είσαι Έλληνας. Είναι απλώς μια ακόμα έκφρασή του. Εξελισσόμαστε συνεχώς ως άνθρωποι. Επιτέλους ένιωσα ότι εδώ ανήκω». Το ότι τραγούδησε με ελληνικό χορό, «σαν έκφραση του αρχαίου ελληνικού θεάτρου μέσα από την όπερα», το κρατάει ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές της.

Η Κάλλας, όμως, δεν είναι μόνο ένα θέατρο και μια επέτειος. «Αν είσαι Ελληνίδα σοπράνο, οποιουδήποτε είδους, θα βρεθείς αντιμέτωπη με τη μυθολογία της Κάλλας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο». Είναι βάρος για την ίδια αυτό; «Όχι πραγματικά. Το βλέπω περισσότερο ως τιμή. Φυσικά θα ονειρευόμουν να μπορώ να τραγουδήσω όπως εκείνη, τουλάχιστον σε ορισμένες φάσεις της καριέρας της, αλλά είναι εντελώς άλλη φωνή, εντελώς άλλη έκφραση και εντελώς άλλη βιομηχανία. Ο τρόπος που λειτουργεί σήμερα δεν έχει καμία σχέση με την εποχή που εκείνη βρισκόταν στην κορυφή».

Την πρωτοάκουσε στα δεκατέσσερα και τη βρήκε δύσκολη.

«Χρειάστηκε να γίνω πολύ πιο ικανή ως καλλιτέχνις για να την εκτιμήσω πλήρως. Τώρα, όταν την ακούω, λέω: Θεέ μου, η φαντασία αυτής της γυναίκας ήταν ατελείωτη. Είναι μια μόνιμη πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης».

© soulaparassidis.com/

Ο παραγωγός που δεν διαβάζει νότες

Το Living Opera προέκυψε οργανικά. «Δεν ήταν κάποιο σχέδιο που κάθεσαι, το γράφεις και μετά το εκτελείς. Απλώς συνέχεια συναντούσα ενδιαφέροντες δημιουργούς σε διαφορετικούς χώρους και έβρισκα έμπνευση σε αυτό που μπορούσαν να κάνουν». Και δεν αφορά μόνο την τεχνολογία. Αφορά μουσικά είδη, στυλ, ανθρώπους.

Ο πιο πρόσφατος δίσκος της, που κυκλοφόρησε πριν από περίπου έξι εβδομάδες, έγινε με τον Τζεφ Τροτ, τον παραγωγό πίσω από πολλές από τις πιο γνωστές επιτυχίες της Σέριλ Κρόου.

«Όταν τον γνώρισα και άκουσα την ιστορία του πώς έγραψε το Soak Up the Sun, ήθελα να καταλάβω πώς γράφει τραγούδια, πώς εμπνέεται, πώς κάνει ενορχηστρώσεις. Είναι το ακριβώς αντίθετό μου. Δεν έχει κλασική παιδεία, δεν διαβάζει μουσική, αλλά έχει καταπληκτικό αυτί». Αυτός είναι ο πυρήνας του εγχειρήματος: «να καταλάβω την ιδιοφυΐα άλλων ανθρώπων και να δω αν υπάρχει γέφυρα ώστε η κλασική μουσική να συνεργαστεί με αυτούς τους παραγωγούς ή ερμηνευτές».

Το ίδιο ισχύει και μέσα στην ίδια την κλασική μουσική, όπου «υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα πράγματα».

Δεν κρύβει ότι αγαπάει τον κανόνα. «Λατρεύω την Τόσκα, την Τραβιάτα, όλα αυτά». Αλλά θέλει και κάτι παραπάνω: «Να καταλάβω πώς μπορούμε να φέρουμε περισσότερη ζωντάνια και ανάπτυξη στην όπερα. Για παράδειγμα, νομίζω ότι δεν έχουμε μια μεγάλη κωμωδία στην όπερα εδώ και πάρα πολύ καιρό. Τείνουμε να πηγαίνουμε σε πολύ βαριά, τραυματικά θέματα».

«Γιατί να μην έχουμε μια αναγέννηση ενός νέου Ροσίνι; Αυτές οι κωμωδίες είναι τεράστιες, ο κόσμος τις λατρεύει».

© soulaparassidis.com/

«Είσαι εκεί για την τέλεια νότα ή για την πιθανότητα να αποτύχει;»

Για την τεχνητή νοημοσύνη μιλάει με επιφύλαξη. «Η ΑΙ εξελίσσεται καθημερινά. Ίσως σε τριάντα χρόνια κοιτάξουμε πίσω σε αυτά που λέω τώρα και πούμε: χα, ήταν αφελής». Αλλά η θέση της είναι σαφής.

«Νομίζω ότι πάντα θα υπάρχει χώρος για τη ζωντανή εμπειρία. Ίσως στην όπερα να έχουμε τον σχεδιασμό φωτισμού ελεγχόμενο από ΑΙ, ίσως κάποιες τεχνικές πλευρές να γίνουν πιο αποδοτικές ή λιγότερο ακριβές. Αλλά μου είναι δύσκολο να φανταστώ κάποιον να πληρώνει για να δει ένα ρομπότ να τραγουδάει τη Λουτσία ντι Λάμερμουρ. Δεν λέω ότι δεν μπορεί να συμβεί, και πιθανότατα ως αξιοπερίεργο θα το δούμε. Αλλά πρέπει να θυμάσαι ότι στην όπερα τραγουδάμε χωρίς ενίσχυση. Τραγουδάμε προβάλλοντας το φυσικό ανθρώπινο όργανο. Γεννιέσαι με αυτό το όργανο. Δεν μπορείς πραγματικά να το χειραγωγήσεις. Και υπάρχει κάτι το συναρπαστικό σε αυτό ακριβώς: να έρθεις να δεις αν ο άνθρωπος θα τα καταφέρει σε πραγματικό χρόνο».

Κι επιμένει: «Ποιο θα ήταν το πλεονέκτημα να εξαλείψεις τη συγκίνηση εκείνης της σπλαχνικής στιγμής όταν ακούς τον τραγουδιστή να πιάνει την ψηλή νότα; Είσαι εκεί για να ακούσεις κάτι τεχνικά τέλειο; Ή είσαι εκεί για την πιθανότητα ο τραγουδιστής να αποτύχει εκείνο το βράδυ; Συμβαίνει ακόμα και στους καλύτερους. Μπορείς να ψάξεις σε όλο το διαδίκτυο και να ακούσεις κάποιους από τους ήρωές μας να έχουν μια απαίσια βραδιά. Και αυτό είναι κομμάτι της ζωντανής παράστασης. Ή όταν ξεχνάμε τα λόγια. Το κάνει διασκεδαστικό».

Δεν της πέρασε, λέει,ούτε μία φορά από το μυαλό ότι η ΑΙ θα αντικαταστήσει τους τραγουδιστές της όπερας σε ζωντανή παράσταση. 

«Τώρα, αν χρησιμοποιήσεις την τεχνολογία για να γράψεις και να πουλήσεις ένα τραγούδι με συνθετικές φωνές, εντάξει. Ήδη συμβαίνει. Λέγεται autotune. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου».

© soulaparassidis.com/

Τι θα έλεγε σε έναν εικοσάχρονο

Κι αν ένας εικοσάχρονος της πει ότι δεν τον ενδιαφέρει η όπερα; «Δεν είναι οι νέοι το πρόβλημα, ας είμαστε ειλικρινείς. Είναι οι άνθρωποι που έχουν ήδη παγιώσει την ιδέα ότι δεν τους αρέσει η όπερα και ότι είναι βαρετή. Και λέω: συγγνώμη, είσαι σαράντα επτά χρονών. Ποια είναι η δικαιολογία σου; Το εισιτήριο έκανε είκοσι ευρώ».

Για τον εικοσάχρονο, όμως, έχει άλλη στρατηγική. «Θα ρομαντικοποιούσα την εμπειρία, γιατί η Gen Z είναι μια γενιά που ζει για τις εμπειρίες. Θα του έλεγα: καταλαβαίνεις σε τι λες όχι; Δεν είναι απλώς τρεις ώρες σε ένα θέατρο. Είναι η ευκαιρία να βρεθείς με τους φίλους σου. Θα πιεις ίσως μια σαμπάνια πριν, ένα ποτήρι κρασί. Θα ντυθείς καλά. Και θα κάτσεις σιωπηλός, χωρίς το κινητό σου, για ώρες. Θα ζήσεις μια ανθρώπινη εμπειρία. Αν δεν σου αρέσει, δεν χρειάζεται να ξαναπάς ποτέ. Αλλά ίσως πας. Και ίσως σου αλλάξει τη ζωή. Ίσως αποκτήσεις ένα καινούργιο πάθος. Ίσως αρχίσεις να μαθαίνεις κάτι για τον εαυτό σου, γιατί στο τέλος αυτό είναι υψηλή τέχνη. Και η υψηλή τέχνη, όταν είναι πραγματικά υψηλή, σε φωτίζει, σε βοηθάει να καταλάβεις καλύτερα τον εαυτό σου».

«Μην κάνεις το λάθος να νομίζεις ότι αυτό είναι για τη διασκέδασή σου. Είναι για την καλλιέργειά σου. Και αυτό είναι κάτι διαφορετικό».

Το πότε θα την ξαναδούμε στην Ελλάδα παραμένει ανοιχτό. «Πρέπει να απευθύνουμε μια ισχυρή έκκληση στους πολιτιστικούς φορείς, γιατί αυτή τη στιγμή δεν είναι στο πρόγραμμα. Όχι από έλλειψη επιθυμίας. Επιθυμώ πολύ να έρθω στην Ελλάδα, να τραγουδήσω εκεί και να είμαι με τους ανθρώπους μας».