- CITY GUIDE
- PODCAST
-
14°
Η χρυσή εποχή της κωμωδίας δεν τελείωσε ποτέ
Ο Αριστοφάνης, ο Σεφερλής και οι κωμωδίες που συνεχίζουν να γεμίζουν τα ελληνικά θέατρα
Οι κωμωδίες του περασμένου χειμώνα πηγαίνουν περιοδεία στην επαρχία το φετινό καλοκαίρι και το κοινό τις χειροκροτεί όπου κι αν παίζονται
Καμία μα καμία κωμωδία δεν «πηγαίνει άπατη»: ακόμα και η πρόχειρη, η όχι-σπουδαία, η κωμωδία-αρπαχτή, βρίσκει το κοινό της, δηλαδή βρίσκει μια αρκετά μεγάλη μερίδα κοινού, που ψάχνει την κωμωδία με τρέλα. Δεν είναι καινούργιο φαινόμενο – οι κωμωδίες σκίζουν εισπρακτικά εδώ και πολλές δεκαετίες, ίσως και εκατονταετίες, αν θυμηθούμε τον Αριστοφάνη. Οι κλασσικές Ελληνικές κωμωδίες από τα 60s, είτε σε εκσυγχρονισμένη διασκευή είτε σε ορίτζιναλ όπως είχαν γραφτεί από τον Αλέκο Σακελλάριο, τον Νίκο Τσιφόρο ή κάποιον άλλον μεγάλο Ελληνα συγγραφέα, ανέβαιναν όλο το χειμώνα σε γεμάτα θέατρα. Έργα όπως «Η Δεξιά, η Αριστερά και ο κυρ Παντελής», «Η κόμισσα της φάμπρικας», «Ενας ήρωας με παντούφλες», «Τζένη Τζένη» κ.α., ανταγωνίζονται έργα των Ρέππα-Παπαθανασίου, Ρήγα-Αποστόλου κ.α. Τις είδαμε όλες, όπως και το έργο που μετέτρεψε σε σούπερ πετυχημένη κωμωδία ο Σπύρος Παπαδόπουλος με την Ρένια Λουιζίδου («Σέξυ Λώντρυ», τρίτη ή τέταρτη σεζόν) και ό,τι άλλο έπαιζε σε ελαφριά, έστω ημι-δραματική κωμωδία – ντράμεντι: «Το Πάρτυ της ζωής μου», με την Ελένη Ράντου, ήθελες μέσον για να βρεις εισιτήριο, όπως και στις «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη, και πάλι ντράμεντι, δηλαδή δράμα με κωμωδία μαζί. Βασικά όμως, κωμωδία: ο Μάρκος Σεφερλής γεμίζει τεράστια θέατρα, με κόσμο να κρέμεται από τις κερκίδες, που λέει ο λόγος, ή στην κυριολεξία (όταν είναι στο Δελφινάριο).
«Προτείνεις ένα έργο, μια παράσταση κάποιου επιπέδου, αλλά το πρώτο που σε ρωτάνε (οι θεατρικοί επιχειρηματίες όπως και οι θεατές) είναι "θα γελάσω;"» λέει η Ελίνα Λαζαρίδου, που κάνει διεύθυνση επικοινωνίας σε εταιρεία παραγωγής θεατρικών και τηλεοπτικών έργων. «Όλα τα γκρουπ, ΚΑΠΗ, σχολεία, σύλλογοι, όμιλοι, κλείνουν ομαδικά εισιτήρια για κωμωδίες, δεν πηγαίνουν σε δράματα ούτε σε "ψαγμένα" έργα – σε αυτά πηγαίνουν οι πιο νέοι, ή οι πολύ πιο νέοι. Αυτό ισχύει, τι να σου πω, από το 2011; Εδώ και αρκετά χρόνια. Ο κόσμος έχει ανάγκη να γελάσει, να ξεχαστεί… Τα ξέρουμε, θέλεις να πας κάπου για να αλλάξει η διάθεσή σου. Και η κωμωδία, όταν είναι καλή, πραγματικά σου φτιάχνει τη διάθεση!».
Δεν θέλω να πιάσω μία-μία τις χειμερινές κωμωδίες, και αυτές που ξεκίνησαν περιοδεία στην επαρχία, θα ξεχάσω τις μισές, είναι σίγουρο, αφήστε που είναι ένα σωρό. Το θέμα είναι ότι ακόμα και οι κακές κωμωδίες, οι πρόχειρες, οι αρπαχτές, ακόμα κι αυτές έχουν το κοινό τους: αν είναι να πληρώσεις 12-25 ευρώ για ένα εισιτήριο, λες δε βαριέσαι, μπορεί να γελάσω έστω και μία φορά, θα αξίζει τον κόπο. Αν είναι να ξηλωθείς παραπάνω, στα 40+ ευρώ για μεγάλο θέατρο με γνωστούς πρωταγωνιστές, έχεις περισσότερες απαιτήσεις, αλλά και πάλι, έχεις πάει ρονταρισμένος για να γελάσεις στην τελική, όλο και κάτι θα βρεις να σου φανεί αστείο. Στη χειρότερη, θα έχεις δει λάιβ τους γνωστούς πρωταγωνιστές, θα μπορείς να σχολιάσεις την άλλη μέρα κατά πόσον είναι ίδιοι με το πώς βγαίνουν στην τηλεόραση, ή αν δείχνουν μεγαλύτεροι/παχύτεροι/κοντύτεροι στη σκηνή.
Η επιτυχία της κωμωδίας δεν είναι κανένα καινούργιο φαινόμενο. Θυμάμαι να τρέχουμε ως παιδιά και έφηβα όλη η παρέα στο αρχαίο θέατρο της Θάσου ή στους Φιλίππους όποτε ανέβαινε παράσταση του Αριστοφάνη – τρέχαμε και στις τραγωδίες, αλλά με λιγότερη όρεξη, και με ένα σωρό πρόχειρες δικαιολογίες (όταν δεν μας γεμίζαν το μάτι, ως πολύ τραγικές, και δεν ψηνόμασταν). Βλέπω πολύ συχνά ρηλς από κωμωδίες των Μόντυ Πάυθονς, του Μελ Μπρουκς ή του Τζουντ Άπατοου, ακόμα και του Γούντυ Αλλεν, αλλά δύσκολα θα διαλέξω αντίστοιχα κομμάτια από δραματικά έργα, πχ τις σκηνές φόνου, έκρηξης, σύγκρουσης, καυγά, αυτές με το πολύ κλάμα: διαλέγουμε το γέλιο αντί για το κλάμα, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται, από την επιτυχία της κωμωδίας στα Ελληνικά θέατρα… και στην τηλεόραση, όπου εδώ και μερικά χρόνια τα κανάλια ζητάνε κυρίως κωμωδίες από τους σεναριογράφους. «Ας μην είναι και πολύ σπουδαία, φτάνει να είναι κωμωδία», είναι μια φράση που ακούμε συχνά, όσοι ασχολιόμαστε με το σενάριο.
Οι κατηγορίες πάντως είναι τρεις: Ελληνικές ταινίες που ήταν θεατρικά έργα και διασκευάζονται ως σύγχρονες ιστορίες, ταινίες/θεατρικά που ανεβαίνουν ως είχαν, χωρίς διασκευή, και ξένα ή Ελληνικά έργα που «τσιμπιούνται» όσο χρειάζεται στην μετάφραση και μεταφορά, ώστε να γίνουν κωμωδίες ακόμα κι αν δεν ήταν καθαρόαιμες (κωμωδίες) στην αρχική τους μορφή. Μερικές φορές ένα έργο που γράφτηκε το 1960 δεν μπορεί να ανέβει χωρίς να του αλλαχτούν τα φώτα, νοηματικά, μέσα από τους διαλόγους. Διασκευάσαμε ένα σενάριο ελληνικής ταινίας που προϋπήρχε ως θεατρικό, ο σεναριογράφος Βαγγέλης Νάσης κι εγώ, αλλάζοντας την συμπεριφορά του πρωταγωνιστή και της πρωταγωνίστριας επειδή πράγματα που λεγόντουσαν ή που είχαν ισχύ στα 60s, δεν περνάνε με τίποτα σήμερα. Η δουλειά ήτανε κέντημα, γιατί τα παλιά αστεία έπρεπε να χωριστούν σε λειτουργικά και μη λειτουργικά, να φύγουν τα εντελώς παλιά χωρίς να χαθεί η αρχική κωμωδία… χωρίς δηλαδή να σοβαρέψει το έργο, και να τρίζουν τα κόκκαλα του καταπληκτικού, και αγαπημένου συγγραφέα του*.
Γελάμε ακόμα με τις παλιές Ελληνικές ταινίες, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, τον Κώστα Βουτσά, τον Βασίλη Λογοθετίδη, με την Μάρθα Καραγιάννη, τη Ρένα Βλαχοπούλου, την Τζένη Καρέζη – ή μάλλον, γελάμε εμείς οι μεγαλύτεροι, που έχουμε δει φανατικά τις ταινίες τους όσο είμασταν τσικό. Έτσι νόμιζα ως πρόσφατα: ότι η κωμωδία με την οποία μεγαλώσαμε μας κάνει να γελάμε επειδή την έχουμε συνηθίσει… Μέχρι που με διαβεβαίωσαν θεατές πολύ νεώτεροι μου ότι γελάνε ακόμα – με το τέλειο τάιμινγκ του Γιώργου Κωνσταντίνου, το στεγνό χιούμορ της Μάρως Κοντού, το απλό αστείο του Δημήτρη Καλλιβωκά, την φρενίτιδα του Θανάση Βέγγου, γενικά με όλη την γενιά κωμικών ηθοποιών του '50, '60 και '70. Ίσως γι αυτό τα έργα, θεατρικά και κινηματογραφικά, ανασκευάζονται, διασκευάζονται και μεταφέρονται με κάθε δυνατό τρόπο στις σύγχρονες σκηνές, και μας διασκεδάζουν ακόμα σα να μην έχουν παλιώσει καθόλου. Μπορεί τελικά να ισχύει αυτό που έλεγε ο Αλέκος Σακελλάριος, ότι το καλό αστείο δεν παλιώνει ποτέ, το κακό αστείο επίσης δεν παλιώνει, και ακόμα κι αυτό, είναι προτιμότερο από το καθόλου αστείο…
* Το έργο που διασκευάσαμε με τον Βαγγέλη, μπορεί να ανέβει τον ερχόμενο χειμώνα, αν όλα πάνε καλά. Και αν ανέβει, ελπίζουμε να είναι αστείο χωρίς να είναι καθόλου παλιό. Ας είναι γραμμένο, στην αρχική του μορφή, το μακρινό 1963.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ένα έργο για τη μνήμη που καλπάζει ερήμην. Τη μνήμη που ξεδιπλώνει αναμνήσεις, που όμως δεν είναι αληθινές, αλλά επινοημένες ιστορίες.
Κλασικά κείμενα, σύγχρονη ελληνική δραματουργία και διεθνείς συμπράξεις
Mια ιστορία ενηλικίωσης, μνήμης και εσωτερικής αναζήτησης
Ο Μιχάλης Σαράντης πρωταγωνιστεί ξανά στην παράσταση του Γιώργου Κουτλή
Η παράσταση των Θέμη Πάνου και Βίλιας Χατζοπούλου επιστρέφει στη σκηνή στο πλαίσιο της φθινοπωρινής δέσμης δράσεων «Απόηχοι» του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου
30 και πλέον χρόνια που γράφω για θέατρο προβάλλω καλλιτέχνες του θεάτρου και παραστάσεις κυρίως μικρών χώρων
Η κορυφαία τραγωδός Λυδία Κονιόρδου επιστρέφει σε έναν από τους πιο απαιτητικούς ρόλους της καριέρας της
Το πρώτο σκηνοθετικό εγχείρημα της Κόρας Καρβούνη, με τους Μιχάλη Συριοπούλο, Βάσω Καβαλλιεράτου, Στάθη Κόικα επί σκηνής
Ο Γιώργος Καπουτζίδης στήνει έναν καθρέφτη απέναντι στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα
Ο σταρ του «Μπόρατ» συνεργάζεται με τον Αμερικανό σκηνοθέτη στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου
Ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο Στέφανος Παπατρέχας ανεβάζουν ένα από τα πιο ποιητικά έργα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ
Η κριτικός θεάτρου απαντά στην ανάρτηση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών για το άρθρο της στην Athens Voice
Μια διαδραστική, αλλοπρόσαλλη κωμωδία όπου το κοινό αποφασίζει ποιος είναι ο δολοφόνος
Η ηθοποιός μίλησε για τη θεατρική μεταφορά του έργου της νομπελίστριας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
Ο Οκτώβριος είναι ο μήνας που ξεκινούν οι περισσότερες θεατρικές παραστάσεις της σεζόν
Είναι ώριμη πλέον η εποχή να δούμε με σοβαρότητα τι σημαίνει υποκειμενικότητα στην καλλιτεχνική κριτική
Η ζωή μετά τη Λυρική, ο Μαζωνάκης, οι Dreamers και ο Μάης του ’68
Μιλήσαμε με τη σκηνοθέτρια της παράστασης «Χρόνος από δεύτερο χέρι» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Για άλλη μια χρονιά παρουσιάζονται σπουδαία έργα, διεθνείς συνεργασίες και οπτικές που καλύπτουν κάθε γούστο
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.