- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
130 χρόνια Δημοτικό Θέατρο Πειραιά: Πέντε «στάσεις» στη μακρά ιστορία του μνημειώδους κτιρίου
Ένα τοπόσημο του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας, μέσα από «σημειωματάρια» μιας άλλης εποχής
Δημοτικό Θέατρο Πειραιά: 130 χρόνια ιστορίας για ένα θέατρο ταυτισμένο με την πόλη, που έχει συνδυαστεί με μεγάλα έργα της παγκόσμιας και εγχώριας δραματουργίας
Στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 130 έτη λειτουργίας του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά (ΔΘΠ), ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής Νίκος Διαμαντής και ο Δήμος Πειραιά, εκπροσωπούμενος στην εκδήλωση από τον Αντιδήμαρχο Πολιτισμού Γιάννη Χατζηαλέξη, προσκάλεσαν δημοσιογράφους και καλλιτέχνες σε μια ξενάγηση στο ιστορικό κτίριο, καθώς και σε μια νοερή «αναδρομή» στις σημαντικότερες περιόδους του θεάτρου. Μέσα από πέντε «στάσεις», ή «σημειωματάρια», ξεκινώντας από την σύγχρονη επανίδρυση του Πειραιά - κατόπιν βασιλικού διατάγματος του Όθωνα το 1833 - και την ανέγερση του τέταρτου και τελευταίου Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, στην Πλατεία Κοραή, βασισμένο σε ένα σχέδιο του Έλληνα αρχιτέκτονα Ιωάννη Λαζαρίμου, το 1895, και φτάνοντας μέχρι τις ζημιές που υπέστη κατά τον βομβαρδισμό της πόλης από τους Γερμανούς, τον Απρίλιο του 1941, και τελικά τον εκσυγχρονισμό του κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Όπως είπε χαρακτηριστικά ο Νίκος Διαμαντής:
«Το Δημοτικό Θέατρο έχει γράψει πάνω στην ιστορία του Πειραιά, η οποία διαμορφώνεται μέσα από διάφορα "κύματα". Τα "κύματα" αυτά έρχονται από την πλευρά της θάλασσας και αλλάζουν την μορφή της πόλης, σε σημείο που δημιουργούν κάθε φορά και μια νέα "χώρα". Η επονομαζόμενη Β' (Περιφέρεια) Πειραιά, για παράδειγμα, είναι στην ουσία μια "χώρα" που διοικεί μια πόλη. Τόσο ο Βάσιας Τσοκόπουλος, όσο και ο Γιώργος Χρονάς, που δυστυχώς δεν μπόρεσε να έρθει και να μας διαβάσει ο ίδιος τα εξαιρετικά ποιήματά του σε πεζό λόγο, έχουν επιλέξει να παρουσιάσουν χαρακτηριστικές προσωπικότητες από την ιστορία του Πειραιά —ισχυρές αλλά και διακριτές— οι οποίες εκπροσωπούν την πνευματική ζωή του τόπου: από τον Νιρβάνα στον Πικιώνη και από τον Κουνέλλη, στον Μποκόρο, τον Τζούμα και την Δέσπω Διαμαντίδου. Πρόσωπα, δηλαδή, της ευρύτερης "πνευματικής περιοχής" του Πειραιά».
Στην ξενάγηση, που πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 30 Μαρτίου, τον λόγο πήραν, επίσης, οι Αγγελική Φωτοπούλου (Ομότιμος διευθύντρια ερευνών ερευνητικού κέντρου «Αθηνά», Γλωσσολόγος), Νίκος Μπελαβίλας (Καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, Ιστορικός), Βάσιας Τσοκόπουλος (Ιστορικός), Μανόλης Παντελιδάκης (Σκηνογράφος, Ενδυματολόγος, Αρχιτέκτονας), Ελίνα Δράκου (Σκηνογράφος, Ενδυματολόγος), Κωνσταντίνος Βορβής (Ποιητής, συνεργάτης των εκδόσεων «Οδός Πανός»).
Πέντε ιστορικά ορόσημα-«στάσεις» του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά
«1η Στάση»
«Το θέατρο θυμίζει σε όλους μας, ότι αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας μόνο όταν εκτιθέμεθα. Τότε ο άνθρωπος σώζεται. Όταν αποφασίσει να τον δει το βλέμμα ενός άλλου». Αυτό το απόφθεγμα του Νίκου Διαμαντή διαβάζουμε στην πρώτη «στάση» της ιστορικής ξενάγησης, πλάι σε μια επιγραμματική περίληψη των γεγονότων, που ξεκινάει από την ίδρυση του Πειραιά «εκ του μηδενός», με εντολή του βασιλιά Όθωνα και με όρους μοντέρνους για την εποχή της, από δύο αρχιτέκτονες, τον Κλεάνθη και τον Εδουάρδο Σάυουμπερτ, ανάμεσα στα δύο λιμάνια της. Μέσα σε 50 χρόνια, ο αρχαίος αυτός ερειπιώνας, που εκτεινόταν μέχρι το Κερατσίνι και τον Ρέντη, και που μέχρι τότε διέθετε μόνο αποθήκες εμπόρων, μερικές καλύβες και αγροκτήματα, και το 1854, μαζί με την απόβαση των Αγγλογάλλων, χτυπήθηκε έως και από επιδημία χολέρας, εξελίχθηκε ραγδαία σε ένα από τα σημαντικότερα βιομηχανικά κέντρα της χώρας. Όπως ήταν φυσικό, η ανάπτυξη αυτή προσέλκυσε εργατικό δυναμικό και ευνόησε την οικιστική επέκταση της περιοχής. Σε αυτό το κλίμα ανάπτυξης και «δημόσιας έκθεσης» της πόλης, το θέατρο, που γνώριζε ήδη άνθηση σε άλλα αστικά κέντρα της Ελλάδας, όπως την Σύρο, την Ζάκυνθο, την Πάτρα και βέβαια την Αθήνα, εμφανίζεται δυναμικά και στον Πειραιά, με την ίδρυση του πρώτου «Θεάτρου Πειραιά» —τη λεγόμενη μάντρα του Σκυλίτση— στην Τερψιθέα.
Το 1877, το θέατρο που ανήκε στον επιχειρηματία Αλέξανδρο Λυμπερόπουλο, μεταφέρθηκε στη μάντρα Ρετσίνα. Το θέατρο αυτό ήταν ξύλινο, με καλή σκηνή και θεωρεία, παρά την προχειρότητα του. Το τρίτο θέατρο δημιουργήθηκε δίπλα στο δεύτερο, το 1878, στη μάντρα Βραχνού. Διέθετε πλατεία 500 θέσεων και 200 θέσεις στον εξώστη. Εκεί, στις 16 Σεπτεμβρίου 1878, ο θίασος «Πανελλήνιον» του Δημοσθένη Αλεξιάδη ανέβασε τους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκώ. Το τέταρτο θέατρο, που στέκει μέχρι σήμερα στην Πλατεία Κοραή, σχεδιάστηκε από τον Λαζαρίμο, αφότου μία ακριβότερη προσφορά από τον Ερνέστο Τσίλλερ απορρίφθηκε. Ο αρχικός προϋπολογισμός της κατασκευής του θεάτρου τελικά τετραπλασιάστηκε, αλλά παρά τις καθυστερήσεις, τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 9 Απριλίου 1895. Για να κατανοήσουμε καλύτερα το περιρρέον κλίμα, ο ιστορικός Νίκος Μπελαβίλας αναφέρει πως την εποχή εκείνη (1883) εγκαθίσταται στον Πειραιά, επιστρέφοντας από την Ευρώπη, ο ζωγράφος-θαλασσογράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης, ενώ το 1893 πεθαίνει στον Πειραιά ο ιατρός και φιλόσοφος Θεόδωρος Αφεντούλης. Το 1894 ιδρύεται ο «Μουσικός-Γυμναστικός Σύλλογος», ο οποίος μετασχηματίστηκε στον Μεσοπόλεμο στον σημερινό «Πειραϊκό Σύνδεσμο», ενώ ο Παύλος Νιρβάνας, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα την ίδια χρονιά, δημιουργεί το πρώτο φιλολογικό σαλόνι του Πειραιά, το οποίο ο ίδιος αποκαλεί «ποιητική σχολή της Φρεατίδας» και συμπεριλαμβάνει λόγιους, όπως τον Γεώργιο Στρατήγη, τον Ρώμο Φιλύρα, τον Λάμπρο Πορφύρα και τον Αχιλλέα Παράσχο.
«2η Στάση»
Η δεύτερη «στάση» στην ιστορία του τόπου (και του ΔΘΠ ειδικότερα) καλύπτει την περίοδο από το 1897 έως το 1922, όποτε ο Πειραιάς βρίσκεται στο επίκεντρο μιας διαρκούς κρίσης που συνδέεται με τις πολεμικές συγκρούσεις και τις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Χιλιάδες πρόσφυγες από την Κρήτη, τη Μαύρη Θάλασσα, την Αρμενία και τη Μικρά Ασία εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά αναζητώντας ασφάλεια, και μεταμορφώνοντας έτσι πλήρως τον κοινωνικό ιστό της πόλης. Υπολογίζεται ότι από το 1906 έως το 1928 πέρασαν από τον Πειραιά περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι —αριθμός που μαρτυρά την έκταση του ανθρωπιστικού φορτίου που κλήθηκε να σηκώσει η πόλη. Στο σύντομο κείμενό του με τίτλο «Από τους λίγους στους πολλούς» για την ενότητα αυτή, ο Νίκος Διαμαντής επισημαίνει: «Η ευθύνη των πολιτιστικών οργανισμών είναι μεγάλη. Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά οφείλει στην διάρκεια των χρόνων να δείχνει ότι σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Η τέχνη μας βοηθά να κολυμπήσουμε στην αντίπερα όχθη και τότε θα έχουμε πετύχει κάτι σπουδαίο. Θα έχουμε νιώσει την ουσία της ανθρώπινης φύσης και των τραγικών αντιφάσεων. Ίσως να έχουμε γίνει καλύτεροι.
«η Ζωή —ή όντως η ζωή δια της τέχνης— είναι ένα δώρο, από τους λίγους στους πολλούς, από εκείνους που έχουν και γνωρίζουν, σε εκείνους που δεν έχουν και δεν γνωρίζουν» (επιγραφή του Μοντιλιάνι με απόηχο απ» την «Κόλαση» του Δάντη)». Κατά το γύρισμα του αιώνα, στην αναζήτησή του για μία ταυτότητα και κοινό, το Δημοτικό Θέατρο επένδυσε σε ορισμένες παραστάσεις του Ξενόπουλου και του Τσέχωφ, ενώ το 1901, με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, δημιούργησε την «Νέα Σκηνή», η οποία υποστηρίχτηκε θερμά από τον Κωστή Παλαμά και τους Πειραιώτες Γεώργιο Στρατήγη, Παύλο Νιρβάνα και Λάμπρο Πορφύρα. Η τολμηρή αυτή κίνηση προκάλεσε μια σειρά από αντιδράσεις και ανέβασε τον πήχη όσον αφορά την προσπάθεια δημιουργίας μιας ποιοτικής ελληνικής θεατρικής σκηνής. Μεταξύ των καλλιτεχνών αυτής της γενιάς που ξεχώρισαν, βρίσκονται ο Δημοσθένης Βουτυράς (1872 –1958), ο Λάμπρος Πορφύρας (1879 –1932), ο Σπύρος Μελάς (1882 –1966) και ο Δημήτρης Πικιώνης (1887 –1968).
«3η Στάση»
Η τρίτη «στάση» πραγματεύεται μια περίοδο έντονης κοινωνικής και πολιτικής ζύμωσης στον Πειραιά —αυτή που ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα. Η οικονομική κρίση, η φτώχεια και οι εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν στα εργοστάσια, στα λιμάνια και στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις δημιούργησαν ένα κλίμα αναταραχής και κοινωνικής αφύπνισης. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, ο Πειραιάς αναδείχθηκε σε σημαντικό κέντρο του εργατικού κινήματος. Η περίοδος αυτή μπορεί να χωριστεί σε επιμέρους φάσεις, καθώς η δημιουργία της «Εταιρείας Ελλήνων Καλλιτεχνών» το 1929-30, με ρεπερτόριο ποικίλο και εναλλασσόμενο, ή η σύμπραξη των δύο μεγάλων κυριών του θεάτρου, της Κυβέλης με την Μαρίκα Κοτοπούλη, στην παράσταση «Μαρία Στιούαρτ» του Φρίντριχ Σίλερ το 1931, που για την εποχή υπήρξε κομβικό γεγονός, δεν μπορεί να συγκριθεί με την Κατοχή, όταν το Δημοτικό Θέατρο λειτουργεί ως κέντρο διασκέδασης για τους Γερμανούς, ή την εποχή αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά (1944), όποτε ανεβαίνουν κυρίως παραστάσεις με κομμουνιστικά μηνύματα. Η ταξική πάλη ήταν ανέκαθεν μια πραγματικότητα στον Πειραιά, εξαιτίας των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων ανάμεσα στους κατοίκους του. «Έφυγα δώδεκα ετών από τον Πειραιά», είπε κάποτε ο Γιάννης Τσαρούχης. «Υπήρχαν τα αστικά σπίτια τα οποία ήτανε όμορφα και τακτικά και πολύ σκοτεινά απ' τις πολλές κουρτίνες και υπήρχε ο λαϊκός κόσμος ο οποίος ζούσε πολύ απλά, πολύ φτωχικά. Υπήρχε ένα σνομπάρισμα πολύ μεγάλο των πλουσίων προς τους φτωχούς κι όταν ανέβαινα με το τραίνο στην Αθήνα έβλεπα ότι υπήρχε μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα κοστούμια που φορούσαν οι Καστελοριζές και οι κυρίες που αγοράζανε μοντέλα από το Παρίσι». Έτσι, με αυτή την ιδιομορφία στο νου, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τα λόγια του Γιώργου Χρονά, όταν λέει: «Αυτό το θέατρο [ΔΘΠ] το αγαπώ γιατί είναι στοιχειωμένο».
«4η Στάση»
Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Πειραιάς καλέστηκε να επουλώσει τις βαθιές πληγές που άφησαν πίσω τους οι βομβαρδισμοί, η πείνα και η μαζική φυγή πληθυσμού. Όπως γράφει και ο Νίκος Διαμαντής:
«Μέσα από μια αλυσίδα γεγονότων, πάνω από την καταστροφή, η καταιγίδα σπρώχνει το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά προς την πρόοδο. Το Εθνικό Θέατρο με Διευθυντή τον Δημήτρη Ροντήρη, η Εθνική Λυρική Σκηνή σε μουσική διεύθυνση Αντίοχου Ευαγγελάτου, το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, ο Μίκης Θεοδωράκης με την Ασπασία Παπαθανασίου και την "Ηλέκτρα" του Σοφοκλή, η Μαρία Αλκαίου και ο Βασίλης Διαμαντόπουλος με το "Νησί της Αφροδίτης" του Πάρνη, ο Αλέκος Αλεξανδράκης με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου ανεβάζουν το "Έγκλημα και Τιμωρία" του Ντοστογιέφσκι, ο Κάρολος Κουν παρουσιάσει το έργο του Στάινμπεκ "Άνθρωποι και Ποντίκια", ο Σωκράτης Καραντινός παρουσιάζει σε σκηνικά Εγγονόπουλου, Γκολντόνι, κλπ., κλπ., κλπ. και ο Άγγελος της ιστορίας ετοιμάζεται να πετάξει. Ανάμεσα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στους διχασμούς που ανανεώνονται, στη δικτατορία που έρχεται, ο ρόλος ενός πολιτιστικού οργανισμού είναι να φροντίζει ώστε να πορευόμαστε με ασφάλεια, με σεβασμό και ήθος».
Υπό αυτή την έννοια, η μεταπολεμική περίοδος (1947-1967) ήταν περίοδος άνθησης για το ΔΘΠ. Ήταν η περίοδος της στενής συνεργασίας του με το Εθνικό Θέατρο, λειτουργώντας περίπου ως «δεύτερη σκηνή» του. Συνολικά, όπως φαίνεται και στο Ψηφιακό Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου, 74 παραστάσεις του Εθνικού έχουν παρουσιαστεί στο ΔΘΠ μέχρι το 2014, και 25 εμφανίζονται για πρώτη φορά στο Δημοτικό Θέατρο. Η συνεργασία ξεκινάει το 1948, με την «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου, σε σκηνοθεσία του Δ. Ροντήρη, με πρωταγωνιστές τους Χριστόφορος Νέζερ και Χρήστος Ευθυμίου. Πρόκειται για μερικές από τις ενδοξότερες ημέρες του ΔΘΠ.
«5η Στάση»
Η πέμπτη και τελευταία «στάση» της ξενάγησης είναι εκείνη στην σχετικά ομαλή και οικονομικά «άνετη» περίοδο της Μεταπολίτευσης. Το μεγάλο πρόβλημα με το οποίο έρχεται αντιμέτωπο το ποιοτικό θέατρο και οι συντελεστές του, είναι ο «λαϊκισμός», που την εποχή εκείνη είχε θεριέψει και είχε πάρει δυσθεώρητες διαστάσεις. Η απαξίωση του θεάτρου είναι σχεδόν απόλυτη και οι σημαντικές στιγμές είναι λίγες: μεταξύ αυτών οι «Τρωάδες», του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσαρούχη (1977) —που εκτός από την σκηνοθεσία υπέγραφε τη μετάφραση και τα σκηνικά— το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μ. Κατράκη με το «Χριστόφορος Κολόμβος» (1975), το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου με τον «Ταρτούφο», του Μολιέρου (1978). Ο Νίκος Διαμαντής γράφει: «Μετά την Δικτατορία, αρχίζουν, αργά αλλά σταθερά, με κορύφωση τα δέκα τελευταία χρόνια, σαν μια σπείρα που ανελίσσεται, να αλλάζουν και τις εσωτερικές συγκρούσεις, υπερβολές, διχασμούς, φυσικές καταστροφές, να τις μετατρέπουν σε ανάπτυξη και μέλλον».
Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, μετά την αναστύλωση του και σε συνεργασία με μια διαφορετική διοικητική λειτουργία, αναπτύσσει κοινωνικούς αυτοματισμούς και παρεμβάσεις, δίνοντας προτεραιότητες στις σύγχρονες λογικές των καιρών. Μια διαφορετική αξιολόγηση της σχέσης της τέχνης με τις τρέχουσες καταστάσεις των πραγμάτων, τις κινητικότητες, τις συγκρούσεις και τις περιβαλλοντολογικές καταστροφές […] Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά σήμερα, πιο ζωντανό από ποτέ, προτείνει διασταυρούμενες απόψεις, μια συνδυαστική καλλιτεχνικών μαθηματικών σειρών, ένα αρχιπέλαγος ευθύνης, περιέργειας και θάρρους». Κατά την πιο πρόσφατη αυτή περίοδο στην ιστορία του ΔΘΠ, και ειδικότερα όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στην αρχή της, υπάρχει αφενός το προνόμιο ότι πολλοί από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες των παλαιότερων γενεών είναι ακόμα ζωντανοί και δραστήριοι (βλ. Γιάννης Κουνέλλης, Κωνσταντίνος Τζούμας, Διονύσης Χαριτόπουλος, Γεώργιος Χρονάς, Χρήστος Μποκόρος κλπ.), ενώ ταυτόχρονα βρισκόμαστε σε έναν τεχνολογικά ανεπτυγμένο κόσμο, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται.