- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Βασίλης Ζαφειρόπουλος: «Το θέατρο ήταν πάντα στη ζωή μου»
Ο ηθοποιός πίσω από τον ρόλο του Αργύρη στο «Τρίτο Στεφάνι» μιλάει για τη ζωή και την πορεία του
Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος μιλά για τα παιδικά του χρόνια, τη διαδρομή του στο θέατρο, τη μουσική, τη συνεργασία με τον Στάθη Λιβαθινό και τον ρόλο του Αργύρη στο «Τρίτο Στεφάνι».
Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος είναι ηθοποιός μιας νέας γενιάς που φέρνει φρεσκάδα και αμεσότητα στο ελληνικό θέατρο. Από τις πρώτες «παραστάσεις» στο οικογενειακό σαλόνι μέχρι τη συνειδητή επιλογή να ακολουθήσει την υποκριτική, η ανάγκη για έκφραση υπήρχε πάντα στη ζωή του. Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών, συνεργάστηκε με τον Στάθη Λιβαθινό και σήμερα τον συναντάμε στο ρόλο του Αργύρη στο εμβληματικό έργο «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, που παρουσιάζεται στο Σύγχρονο Θεατρο σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.
Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος μιλά για τη διαδρομή του στο θέατρο και τη ζωή του
Αν γυρίσεις πίσω στα παιδικά σου χρόνια, ποια είναι η πρώτη εικόνα που θυμάσαι να «παίζεις»;
Η μόνη μνήμη που έχω πολύ καθαρά στο μυαλό μου από την πολύ βρεφική μου ηλικία ακόμα είναι να παίζω με μία κίτρινη μπουλντόζα που είχα σαν παιχνίδι τότε μπροστά από ένα χριστούγεννιατικο δέντρο και ήρθε η ξαδέρφη μου και μου λέει: «Δεν θα είχε πλάκα να ρίξουμε το δέντρο». Ε, και το έριξα. Επίσης έρχονται ατελείωτες εικόνες παιχνιδιού με τον αδελφό μου μέσα και έξω απο το σπίτι, μπάλα, μπάσκετ, Playstation, φτιάχναμε φωτόσπαθα από χαρτόνι και κάναμε τους Jedi, παίζαμε στρατιωτάκια, wrestling. Πολύ ωραία χρόνια γενικά.
Πώς μπήκε το θέατρο στη ζωή σου και πότε άρχισες να σκέφτεσαι ότι μπορεί να γίνει επάγγελμα;
Το θέατρο ήταν πάντα στη ζωή μου. Οι γονείς μου με πήγαιναν από μικρή ηλικία στο θέατρο, και σε διαφορετικά ήδη μάλιστα, οπότε πάντα υπήρχε το ερέθισμα. Είμαι από αυτά τα παιδιά που η μαμά τους τούς πήγαινε σε όλα τα παιδικά της Κάρμεν Ρουγγέρη, σε όλα τα χριστουγεννιάτικα στο Μέγαρο Μουσικής, ακόμα και σε γερμανικές όπερες μάς πήγαιναν, όπου θυμάμαι να μας παίρνει ο ύπνος εμένα και τη γιαγιά μου. Οπότε από πολύ μικρή ηλικία είχα επαφή σαν θεατής. Η αλήθεια είναι πως δεν ασχολήθηκα συνειδητά από νεαρότερη ηλικία, αν εξαιρέσεις κάτι εργαστήρια, κάτι θεατρικά παιχνίδια στο σχολείο που απλά προέκυπταν σαν απασχόληση. Το «performance» σαν τρόπος έκφρασης υπήρχε πιο πολύ στην κοινωνική μου ζωή. Δηλαδή ήμουν πάντα ένα από αυτά τα παιδιά που στο σχολείο τούς άρεσε να κάνουν τους άλλους να γελάνε, ήθελαν να είναι το επίκεντρο της παρέας, «ο κλόουν της τάξης». Ιδανική συνθήκη για αυτό ηταν πάντα τα οικογενειακά τραπέζια. Θυμάμαι ότι έρχονταν συγγενείς και φίλοι κάποια Σαββατοκύριακα στο σπίτι για φαγητό και μαζευόμασταν τα παιδιά σε ένα δωμάτιο για 3 ώρες και στήναμε ολόκληρη παράσταση για να την παρουσιάσουμε στους γονείς. Οπότε πάντα κάπως υπήρχε αυτό το στοιχείο του performance στη ζωή μου σαν φυσική ανάγκη. Όμως ποτέ δεν σκέφτηκα ότι αυτό μπορεί να γίνει επάγγελμα. Η αλήθεια είναι πως «άργησα» να ασχοληθώ με το τι θα κάνω με τη ζωή μου. Παρόλο που σπούδασα (ξενοδοχειακά), πήρα δύο πτυχία, δούλεψα μετά τη σχολή σε Ελλάδα και εξωτερικό, ποτέ δεν ήμουν πραγματικά συνδεδεμένος με το αντικείμενο. Μέχρι και την ηλικία των 23 περίπου όλα αυτά ήταν κάπως καθοδηγούμενα από γονείς και σχολείο, ότι πρέπει να ακολουθήσεις μία πορεία. Εμένα το μόνο που με ένοιαζε ήταν να βγαίνω με φίλους και παρέες. Μεγαλώνοντας, για πολλά χρόνια, είναι σαν να θάφτηκε σιγά σιγά αυτή η ανάγκη του θέατρου και της έκφρασης. Οι γονείς μου, παρόλο που με πήγαιναν μικρό στο θέατρο, μετά δεν μου έδωσαν το push προς αυτή την κατεύθυνση οπότε, μπαίνοντας σε άλλα μονοπάτια, σαν να ξεχάστηκε όλο αυτό, να «μπήκε στον πάγο». Εκεί λοιπόν που τα πράγματα άρχισαν να σοβαρεύουν κάπως, αφού τελείωσα τις σχολές και άρχισα να μπαίνω στον «ενήλικο κόσμο», ξυπνάω μια μέρα έντρομος και λέω: «Ώπα, κάτσε, δηλαδή τώρα αυτή θα είναι η ζωή από εδώ και πέρα; Δουλειά, δουλειά, δουλειά;». Και συνειδητοποίησα ότι θα έχω σοβαρό πρόβλημα αν δεν κάνω κάτι που αγαπάω. Θα πάθω κατάθλιψη, δεν υπάρχει περίπτωση. Οπότε κάπως εκεί είναι που κάτι ξύπνησε πάλι μέσα μου και αναζοπυρώθηκε το στοιχείο του θεάτρου και αποφάσισα να το κυνηγήσω. Η πρώτη σκέψη ήταν να μην το κάνω στη Ελλάδα, να πάω στη «Μέκκα» του θεάτρου, στο Λονδίνο, όπου πήγα το 2018 και έζησα εκεί για 2 χρόνια. Εκεί δούλευα κυρίως για να βλέπω παραστάσεις και να κάνω θεατρικά εργαστήρια, χτύπαγα πόρτες σε καμαρίνια, γνώριζα ηθοποιούς, άρχισα να δίνω σε δραματικές σχολές. Μέχρι που προέκυψαν κάποια εμπόδια γιατί ήρθε ο Covid και μετά ακολούθησε το Brexit, οπότε το να μείνω και να σπουδάσω εκεί ήταν πιο δύσκολο. Γύρισα στην Ελλάδα, έδωσα σε δραματικές σχολές εδώ, πέρασα στο Ωδείο Αθηνών και κάπως έτσι από τότε πάει σε ροή όλο το πράγμα.
Πώς αντέδρασαν οι δικοί σου όταν αποφάσισες να αλλάξεις πορεία και να το κυνηγήσεις σοβαρά;
Οι γονείς μου δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ με αυτή την απόφαση. Η αλήθεια είναι πως υπήρχε πολύ μεγάλη αντίσταση και αντίδραση απο μεριάς τους. Ήταν η κλασική ανησυχία του γονέα του «τι πας να κάνεις τώρα, αυτό που λες είναι τρέλα, θα πας να μπεις σε έναν χώρο που έχει 90% ανεργία» κ.λπ. Είχαν ειπωθεί και πιο σκληρά λόγια όπως «γιατί σε σπουδάζαμε εμείς τόσα χρόνια, για να πας να γίνεις ηθοποιός και θα πετάξεις όλα αυτά που έχεις κάνει μέχρι τώρα στα σκουπίδια» κ.ά. Βέβαια επειδή ήμουν σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία -δεν ήμουν 17 χρονών, ήμουν 25 όταν συνέβη αυτό-, συνειδητοποιούσα ότι όλη αυτή η αντιμετώπιση έρχεται από μια θέση φόβου στον οποίο εγώ δεν θα ενδώσω. Ήταν πολύ δύσκολη ψυχολογικά για εμένα η στροφή από τη μία φάση ζωής στην άλλη, τρομερή εσωτερική και εξωτερική σύγκρουση με τον εαυτό μου και το περιβάλλον μου, πολύ ενοχή. Όμως είχα μπει σε fight or flight mode, ήταν πραγματικά θέμα επιβίωσης αυτή η απόφαση, ειδικά σε αυτή την ηλικία, ή θα το τολμούσα εκείνη τη στιγμή ή θα βολευόμουν σε κάτι που θα με έκανε δυστυχισμένο και θα το είχα τρομερό απωθημένο. Και κάπως το κατάφερα. Και οι γονείς πάντα, όταν σε βλέπουν να καταφέρνεις κάτι, να χαίρεσαι και να βρίσκεις τον εαυτό σου μέσα από αυτό, χαίρονται και εκείνοι. Δηλαδή θυμάμαι ότι έρχονταν στις πρώτες παραστάσεις στη σχολή και ήταν πολύ συγκινημένοι, πολύ χαρούμενοι που το κάνω, και μετά στις πρώτες επαγγελματικές δουλειές. Οπότε αυτή η αντίσταση και αυτή η άρνηση αρχίζει και μαλακώνει με τον καιρό και αντικαθιστάται με το «ό,τι θες εσύ αγόρι μου, αν είσαι χαρούμενος, εγώ μαζί σου».
Υπήρξε μια στιγμή στη σχολή που είπες μέσα σου «ναι, εδώ ανήκω»;
Από την πρώτη στιγμή, πριν καν μπω. Δεν το αμφισβήτησα ποτέ. Ήταν τόσο έντονες οι εσωτερικές διεργασίες που έγιναν μέσα μου την περίοδο που προσπαθούσα να αλλάξω τον τρόπο ζωής μου που, όταν αποφάσισα να δώσω σε σχολές και εν τέλει όταν μπήκα και άρχισα να βλέπω τη ζωή μέσα στη δραματική σχολή, ήμουν τόσο σίγουρος για αυτό που είχα αποφασίσει που δεν με σταματούσε τίποτα. Ένιωθα ότι ανήκω εκεί, ήθελα να είμαι εκεί όλη τη μέρα. Δούλευα πολύ γι' αυτό. Και βοήθησε πάρα πολύ το γεγονός ότι μπήκα σε μεγαλύτερη ηλικία στη σχολή (πράγμα για το οποίο «αυτομαστιγωνόμουν» χρόνια, το γιατί «έχασα» τόσο χρόνο, που μόνο χάσιμο δεν ήταν τελικά, ήταν προετοιμασία και σωστό timing). Εγώ μπήκα στα 27 μου, είχα μια στοιχειώδη εμπειρία ζωής, είχα κάνει σπουδές, άλλες δουλειές σε Ελλάδα και εξωτερικό, είχα ζήσει έξω, είχα πάει στρατό, είχα κάνει μια σχέση έξι χρόνων, οπότε ήμουν πολύ γεμάτος από πράγματα και έμπειριες, πολύ συνειδητοποιημένος σε σχέση με το τι σημαίνει αυτό το επάγγελμα χωρίς ρομαντισμούς. Μπήκα στη σχολή πολύ αποφασισμένος και με πολύ καθαρό μυαλό, πολύ διαυγή αντιμετώπιση στα πράγματα και στο γιατί θέλω να το κάνω.
Η συνεργασία με τον Στάθη Λιβαθινό και ο ρόλος του Αργύρη στο «Τρίτο Στεφάνι»
Σχεδόν με την αποφοίτησή σου από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών συνεργάστηκες με τον Στάθη Λιβαθινό. Πώς αισθάνθηκες για αυτή τη συνάντηση και τι κράτησες από εκείνη την περίοδο;
Όντως, δεν είχα αποφοιτήσει ακόμα από τη σχολή, ήμουν στο τέταρτο έτος σε περίοδο πτυχιακών εξετάσεων όταν ξεκίνησα να πηγαίνω σε ακροάσεις και μία από τις ακροάσεις ήταν τότε του Στάθη του Λιβαθινού για το «Μάνα Κουράγιο» στο Εθνικό Θέατρο. Έκανα την ακρόαση και σχεδόν αμέσως με πήρε τηλέφωνο ο κ. Λιβαθινός και μου λέει ότι θα είμαστε μαζί, αλλά όχι στο Εθνικό, ήθελε να ακολουθήσω την ομάδα σε ένα project που ήδη ετοίμαζε. Έτσι, ξεκινήσαμε με το «Ο Ρόζενκράντς και ο Γκίλντεστερν είναι νεκροί» και μου είπε ότι θέλει να συνεχίσω μαζί τους και στο επόμενο. Τότε κάναμε το «Τουραντό» κι ύστερα ήρθε το «Τρίτο Στεφάνι». Είναι μεγάλη χαρά και τύχη να συνεργάζεσαι με τον Στάθο Λιβαθινό. Ήμουν πάρα πολύ τυχερός που συνάντησα αυτόν τον άνθρωπο γιατί πέρα από σκηνοθέτης είναι και δάσκαλος. Πάρα πολύ σημαντικό για κάποιν που βγαίνει μόλις από τη δραματική σχολή. Επειδή είναι ένας άνθρωπος με βαθιά θεατρική γνώση, που το έχει σπουδάσει, το έχει μελετήσει, το ψάχνει, εγώ ένιωσα μεγάλη ασφάλεια δίπλα του στο κομμάτι της καθοδήγησης και της έκθεσης. Ειδικά στο «Τουραντό», που με τον Καλάφ ήταν το πρώτο μου μεγάλο υλικό με δύσκολο ποιητικό κείμενο, με πήρε κυριολεκτικά από το χέρι. Είναι αξιοθαύμαστη και καθόλου δεδομένη η εμπιστοσύνη που δείχνει στους νέους ανθρώπους. Γι' αυτό έχει φτιάξει έναν δυνατό πυρήνα ηθοποιών παλιότερων και νεότερων. Δημιούργησε, συντηρεί και εξελίσσει μια ομάδα εδώ και 20 χρόνια, που βασικοί πυλώνες αυτής της ομάδας είναι και η Μαρία Σαββίδου, ο Βασίλης ο Ανδρέου, ο Νίκος Καρδώνης, ο Άρης Τρουπάκης, ο Γιώργος Δάμπασης, όλοι μαθητές του. Η Μαρία Σαββίδου συγκεκριμένα ήταν και δασκάλα μου στη σχολή. Οπότε ήμουν πάρα πολύ τυχερός γιατί μπήκα σε ένα περιβάλλον πάρα πολύ ασφαλές, πολύ ελεγχόμενο, πολύ δοκιμασμένο, με εργαλεία που είχα διδαχθεί από τη σχολή, οπότε είχα μια εικόνα του πώς δουλεύουν και έπεσα στα μαλακά.
Τώρα βρίσκεσαι στο «Τρίτο Στεφάνι», το εμβληματικό έργο του Κώστα Ταχτσή στην τρίτη σου συνεργασία με τον Λιβαθινό. Ποια ήταν η πρώτη σου σκέψη όταν σου προτάθηκε ο ρόλος;
Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του έργου είναι ότι όλοι οι χαρακτήρες, ξεκινώντας από τις δύο πρωταγωνίστριες, την Εκάβη και τη Νίνα, είναι αρχέτυπα, σύμβολα μιας κοινωνίας που μας ακολουθούν ακόμα. Εγώ υποδύομαι τον Αργύρη, ο οποίος είναι ο εφηβικός έρωτας και το απωθημένο, από ό,τι βλέπουμε, της Νίνας. Είναι ένα παιδί που θέλει να ζήσει, που ονειρεύεται, το παρακάτω για αυτόν είναι η μόνη διαφυγή. Για μένα ο Αργύρης είναι ένα σύμβολο νεανικού έρωτα, ποίησης, ανεμελιάς, τρέλας, ελευθερίας, η ελπίδα για σύνδεση, αγάπη, ευτυχία. Δυστυχώς και αυτός πέφτει θύμα των κοινωνικών καταστάσεων, αντιλήψεων της εποχής, περιορισμών, βρίσκει εμπόδια στο να διεκδικήσει μια ζωή που ο ίδιος λαχτάρα και που θα τον κάνει ευτυχισμένο. Στη δική μας εκδοχή, ο Αργύρης εμφανίζεται ως θραύσμα ανάμνησης-μνήμης στο μυαλό της Νίνας, ως ένα «φάντασμα» που αναδύεται από το παρελθόν και μέσα από το σκοτάδι των εμπειριών της πρωταγωνίστριας για να της θυμήσει πώς η ζωή είναι στο «παρακάτω».
Το έργο ακροβατεί ανάμεσα στο τραγικό και στο χιούμορ. Πού νιώθεις πιο «σπίτι» ως ηθοποιός;
Νομίζω πως κάθε ηθοποιός μπαίνει λίγο στη διαδικασία να εντάξει τον εαυτό του σε κάποιο είδος, «κωμικός ή τραγικός», γιατί ο καθένας εχει μια τάση προς τα κάπου. Βέβαια, ταυτόχρονα είναι και λίγο μύθος αυτό. Νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς αυτές οι δύο έννοιες συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, είναι πολύ λεπτή η γραμμή που διαχωρίζει το ένα είδος με το άλλο. Άλλωστε, σε κάθε έργο υπάρχει κωμωδία, υπάρχει και τραγωδία και το ένα αναδύεται μέσα από το άλλο, είναι αλληλένδετα. Οπότε δεν θα έλεγα ότι με κατατάσσω κάπου. Βέβαια, από τη σχολή ακόμα είχα μία τάση προς την κωμωδία. Μου αρέσει πάρα πολύ ο ρυθμός που η ίδια φέρει το punchline, οι γρήγορες εναλλαγές, αλλά νομίζω ότι διαβάζοντας έργα, παίζοντας έργα, συνειδητοποιείς ότι δεν διαχωρίζονται αυτά τα δύο τόσο πολύ καθώς με όποιο χαρακτήρα και αν αναμετρηθείς, θα συνειδητοποιήσεις ότι μέσα από το τραγικό στοιχείο θα βρεθεί και το κωμικό και το ανάποδο. Έχειςλοιπόν την ευκαιρία να αναμετρηθείς και με τα δύο στοιχεία ανά πάσα στιγμή.
Το έργο μάς ταξιδεύει στην Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων, του Μεσοπολέμου, της Κατοχής, του Εμφυλίου, των Δεκεμβριανών και στην ουσία μιλά για ανθρώπους που επιμένουν μέσα σε δύσκολες εποχές. Εσύ έχεις χρειαστεί να επιμείνεις σε κάτι μέχρι σήμερα;
Νομίζω ότι εμένα η πιο καθοριστική και αφυπνιστική περίοδος της ζωής μου ήτανε τότε, εκεί γύρω στα 24, 25, όταν κάπως βγήκα από μια εφηβική, ρέμπελη φάση και άρχισα να μπαίνω στην πιο ενήλικη ζωή, και συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα δεν είναι όπως μας τα λένε και τα πιστεύουν οι άνθρωποι. Όταν κατάλαβα πως ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου θα είναι η εργασία, δεν μπορούσα με τίποτα να δεχτώ ότι θα κάνω κάτι στη ζωή μου που θα με εγκλωβίζει και θα με περιορίζει, που απλά θα μου καλύπτει τα προς το ζην. Έπρεπε να βρω νόημα σε κάτι που θα με γεμίζει χαρά και δημιουργία. Οπότε νομίζω το πιο καθοριστικό ήταν το γεγονός ότι κατάφερα να φέρω τούμπα τη ζωή μου στα επαγγελματικά, γιατί είναι πολύ δύσκολο να πας κόντρα σε ένα περιβάλλον που έχει πολύ συγκεκριμένες πεποιθήσεις πιέζει -και κατευθύνει- προς μια πορεία, μια πεπατημένη που οι περισσότεροι ακολουθούν και εσύ πρέπει να πατήσεις πολύ γερά μέσα σου να δεις ποιος είσαι, τι θέλεις, πώς, πού, γιατί για να το αντιμετωπίσεις αυτό και να αρχίσεις να χαράζεις το δικό σου μονοπάτι.
Ανήκεις σε μια γενιά που ξεκίνησε μέσα σε lockdown και αβεβαιότητα. Πιστεύεις ότι αυτό σας ωρίμασε πιο γρήγορα;
Δεν είμαι σίγουρος αν μας ωρίμασε ακριβώς, έτσι και αλλιώς αυτός ο χώρος είναι συνώνυμο της αβεβαιότητας γενικότερα. Πιο πολύ μας «ένωσε» πιστεύω. Τη μία μέρα μού ανακοινώθηκε ότι πέρασα στη σχολή, Νοέμβριος του 2020, και την ακριβώς επόμενη μέρα θα ξεκινούσαμε μαθήματα. Εεκείνη τη μέρα ξεκίνσε το δεύτερο lockdown κι αυτό με διέλυσε γιατί ερχόμουν με πολλή όρεξη, χαρά και τρέλα να ξεκινήσω και ένιωσα σαν να μου κόβουν τα φτερά. Έξι μήνες μαθήματα στο ζουμ και δύο στα πάρκα. Έτσι πέρασε η πρώτη χρονιά. Στο τρίτο έτος κλείσαμε για ενάμιση μήνα τις σχολές λόγω του προεδρικού διατάγματος. Άλλη μια συνθήκη που έφερε πολλούς καλλιτέχνες και φοιτητές δραματικών κοντά. Ήταν 4 χρόνια πολύ έντονα με πολλά σκαμπανευάσματα, μια περίοδος σπουδής.
Πιστεύεις στις θεατρικές ομάδες; Θα σκεφτόσουν, τώρα ή στο μέλλον, να δημιουργήσεις μια δική σου;
Πιστεύω πάρα πολύ στις θεατρικές ομάδες, το να καταφέρει κάποιος να δημιουργήσει ένα σύστημα ανθρώπων που βλέπουν ότι λειτουργούν αποτελεσματικά μαζί, μιλάνε την ίδια γλώσσα και προσπαθούν να πουν κάτι μέσα απο τη δουλειά τους, είναι κάτι πολύ σκόπιμο και δύσκολο να πετύχει σαν συνταγή. Εγώ, βγαίνοντας από τη σχολή, έχω έρθει σε επαφή με ομάδες κατά κύριο λόγο. Από τη μία με τον Στάθη Λιβαθινό, που βρέθηκα μέσα σε μια εγκαθιδρυμένη ομάδα, και ταυτόχρονα έχουμε διαμορφώσει μια ομάδα, που δεν έχει όνομα ακόμα, με κάποια παιδιά από το έτος της δραματικής του Ωδείου Αθηνών υπό την αιγίδα του Γιώργου Παύλου, ενός νέου καλλιτέχνη και σκηνοθέτη (σπούδασε ηθοποιός στην Πάτρα και μετά τελείωσε και το τμήμα σκηνοθεσίας του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο τελείωσε πριν κάποια χρόνια). Με αυτή την ομάδα έχουμε συνεργαστεί σε δύο παραστάσεις, το «Γιαγιά μια μέρα όλα θα πεθάνουν» που κάναμε πέρυσι στο ΠΛΥΦΑ, και φέτος στην «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου (κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00 στο θέατρο Κάμιρος στην Κυψέλη). Είναι όμορφο να συναντιέσαι με ανθρώπους που εκτιμάς και να ταξιδεύεις μαζί, ασχέτως καλλιτεχνικού αποτελέσματος.
Η μουσική τι ρόλο παίζει στη ζωή σου;
Καθοριστικό. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς μουσική. Με το που ξυπνάω, το πρώτο πράγμα που θα κάνω είναι να βάλω να ακούσω μουσική. Ο πατέρας μου έχει τρομερή αδυναμία στη μουσική, είναι ο άνθρωπος που με μύησε κατά κύριο λόγο, ακούει τα πάντα, ό,τι έχει ρυθμό και beat. Από το γυμνάσιο άκουγα πολύ κλασική ροκ, μεταλ, πανκ, στο λύκειο ήρθε το χιπ χοπ, ελληνικό και ξένο. Τα τελευταία χρόνια έχει μπει η τζαζ στη ζωή μου γιατί μελετάω και πιάνο. Κάνω και φωνητική οπότε εχω έρθει σε επαφή με το μιούζικαλ. Και όπου σταθώ και όπου βρεθώ θα με ακούσεις να τραγουδάω Disney.
Τι άλλο έχεις κάνεις από τότε που τελείωσες τη σχολή, που μπορείς να χαρακτηρίσεις καθοριστικό και σε έχει αλλάξει περισσότερο;
Έχω αρχίσει και γράφω περισσότερο. Κάτι που έκανα και παλιά αλλά το είχα βάλει σε δεύτερη μοίρα λόγω σχολής, δουλειάς, πιάνου. Τώρα το πιάνω πάλι σιγά σιγά, με βοηθάει στον τρόπο σκέψης, κατανόησης ενός έργου, ενός χαρακτήρα.
Πώς είναι ο Βασίλης όταν κλείνουν τα φώτα της σκηνής; Πώς κυλά η καθημερινότητά σου μακριά από το θέατρο;
Όταν κλείνουν τα φώτα δεν είμαι από αυτούς που καταφέρνουν να αποσυνδεθούν, δεν σταματάω εύκολα να σκέφτομαι το θέατρο, τα έργα και τους χαρακτήρες. Σκέφτομαι αρκετά την επόμενη παράσταση, δουλεύω πράγματα μέσα μου που θέλω να βελτιώσω. Σκέφτομαι λεπτομέρειες, τι μπορεί να πήγε καλά και τι όχι σε μια παράσταση. Είμαι μόνιμα σε επαφή με το οποιοδήποτε υλικό έχω την εκάστοτε περίοδο. Παρ' όλα αυτά, νομίζω πως καταφέρνω να τα εντάξω όλα αυτά μέσα στη ζωή μου με έναν φυσιολογικό τρόπο, χωρίς πολλές εμμονές. Δεν είναι ότι μου κλέβει τη χαρά της καθημερινότητας ή ότι με κρατάει μακριά απο τη ζωή, πράγμα που συνέβαινε αρκετά στη σχολή, ήμουν πιο εμμονικός και κολλημένος. Επίσης, περνάω πάρα πολύ χρόνο με την κοπέλα μου, με τους φίλους μου. Δεν βγαίνω πολύ τα τελευταία χρόνια, έχω γίνει πάρα πολύ σπιτόγατος. Μου αρέσει η θαλπωρή και η ζεστασιά του σπιτιού, να διαβάσω κάτι, να ακούσω μουσική, να δω καμιά σειρά. Μελετάω και τζαζ πιάνο τα τελευταία τέσσερα χρόνια, οπότε είναι και αυτό ένα καταφύγιο, περνάω αρκετό χρόνο μελετώντας.